Αυτο το κείμενο αποτελεί επεξεργασία ενός άλλου κειμένου, με αρκετές αλλαγές και προσθήκες, που μοίρασα στους συναδέλφους υγειονομικούς ηλεκτρονικά, όταν δεν είχε ακόμα ξεκαθαριστεί η λειτουργία της συλλογικότητας των υγειονομικών. Αποτελεί απλά μια στοιχειώδη οργάνωση ενός συγκεκριμένου σκεπτικού και όχι έκθεση μέχρι τέλους καταληγμένων απόψεων.

Να πω καταρχήν ότι από την στιγμή που αναγνωρίζεται σαν ανάγκη από κάποιους συντρόφους/ συντρόφισσες (από εδώ και πέρα θα γράφω μόνο συντρόφισσες και θα εννοώ και συντρόφους, νισάφι με τα αρσενικά πια), το ζήτημα δημιουργίας κοινωνικού ιατρείου, πρέπει να το συζητήσουμε. Να το συζητήσουμε όμως αρκετά γιατί η υπόθεση είναι σοβαρή και οι καιροί είναι άγριοι. Για παράδειγμα, πριν αρχίσω ακόμα, υπάρχει (ήδη) ένα ζήτημα: ότι η ανάγκη για δημιουργία ιατρείου, είναι ανάγκη καταρχήν συντροφισσών και όχι για παράδειγμα μιας κοινότητας, που ζητάει «δημιουργία κοινωνικού ιατρείου», όπως ένα κομμάτι της κοινότητας της Κυψέλης που ζητάει π.χ. «πάρκο κι όχι πάρκινγκ» στην Κύπρου και Πατησίων, ή ένα κομμάτι της κοινότητας του Αγίου Παντελεήμονα που απαιτεί «Έξω οι μετανάστες από τον Άγιο Παντελεήμονα». Το αν πολιτικά υποκείμενα (αριστεροί και αντιεξουσιαστές στην πρώτη, ακροδεξιοί στην δεύτερη), εμπλέκονται σ’αυτές τις δύο περιπτώσεις, δεν αλλάζει το γεγονός της ύπαρξης μιας κοινότητας ευρύτερης από αυτής των πολιτικών υποκειμένων. Ένα το κρατούμενο.

Από κει και πέρα. Ομολογώ ότι σαν ιδέα, η ιδέα του ιατρείου, ακούγεται και φαντάζει γοητευτική: ένας αυτοοργανωμένος χώρος που προσπαθεί να δει το ζήτημα της υγείας μέσα στον καπιταλισμό με πιο συνολικούς όρους, που προσπαθεί να συνδέσει τα δύο μέρη της σχέσης υγεία (υγειονομικό προσωπικό-ασθενείς) σε ένα κοινό, που προσπαθεί να βάλει σε λειτουργία στο σήμερα κάποιες από τις αρχές μιας κοινωνίας ελευθερίας.

Μιλάμε δηλαδή για μια δομή, που θέλει να αμφισβητήσει μορφές και περιεχόμενα της σημερινής κοινωνικό-ιστορικής συνθήκης στο ζήτημα της υγείας.

Μορφές: οργάνωση της δομής, σχέσεις των συμμετεχόντων σ’αυτή, διαδικασίες λειτουργίας της.
Περιεχόμενα: λειτουργία της δομής (τι κάνει), στόχοι και σκοποί (τι θέλει να πετύχει και με ποιες ειδικές τακτικές θα καταφέρει να επιβιώσει και να επιτύχει αυτό που επιδιώκει).
Αυτά που έχουμε σε ένα κομμάτι του κεφαλιού μας, και που συζητάμε ήδη μεταξύ μας, για αυτοοργανωμένο χώρο, για αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, για ισότιμη και ενεργή σχέση της κοινότητας με όλες τις διαδικασίες του, κλπ αφορούν το ζήτημα των μορφών. Αυτά που αφορούν το πως θα δουλεύει το ιατρείο (πως θα βλέπει το ζήτημα της υγείας και της ασθένειας), το πως θα χρηματοδοτείται, το πως θα κάνει παρεμβάσεις σε συνεργασία με την κοινότητα και για την κοινότητα, κλπ αφορούν τα περιεχόμενα της δομής.

Ας συνθέσω τώρα αυτά τα δύο.
Μορφή και περιεχόμενο της δομής οφείλουν και πρέπει να βρίσκονται σε συνθετική σχέση μεταξύ τους (όχι σε αντιθετική σχέση). Αυτό για μένα είναι όρος απαραίτητος για την προσπάθεια συγκρότησης ενός διαφορετικού παραδείγματος στην υγεία, ενός παραδείγματος που δεν θα είναι απλά διαφορετικό σε σχέση με όλα τα άλλα που υπάρχουν στον καπιταλισμό, θα είναι και σε αντιπαράθεση με αυτά, θα είναι δηλαδή ένα ανταγωνιστικό παράδειγμα. Με λίγα λόγια: αυτό που θα φτιάξουμε πρέπει να συνιστά και πρόταση στο σήμερα για την οργάνωση και το περιεχόμενο της υγείας σε μια κοινωνία ελευθερίας, όχι μια «εναλλακτική» λύση για τα σημερινά προβλήματα του συστήματος. Αφού «εναλλακτικές λύσεις» υπάρχουν κι άλλες: π.χ. υπάρχουν οι ΜΚΟ, που πολύ τις γουστάρει το κράτος και το κεφάλαιο γι’αυτό τις χρηματοδοτεί χοντρά.. Τις γουστάρει επειδή ανάμεσα στα άλλα, γλιτώνει το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης τους αφήνοντας το σε ιδιώτες, και αφετέρου επειδή έχει ανθρώπους να δουλεύουν σ’αυτές, σχεδόν τσάμπα, πουλώντας τους παράλληλα την «ιδεολογία του εθελοντισμού», την πεποίθηση δηλαδή ότι κάνουν «κάτι», που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Αρκετοί από τους υγειονομικούς που συμμετέχουν στην συνέλευση μας, ήταν πρώην μέλη των Γιατρών χωρίς Σύνορα, μια από τις πιο γνωστές ΜΚΟ, όποιος θέλει μπορεί να μάθει αρκετά ρωτώντας τους.

