Όταν κάποιοι επισφαλείς οργανώνονται – ο αγώνας των απογραφέων/τομεαρχών

Χρειάστηκε τελικά μισός χρόνος για να πάρουν κάποιοι από τους δεκάδες χιλιάδες νέους/ες που εργάστηκαν στις γενικές απογραφές πληθυσμού του Μαΐου 2011 τα δεδουλευμένα που τους χρωστούσε το ελληνικό κράτος, μέσω της «ανεξάρτητης αρχής» της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Στα τέλη Νοέμβρη πληρώθηκε το μεγαλύτερο κομμάτι των απογραφέων/τομεαρχών του Λεκανοπεδίου και της Θεσσαλονίκης κι ένα κομμάτι των συναδέλφων στην επαρχία. Για τους υπολοίπους η Ελ.ΣΤΑΤ. έχει δεσμευθεί για τη πληρωμή τους μέχρι το τέλος Δεκέμβρη. Με τα δεδομένα ότι το συνολικό κονδύλιο, ύψους 44.000.000 ευρώ είναι προπληρωμένο από την Ε.Ε. στον προϋπολογισμό του 2011 κι ότι η επίσημη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους θα καθυστερήσει κάμποσο ακόμα (θα δοθεί η πολυπόθητη 6η δόση), άποψη του γράφοντος είναι ότι το σύνολο των εργαζομένων στις απογραφές τελικά θα πληρωθεί τα δεδουλευμένα του. Τα κομμάτια που πληρώθηκαν πρώτα είναι αυτά που επέδειξαν την πιο αγωνιστική στάση το προηγούμενο διάστημα, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει τη συσχέτιση του αγώνα που δόθηκε με τον πρακτικό στόχο της πληρωμής, καθώς κι ότι σε περίπτωση που η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αθετήσει για άλλη μια φορά τις υποσχέσεις της, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την συναδελφική αλληλεγγύη που κατοχυρώθηκε το προηγούμενο διάστημα.

Οπότε μπορεί και χρειάζεται να ξεκινήσει μια διαδικασία κινηματικού απολογισμού αυτού του σημαντικού κι εντέλει νικηφόρου αγώνα που δόθηκε από ένα μικρό κομμάτι