Τι σημαίνει τώρα αυτό, ότι μορφή και περιεχόμενο δεν πρέπει να έχουν αντιθετική αλλά συνθετική σχέση μεταξύ τους;

Σημαίνει ότι δεν μπορούμε για παράδειγμα να έχουμε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία και παράλληλα να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της υγείας με τους όρους της θετικιστικής/ δυτικής ιατρικής. Συγγνώμη, αλλά τι να την κάνω εγώ την αυτοοργάνωση, αν πάλι θα κάτσω να λέω στους ασθενείς «κόψτε το τσιγάρο για να μην πάθετε καρκίνο στον πνεύμονα» και άλλες μαλακίες, όταν γνωρίζω ότι το νέφος της Αθήνας σκοτώνει χιλιάδες περισσότερους, από μια συνήθεια που για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί και την μοναδική διέξοδο απόλαυσης (αυτό εννοώ, όταν λέω «με τους όρους της θετικιστικής/ δυτικής ιατρικής»: προσανατολισμός στο σύμπτωμα και στις δευτερεύουσες αιτίες της νόσου, και στραβά μάτια στις πραγματικές κοινωνικές αιτίες). Βέβαια για το κάπνισμα χρηματοδοτούνται χιλιάδες έρευνες (από ασφαλιστικές εταιρίες, γιατί αυτές «πληρώνουν» μετά τους «καρκινοπαθείς», να και ο αντικαπνιστικός «αγώνας»!) κάθε χρόνο, ενώ για την ρύπανση του ουρανού των Πετραλώνων (των Κάτω Πετραλώνων κυρίως, όπου βρίσκονται κι όσα εργοστάσια έχουν μείνει στην Πειραιώς), καμία. Καμία.
Ή τι να την κάνω την αυτοοργάνωση αν έρχεται μία μετανάστρια χωρίς χαρτιά και έχει ανάγκη χειρουργείου και γω την παραπέμψω γενικώς σε τριτοβάθμιο ίδρυμα, δηλαδή πρακτικά στο σπίτι της, αφού δεν θα έχει τα φράγκα, ούτε τις σχέσεις, για να κινηθεί μέσα σε ένα τριτοβάθμιο χώρο, για να μπει σε μια σειρά για εγχείρηση (Δηλαδή γιατί να μην την αφήσω στους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, που μέσα στην αθλιότητα τους, έχουν εκείνο το δίκτυο σχέσων που διασφαλίζει σε κάποιους στοιχειώδη περίθαλψη;)
Ή τι να την κάνω την αυτοοργάνωση αν αυτή αφορά τις αναρχικές και τις αριστερές της Αθήνας, αν δεν μπορεί δηλαδή αυτή η ιστορία να αγκαλιάσει ένα (μειοψηφικό) κοινωνικό κομμάτι και όχι τις φορείς κάποιων ιδεολογιών; Εφόσον βέβαια θέλουμε το κοινωνικό ιατρείο να μην είναι το ιατρείο των συντροφισσών μας, άντε και της περιφέρειας του «χώρου», αλλά να είναι το ιατρείο μιας κοινότητας.
Ή τι να το κάνω εγώ ένα ιατρείο, που οι υγειονομικοί, στη βάση του γεγονότος ότι είναι «ειδικοί», δεν φροντίσουν να εμπλέξουν τις μη- υγειονομικούς στην διαδικασία της λειτουργίας του, έμπρακτα όμως κι όχι στα λόγια. Κι αυτό το έμπρακτα δεν σημαίνει απλά «ελάτε και σεις σύντροφοι και συντρόφισσες να συζητήσουμε», ούτε «έλα κοινότητα να συζητήσουμε», πριν προηγουμένως να θέσουμε στις συντρόφισσες ή στις κατοίκους της κοινότητας, όλες τις πληροφορίες, για να αποφασίσουν με επίγνωση (αυτό είναι του φίλου μου του Κορνήλιου), για ότι τους αφορά. Γιατί αν δεν γίνει αυτό, μπορεί να πετάμε την ιεραρχία και την εξουσιαστικότητα από την πόρτα του ιατρείου μας, του κοινωνικού μας ιατρείου εννοώ, αλλά αυτές θα ξαναμπαίνουνε από το παράθυρο. Και εμείς θα μιλάμε για αυτοοργάνωση….
Κι αυτά είναι ελάχιστα απο το ζητήματα που αφορούν ασυμβατότητα μορφών και περιεχομένων του σχεδίου μας. Στην πραγματικότητα τα ζητήματα που βάζει το σχέδιο του «κοινοτικού ιατρείου», είναι πολύ περισσότερα και βέβαια πάνε πολύ πιο μακριά από ιδεολογικές αφαιρέσεις.

Το πρώτο ζήτημα είναι αυτό που έβαλα ήδη στην δεύτερη πρόταση του κειμένου μου. Ποιες ανάγκες θέλουμε να εξυπηρετήσει αυτή το ιατρείο;

  1. τις δικές μας ανάγκες και τις ανάγκες των συντροφισσών και συντρόφων μας, άντε και της περιφέρειας του «χώρου»;
  2. τις ανάγκες της κοινότητας, της όποιας κοινότητας πέρα από τα στενά όρια της πολιτικής μας παρέας, είτε αυτή λέγεται κοινότητα Πετραλώνων, είτε όπως αλλιώς θέλει να λέγεται;

Να υποθέσω ότι όλοι συμφωνούν ότι δεν θέλει να ικανοποιήσει μόνο τις δικές μας ανάγκες και αυτές των συντροφισσών μας. Γιατί αν θέλει να ικανοποιήσει μόνο αυτές τις ανάγκες, τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα : Αν αυτές οι ανάγκες είναι κοινά προβλήματα («έχω βήχα , εξέτασε με»), πιάνουμε το χώρο, βγάζουμε μια ανακοίνωση στο ιντιμίντια, και την άλλη μέρα το πρωί, όλη η αντιεξουσία της Αθήνας ξέρει που θα πάει να «θεραπευθεί» (λέμε τώρα…) και να γλιτώσει κάνα φράγκο (πράγμα που δεν το θεωρώ κακό, ίσα-ίσα).
Αν πάλι οι ανάγκες μας είναι να φτιάξουμε ένα «πείραμα» που θα απευθύνεται μεν στον κόσμο για να του λέει ότι «εδώ είναι η αυτοοργάνωση», χωρίς να ενδιαφερθεί για τις ανάγκες της κοινωνίας, γρήγορα θα γίνουμε ένα γκέτο, έστω κι αν δεν το θέλουμε. Γιατί; Γιατί καμία, μα καμία δεν έρχεται σε μας, δεν γοητεύεται από καμιά αναρχία, η κανένα κομμουνισμό, αν δεν βλέπει στην αναρχία και στον κομμουνισμό μια πρόταση για την ζωή του στο σήμερα, κι όχι στο υπερπέραν. Καμία δηλαδή δεν θα ρθει στο ιατρείο, «για να στηρίξει μια αυτοοργανωμένη προσπάθεια» (έστω κι αν εμείς τα πολιτικά υποκείμενα το κάνουμε κάποιες φορές), αν δεν βρει σ’αυτή την προσπάθεια ένα τρόπο να καλύψει τις ανάγκες της. Μία πρόταση που της αλλάζει την καθημερινότητα.

Αν λοιπόν συμφωνήσουμε, ότι δεν θέλουμε να ικανοποιήσουμε μόνο τις δικές μας ανάγκες, έχουμε και λέμε.

  • Πρώτο ερώτημα: Ποιες είναι οι ανάγκες της κοινότητας που θέλουμε να ικανοποιήσουμε;
  • Δεύτερο (κεφαλαιώδες) ερώτημα: Ποιος θα αποφασίσει ποιες είναι αυτές οι ανάγκες; Η απάντηση σ’αυτό το ερώτημα είναι τρομερής σημασίας. Πιθανή απάντηση, εμάς των ανθρώπων, που θέλουμε να καταργήσουμε την εξουσιαστική σχέση γιατρού- ασθενούς: μα η ίδια η κοινότητα!!!!
  • Τρίτο (αβίαστο) ερώτημα: Ποια κοινότητα; Η συνέλευση των Πετραλώνων, του ΚΕΠ Χαλανδρίου, του Μπραχαμίου;

Ας πάρουμε το παράδειγμα των Πετραλώνων (αφού αυτό σκεφτόμαστε ως τόπο εφαρμογής του σχεδίου). Έχω παρακολουθήσει μια τέτοια συνέλευση στην διάρκεια της εξέγερσης. Αυτό που υπάρχει τώρα εκεί, σαν μορφή κοινότητας, είναι κατά βάση η συνέλευση των αριστερών και των αναρχικών κατοίκων των Πετραλώνων και κάποιων συντροφισσών των γύρω περιοχών. Αναρωτιέμαι αν τα προβλήματα υγείας αυτών των άνθρωπων (που στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι τα πολιτικά υποκείμενα της περιοχής), είναι τα ίδια με αυτά όλης της κοινότητας. Κι εδώ μπαίνουν άλλα πραγματικά δηλάδή πρακτικά ζητήματα:

Αυτοί οι άνθρωποι μαζί με μας θα αποφασίσουν για τις ανάγκες όλης της κοινότητας των Πετραλώνων; Μα αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι η κοινότητα των Πετραλώνων, αλλά η πολιτική κοινότητα των Πετραλώνων. Πως θα αποφασίσει η πολιτική κοινότητα των Πετραλώνων, για τα προβλήματα των κατοίκων (της κοινότητας δηλαδή) των Πετραλώνων; Αφού ανάμεσα στα άλλα, είναι βέβαιο, ότι στο επίπεδο της συμβατικής περίθαλψης, οι ανάγκες των περισσότερων από αυτούς καλύπτονται από το δημόσιο σύστημα υγείας και τα προβλήματα που θα αναφέρουν θα είναι του τύπου «γραφειοκρατία του συστήματος». Δηλαδή το πιο πιθανό είναι τα δικά τους προβλήματα υγείας, να είναι ίδια με τα δικά μας: «Πάω στο νοσοκομείο και περιμένω τρεις ώρες στην ουρά… Πάω να κλείσω ραντεβού στο ικα, και έχει τρεις μήνες αναμονή».
Μπορεί να πει κάποιος: μα θα καλέσουμε σε ανοιχτή συνέλευση τους κατοίκους των Πετραλώνων και μπορεί να έρθουν, αν το ζήτημα τους καίει, πολλοί περισσότεροι από τους πολιτικοποιημένους των Πετραλώνων. Όμως συντρόφισσες εδώ είναι το ζήτημα: στο «αν το ζήτημα τους καίει». Μα αν τους έκαιγε το ζήτημα, δεν θα είχαν βρει τρόπους να το τρέξουν μόνοι τους; Τρόπους που δεν θα ήταν αυτό που θέλουμε εμείς, αλλά θα ήταν μια κίνηση έστω; Με αυτό δεν θέλω να πω ότι οι κάτοικοι (η κοινότητα) των Πετραλώνων, δεν έχει καμιά ανάγκη στο ζήτημα της υγείας. Θέλω όμως να ρωτήσω: μήπως υπάρχει ένας ορατός κίνδυνος, ο κίνδυνος που είπα και πριν, να φτιάξουμε μια ιστορία που όλο και θα περιμένουμε να πλαισιωθεί από τους κατοίκους των Πετραλώνων, κι όλο εμείς κι εμείς θα είμαστε; Μήπως υπάρχει ένας ορατός κίνδυνος, ειδικά αν πούμε -λάθος που κάνουν συχνά τα πολιτικά υποκείμενα- ότι, «ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται», να γίνουμε ένα πολιτικό γκέτο, όπως πολιτικά γκέτο είναι το σύνολο σχεδόν των στεκιών (αναρχικών, αυτόνομων, αριστερών και άλλων) που υπάρχουν σήμερα σ’αυτό τον τόπο;

Πως θα μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτο τον κίνδυνο; Πως μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες της κοινότητας;

Απαντήσεις σ’αυτά τα ερωτήματα μου είναι αδύνατο να δώσω, μέχρι τέλους. Πιστεύω ότι μόνο συλλογικά μπορούμε να τις δώσουμε, αν και έχω στο μυαλό μου κάποιους κατευθύνσεις στις οποίες θα ήθελα να κινηθώ/ κινηθούμε. Επίσης αυτό που μπορώ να πω, είναι τι απαντήσεις δεν θέλω να δώσω/ δώσουμε σ’αυτά τα ερωτήματα.

Σε σχέση με αυτές τις κατευθύνσεις που φαντάζομαι ότι θα είχε νόημα να κινηθούμε. Διερεύνηση των προβλημάτων και αναγκών της κοινότητας. Εδώ πάλι υπάρχουν δύο κατευθύνσεις.

Πρώτη κατεύθυνση. Πάμε στα Πετράλωνα, καλούμε συνέλευση, και ρωτάμε τους κατοίκους που θα έρθουν : ποια είναι τα προβλήματα υγείας που έχετε, με καθαρά ιατρικούς όρους. Αν τώρα βρούμε ότι ένα ασυνήθιστο ποσοστό των γυναικών που θα έρθουν έχει π.χ. Καρκίνο στο μαστό, κι αν δεχτούμε ότι θα δεν θα ρθουν μόνο ασθενείς σ’αυτή την συνέλευση (γιατί έτσι θα ανέβει τεχνητά το ποσοστό αυτών που έχουν π.χ. καρκίνο του μαστού), τότε εγώ θα σκεφτόμουν τέσσερα πράγματα. (Επίσης αυτή η υπόθεση προϋποθέτει ότι θα ρθει κόσμος,για να επικοινωνήσει το προσωπικό του πρόβλημα υγείας. Γίνεται αυτό; Άλλο μείζων ερώτημα)

  • Α. Ότι ο καρκίνος του μαστού, είναι σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας στα Πετράλωνα.
  • Β. Ότι οι γυναίκες της κοινότητας δεν κάνουν τον προληπτικό έλεγχο για τον καρκίνο του μαστού, άρα κάτι πρέπει να κάνουμε σ’αυτή την κατεύθυνση.
  • Γ. Ότι υπάρχει ένας προδιαθεσικός παράγοντας στα Πετράλωνα που κάνει τις γυναίκες να παθαίνουν καρκίνο του μαστού. Αυτός ο παράγοντας μπορεί να είναι από το επίπεδο των ρύπων του νέφους, μέχρι τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας, κι από το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές μετανάστριες εργάτριες στα Πετράλωνα (που περιφρονούν τον προληπτικό έλεγχο, λόγω οικονομικών ή άλλων λόγων), μέχρι δεν ξέρω και γω τι.
  • Δ. Άρα ότι, χρειάζεται να κάνουμε μια έρευνα στην περιοχή, για να δούμε τι διάολο συμβαίνει και υπάρχει αυτό το πρόβλημα, αφού αν επικεντρωνόμαστε μόνο στην συμβουλευτική («πρέπει να κάνεις μαστογραφία κάθε χρόνο μετά τα 35»), δεν θα λύναμε το πρόβλημα, ίσως μόνο να το περιορίζαμε κάπως, μέσω της πρόληψης του.

Καταλαβαίνετε συντρόφισσες και σύντροφοι, ότι αυτά απαιτούν δουλειά, δεσμεύσεις, και πολύ κόσμο (υγειονομικούς και μη). Επίσης είναι χρονοβόρα. Όμως αυτό σημαίνει ιατρείο που ασχολείται πραγματικά με την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και μάλιστα ιατρείο όχι με τους όρους της δυτικής ιατρικής, αλλά με πιο κοινωνικούς/ πολιτικούς όρους. Γιατί αν εμείς ανακαλύψουμε ότι το τάδε εργοστάσιο του τάδε μαλάκα, έχει υψηλή εκπομπή ραδιενεργών ρύπων, και οι γυναίκες που έχουν καρκίνο του μαστού κατοικούν, ή δουλεύουν κατά πλειοψηφία σ’ αυτό το εργοστάσιο, τότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτοί οι ρύποι προκαλούν καρκίνο του μαστού. Προληπτική ιατρική, ιατρική κοινωνικού ιατρείου δηλαδή, σημαίνει σ’αυτή την περίπτωση, ανάπτυξη ενός κινήματος, που θα αναγκάσει αυτό τον καραγκιόζη να το κλείσει, ή να σηκωθεί να φύγει από την περιοχή. Το άλλο που μπορούμε να κάνουμε, είναι ευχολόγια, όπως κάνουν τα κόμμματα δηλαδή.
Γίνεται κατανοητό φυσικά ότι για να γίνουν όλα αυτά της πρώτης κατεύθυνσης, χρειαζόμαστε κόσμο, κοινωνικές συμμαχίες, ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της περιοχής, των εκμεταλλευόμενων/ καταπιεζόμενων δηλαδή, και όχι των πολιτικών μας φίλων.

Δεύτερη κατεύθυνση. Χαρτογραφούμε τα προβλήματα της Αθήνας (γιατί εδώ ζούμε), εννοώ κάνοντας ένα υγειονομικό χάρτη (τι προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ο κάθε πληθυσμός σε κάθε γειτονιά της πόλης), μέσα από βιβλιογραφικά δεδομένα, δεδομένα υπηρεσιών του δήμου, ομάδες εργασίας υγειονομικών και μη. Ανακαλύπτουμε (σιγά την τρομερή ανακάλυψη!), ότι μια περιοχή όπως το Ζεφύρι π.χ., έχει υψηλότατα ποσοστό παιδικών μολυσματικών νόσων (αυτό μάλλον δεν είναι φαντασία), π.χ ιλαρά, ανευμολογιά, οστρακιά,κλπ. Από αυτές τις νόσους κάποια παιδιά πεθαίνουν κι αν δεν πεθαίνουν σίγουρα παιδεύονται αρκετά.
Γιατί να μην πάμε να φτιάξουμε ένα ιατρείο στο Ζεφύρι, τι πιο κοινωνικό ιατρείο μπορεί να υπάρξει, που να ασχολείται ανάμεσα στα άλλα με την προληπτική παιδιατρική, και που πραγματικά θα βοηθάει και θα καλύπτει ανάγκες της κοινότητας, και μάλιστα ανάγκες απόλυτα περιφρονημένες από το κράτος και (εννοείται το κεφάλαιο) σε όλα τα επίπεδα;
Θα πει κάποιος: μα δεν υπάρχει κοινότητα στο Ζεφύρι (θα εννοεί προφανώς πολιτική κοινότητα, δηλαδή φίλοι μας). Α, μάλιστα. Ωραία. Τότε θα πω εγώ, ότι στα όρια του Ρουφ και του Ταύρου, υπάρχει ένας καταυλισμός Ρομά, με πιθανότατα τα ίδια και χειρότερα προβλήματα από το Ζεφύρι. Χειρότερα, γιατί ανάμεσα στα άλλα, αυτοί οι άνθρωποι καίνε κάτι χάλκινα καλώδια και εισπνέουν διάφορα επικίνδυνα αέρια, και ακόμα πιο χειρότερα επειδή έχουν την ατυχία, ένα κομάτι των αριστερών του Ταύρου μαζί με το δήμαρχο, να απαιτεί από το δήμο Αθηναίων: μετοικοίστε τον καταυλισμό των Ρομά!!!

Ζητήματα που μπαίνουν σ’αυτή την δεύτερη κατεύθυνση (και πιθανόν, σε δεύτερο χρόνο, και στην πρώτη κατεύθυνση);

Πρώτο ζήτημα. Που θα βρίσκει πόρους για να δουλεύει αυτή η δομή που θα κάνει αυτή την δουλειά; (Γιατί θέλει πόρους, μην τρελαθούμε, θέλει σύριγγες, εμβόλια, γάζες, αντισηπτικά, για να αρκεστώ σ’αυτά, θέλει με λίγα λόγια -εκτός από την εθελοντική μας εργασία και την τρέλα μας- λεφτά).
Θα απαντήσει κάποιος: στο κράτος. Όπα. Ρωτάω τώρα εγώ (ο αφελής): Γιατί το κράτος να στηρίξει κάτι που το αμφισβητεί; Γιατί δηλαδή το κράτος να δίνει υλικοτεχνική υποδομή σε ένα ιατρείο που θα αγωνίζεται ενάντια στις επιλογές του κράτους και του κεφαλαίου για την υγεία; Για να μην αναφερθούμε και στην σημερινή συγκυρία, για να μην βάλουμε δηλαδή και το ζήτημα των αντικειμενικών συνθηκών, που λέει ότι το κράτος μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση κινείται, προς την περικοπή οποιονδήποτε πόρων για την δημόσια υγεία. Εδώ με άλλα λόγια δεν δίνει λεφτά για να εφαρμοστεί η νομοθεσία δημιουργίας αστικών κέντρων υγείας που έχει ψηφίσει εδώ και χρόνια, θα δώσει λεφτά σε μας;
Μπορεί να αντιτείνει κάποιος: δεν θα τα δώσει, θα τα διεκδικήσουμε εμείς μαζί με την κοινότητα. Σωστό, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να γνωρίζουμε ότι θα είμαστε σε διαρκή αντιπαράθεση με το κράτος, που μπορεί να δώσει αλλά θα θελήσει να βάλει τους όρους του. Για να πω ένα σχετικό παράδειγμα: στο Αμβούργο της Γερμανίας την δεκαετία του 80 υπήρχαν εκατοντάδες καταλήψεις στέγης (λόγω του στεγαστικού προβλήματος) και το ζήτημα της στέγης ήταν κεντρικό για το εκεί κίνημα. Επειδή μάλιστα η κατάληψη στέγης αποτελούσε ένα ανταγωνιστικό παράδειγμα απέναντι στο κυρίαρχο (ενοίκιο, ιδιοκτησία, οικογένεια), το οποίο ήταν και επικίνδυνο για την κυριαρχία, το κίνημα των καταλήψεων βρισκόταν σε διαρκή αντιπαράθεση με το κράτος. Αυτό σημαίνει καθημερινές ενοχλήσεις από τους μπάτσους, κόψιμο νερού, ρεύματος, κλπ Σε κάποια φάση και αφού είχαν προηγηθεί άπειρες συγκρούσεις με μπάτσους, και αφού το κίνημα πιθανότατα δεν μπόρεσε να αγκαλιάσει ευρύτερα στρώματα, ώστε να γενικευθεί, κάποιες καταλήψεις στέγης τα βρήκαν με τους τοπικούς δήμους και νομιμοποιήθηκαν δίνοντας ένα ενοίκιο για αντίτιμο. Με τον καιρό το ενοίκιο έγινε όσο και να μένεις σε ένα «κανονικό» σπίτι, ενώ όσες καταλήψεις στέγης συνέχισαν την κόντρα, απομονώθηκαν γρήγορα και καταστάλθηκαν άγρια. Αμφιβάλλω αν υπάρχουν πια καταλήψεις στέγης στο Αμβούργο, έξω από ένα γραφικό πολιτικό πλαίσιο.
Και όλα αυτά που γράφω παραπάνω, τα γράφω για να τα χουμε υπόψιν και να ξέρουμε τι μας περιμένει, όχι για να τα παρατήσουμε, αλλά για να μαστε έτοιμοι.

Δεύτερο ζήτημα. Λέμε : «Εμείς δεν θέλουμε να κλείνουμε τις τρύπες του δημόσιου συστήματος υγείας». Γιατί το λέμε αυτό; Επειδή δεν θέλουμε να κάνουμε τσάμπα εργασία, δεν θέλουμε δηλαδή να αντικαταστήσουμε λειτουργίες του κράτους, να γίνουμε κάτι εναλλακτικό σαν τους «γιατρούς χωρίς σύνορα». Κάτι, που όπως έγραψα και στην αρχή, μπορεί να το γουστάρει μελλοντικά και το ίδιο το σύστημα., όταν το πείραμα μας χάσει τα κινηματικά του χαρακτηριστικά, όταν δηλαδή δεν στρέφεται ενάντια στις λογικές του κράτους και του κεφαλαίου.

Πως λοιπόν θα ξεπεράσουμε σ’αυτή την περίπτωση το ζήτημα να μην λειτουργούμε σαν «να κλείνουμε τρύπες του συστήματος»;

Μπορώ να σκεφτώ δύο πιθανές απαντήσεις σ’αυτό το πράγμα. Η πρώτη είναι η αυτοχρηματοδότηση. Βάζουμε λεφτά από τις τσέπες μας δηλαδή, κι από τις τσέπες του (ευρύτερου, ευρύτερου…) κινήματος. Θα πει κάποια: μα δεν γίνονται αυτά…Όχι συντρόφισσες, ΑΥΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ, αρκεί να πειστεί ένα μεγάλο μέρος κόσμου, ότι αυτό το πράγμα που κάνουμε είναι μια σημαντική υπόθεση. Όπως πείστηκε, ότι η υπόθεση της Κωνσταντίνας είναι σημαντική, γι’αυτό άλλωστε, η οικογένεια της Κούνεβα, συντηρείται εδώ και δύο μήνες από το κίνημα αλληλεγγύης, σε όλα τα επίπεδα. Άρα χρειαζόμαστε πάλι κοινωνικές συμμαχίες (Αυτή η ρουφιάνα η κοινωνία την βρίζουμε όλη μέρα, αλλά δεν κάνουμε και χωρίς αυτή, εννοώ χωρίς τις εκμεταλλευόμενες/ καταπιεζόμενες. Χωρίς τα αφεντικά κάνουμε). Η δεύτερη είναι ότι αυτό το πράγμα που κάνουμε δεν το βλέπουμε εμείς οι ίδιοι σαν κάτι εναλλακτικό, το βλέπουμε σαν κάτι ανταγωνιστικό. Και φυσικά, χρειάζονται πολλές συζητήσεις, για να φτιάξουμε εκείνες τις θεσμίσεις (εκείνους τους κανόνες δηλαδή), ώστε αυτό να μην είναι υπόθεση μόνο «βλέμματος», αλλά υπόθεση αυτοοργάνωσης. Μ’άλλα λόγια. Δεν μπορεί κάποια άνεργη γιατρός, να σπαταλάει ένα οκτάωρο σε κάποιο (κοινωνικό έστω) ιατρείο, γιατί σε κάποια φάση θα πει: «ε, α στο διάολο, πως θα ζήσω;» Και θα ζητήσει ένα -στοιχειώδες- στην αρχή ποσό αποζημίωσης, μετά ένα –αξιοπρεπές- ποσό αποζημίωσης, μετά …
(Ποιος θα της τα δώσει, θα ρωτήσετε; Μα όλοι οι άλλοι, που θα θεωρήσουν ότι η συμμετοχικότητα τους μπορεί να εξαντληθεί σε 20 ευρώ το μήνα, όπως εξαντλείται για πολλούς σε τέτοια ποσά η συμμετοχικότητα τους σε ένα ενοικιαζόμενο στέκι…).

Συντρόφισσες και σύντροφοι, μη χαμογελάτε!
Αυτά έχουν ξαναγίνει (και οι γιατροί χωρίς σύνορα, και τόσα άλλα εγχειρήματα, έτσι ξεκίνησαν). Άρα πρέπει να τα χουμε στο μυαλό μας, να τα θέσουμε σαν ζητήματα, για να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Για να το αποφύγουμε, π.χ. αυτό το συγκεκριμένο, μπορούμε π.χ. να πούμε: όχι πάνω από 2 ώρες βάρδια την βδομάδα, ο κάθε υγειονομικός.
Προφανώς υπάρχουν επίσης χιλιάδες τέτοια άλλα ζητήματα, που επιδέχονται διάφορες απαντήσεις. Κάποιες από αυτές μπορεί να αποδειχτούν σωστές, κάποιες λάθος. Το ζήτημα για μένα δεν είναι να μην κάνω/ κάνουμε λάθη. Το ζήτημα είναι να μην κάνουμε τα λάθη που έχουν ξαναγίνει, επειδή αυτό θα πει, ότι δεν είμαστε ικανοί να διδασκόμαστε από την εμπερία μας, δηλαδή ότι δεν έχουμε μνήμη. Που όπως είχαν πει κάποτε, κάποιοι Πετραλωνιώτες αναρχικοί: Αν δεν έχουμε μνήμη (ως κίνημα), δεν έχουμε και προοπτική. Δεν θέλω να μπω σε άλλες λεπτομέρειες, θέλω να τονίσω για χιλιοστή φορά: αυτά είναι πρακτικά προβλήματα, που πρέπει να λυθούν πριν αποφασίσουμε να φτιάξουμε οποιαδήποτε δομή, γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας.

Περιέγραψα δύο χοντρικά κατευθύνσεις που θα μπορούσαμε να πάρουμε, αν θέλαμε να σκεφτούμε πιο συγκεκριμένα το ζήτημα του ιατρείου. Υποθέτω θα υπάρχουν κι άλλες. Προσωπικα θα προτιμούσα να παίρναμε την δεύτερη, αλλά είναι πιο δύσκολη (θα έλεγα και πιο ουτοπική). Επειδή όμως η πρώτη είναι πιο ρεαλιστική στο σήμερα, που έχει γίνει μεν μια εξέγερση, αλλά έχει γίνει μια εξέγερση μειοψηφική, θέλω να θέσω ακόμα δύο τρία ζητήματα που θα βρούμε μπροστά μας. Μιλάμε για την λειτουργία ενός χώρου μέσα σε μια κατάληψη, μαζί με την συνέλευση των Πετραλώνων. Ας σκεφτούμε κάποια άλλα πρακτικά προβλήματα που θα προκύψουν σ’αυτή την ιστορία.

  • Ι. Ποια συνθήκη θα νομιμοποιεί εμάς, ως υγειονομικούς να κάνουμε, ακόμα κι ένα συμβατικό ιατρείο (ούτε καν ένα κοινοτικό ιατρείο), μέσα σε ένα κατειλλημένο χώρο; Υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την στήριξη ενός κατειλλημένου χώρου σήμερα;
  • ΙΙ. Θα γράφουμε φάρμακα, πως μπορεί να γίνει αυτό;
  • ΙΙΙ. Τι θα μας προστατεύσει, όχι από φασίστες αλλά από βαλτούς ρουφιάνους, που μπορεί να καταγγείλουν ότι ήρθαν σε μας και μεις τους προκαλέσαμε βλάβη στην υγεία τους;
  • ΙV.Ποια θα είναι η σχέση μας με τις άλλες δομές του συστήματος υγείας και πως μπορεί αυτή να μετασχηματιστεί στην κατεύθυνση που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινότητας; (π.χ. θα μπορούμε να παραπέμπουμε κόσμο για εργ. εξετάσεις π.χ., σε μια ανώτερου επίπεδου δομή υγείας;)

Υπάρχουν και χιλιάδες άλλα πρακτικά προβλήματα, αλλά υπάρχει και μια εμπειρία από το παρελθόν: όπου δημιουργήθηκαν πειράματα οποιοδήποτε είδους, ανταγωνιστικά παραδείγματα έξω από την επίσημη θέσμιση του συστήματος (π.χ αυτοδιαχειριζόμενες κολλεκτίβες υγείας), ή εντός της επίσης θέσμισης (π.χ Μπαζάλια, spk, περίπτερο 21, κλπ), όσο κατάφεραν να στεριώσουν, το κατάφεραν χάρη σε ένα κίνημα που υπήρχε και τους στήριζε, κι έξω από τον χώρο του πειράματος. Κίνημα χιλιάδων ανθρώπων, όχι αυτό που υπάρχει στην ελλάδα σήμερα.

Όταν έπαψε να υπάρχει αυτό το κίνημα, το κράτος είτε τα συνέτριψε, είτε τα αφομοίωσε. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Αυτό το λέω για να αναγνωρίσουμε από τώρα τα όρια μας. Οάσεις μέσα στον καπιταλισμό, νησίδες αντιεξουσίας μέσα στην έρημο της εξουσίας, δεν μπορούν να υπάρξουν, όσο το περιβάλλον είναι καπιταλιστικό. Όσοι πίστεψαν και δώσαν την ζωή τους για κάτι τέτοιο, πολύ γρήγορα κατέληξαν είτε στην τρέλα, είτε στον κυνισμό.

Από την άλλη δεν θέλω να ισχυριστώ ότι «δεν μπορούμε να δημιουργούμε τίποτα θετικό μέσα στο καπιταλισμό, μπορούμε μόνο να αρνούμαστε». Αν το ισχυρίζομουνα, αυτό δεν θα προσπαθούσα στις πέντε προηγούμενες σελίδες, να σκεφτώ πρακτικές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα. Το ακριβώς αντίθετο. Ας δούμε για παράδειγμα την ιστορία του Ζαγκλιβερίου : στο Ζαγκλιβέρι,αυτό το λίγο που έγινε, αυτό που εγώ δεν το θεωρώ κατ’ανάγκην το παράδειγμα, έγινε εντός του συστήματος και συνεχίζει να γίνεται. Αυτό είναι το μαγικό ρήμα: να γίνεται. Πρόκειται προφανώς για μια διαδικασία, μια διαδικασία που δεν λέει φεύγω έξω από το σύστημα για να φτιάξω μια «όαση», αλλά που λέει προσπαθώ να ανατρέψω την «κόλαση» με αργά αλλά σταθερά και ουσιαστικά βήματα, πατώντας στο κοινωνικό έδαφος: συνδεόμενος με τους εκμεταλλευόμενους/ καταπιεζόμενους και παλεύοντας μαζί τους για τις κοινές ανάγκες/ επιθυμίες μας.

Με λίγα λόγια επαναλαμβάνω για χιλιοστή φορά: αυτό που μας χρειάζεται σήμερα είναι κοινωνικές συμμαχίες. Συμμαχίες με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με μας, που έχουν τα ίδια συμφέροντα με μας, και που αγωνίζονται στην καθημερινότητα τους ενάντια στον παραλογισμό του συστήματος. Αυτούς τους ανθρώπους δεν πρέπει να τους ψάξουμε μέσα στους πολιτικούς μας φίλους, σ’αυτούς που έχουν τις ίδιες ιδέες με μας.Πρέπει να τους ψάξουμε σ’αυτούς που συναντάμε δίπλα μας κάθε μέρα, στην καθημερινότητα μας. Και για να τους βρούμε, δεν χρειάζεται να πάμε με τα ιδεολογικά μας μανιφέστα (Ζήτω η αυτοοργάνωση στην υγεία!) σ’αυτούς, αλλά με την σεμνότητα αυτών που θέλουν να μάθουν : ποια είναι τα προβλήματα σας/ μας, ποιες είναι οι ανάγκες σας/ μας, ας σκεφτούμε μαζί λύσεις και ας παλέψουμε για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων και για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών.

Αναγνωρίζω ότι έχω κουράσει αυτόν που διαβάζει αυτό το κείμενο, ή αυτόν που το ακούει. Ωστόσο όλα τα παραπάνω, όσο εκφράζουν μια αγωνία και μια επιφυλακτικότητα, την αγωνία να ριζώσει ο Δεκέμβρης στο έδαφος της καθημερινότητας και να μην χαθεί (για ακόμα μια φορά!) τόσος κόσμος που μπήκε στις διαδικασίες του, άλλο τόσο εκφράζουν και μια αισιοδοξία, την αισιοδοξία ότι μπορούμε να πετύχουμε.
(Λέγανε παλιά, οι κομμουνιστοσυμμορίτες: απαισιοδοξία της σκέψης, αισιοδοξία της βούλησης. Λένε σήμερα οι αναρχοσυμμορίτες: Η δράση σβήνει τα δάκρυα).

Αρκεί αυτή η ιστορία να συζητηθεί αρκετά, να ειδωθεί στις πραγματικές της διαστάσεις, να θέσει σε μια βαθιά συζήτηση τα πρακτικά ζητήματα που προκύπτουν. Κάτι τελευταίο. Οι βασικές προϋποθέσεις του ιατρείου, κατά την γνώμη μου, κι εδώ διαφωνώ με μια άποψη που έχει κατατεθεί δημόσια, πρέπει να συζητηθούν δημόσια από την συνέλευση μας. Δεν μπορούμε να πάμε στην κοινότητα χωρίς μια πρόταση, ακόμα και στην συνέλευση των Πετραλώνων.

Η άποψη που λέει ότι «υγειονομικοί και μη» πρέπει να συζητήσουν όλοι μαζί από μηδενικής βάσης, προκειμένου να καταργηθεί ο διαχωρισμός μεταξύ τους, αγνοεί ότι ο διαχωρισμός αυτός υπάρχει ήδη: είναι ο διαχωρισμός που γεννιέται από τον ίδιο τον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Πως να το κάνουμε; Εμείς, οι υγειονομικοί, έχουμε φάει κάμποσα χρόνια στα θρανία, εμείς γνωρίζουμε πέντε, ας πούμε «τεχνικά» ζητήματα, παραπάνω. Οι άνθρωποι, για να χρησιμοποιήσω ένα εντελώς γενικό όρο, ξέρουν πολύ καλά τα προβλήματα τους. Όχι και καλά ότι το κεφάλαιο (π.χ. οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας), ευθύνεται για τον καρκίνο στον εγκεφάλο που έχουν, αλλά ότι οι ίδιοι έχουν καρκίνο στον εγκέφαλο. Επίσης θέλουν μια πρόταση πρακτικών λύσεων σ’αυτά τα προβλήματα.

Το να πάμε με πρόταση, που θα χουμε συζητήσει τα προβλήματα που έβαλα παραπάνω, και πιθανόν ένα σωρό άλλα που θα βάλουν οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της συνέλευσης, δεν είναι καπέλωμα. Είναι ας πούμε, ένα πλαίσιο για να αρχίσει η συζήτηση με την κοινότητα. Αν δεν γίνει αυτό, να στε σίγουροι ότι θα υπάρξει χάος στην συζήτηση με την συνέλευση των Πετραλώνων (ή με την κοινότητα). Ξέρω ότι ο χρόνος πιέζει, αφού μπήκε το ζήτημα να συζητηθεί η ιστορία του ιατρείου στην συνέλευση των Πετραλώνων,αρχές Μάρτη, όμως κι αυτό μπορεί να λυθεί.
Αυτά.

Hobo, 26/02/2009

Σχετικές δημοσιεύσεις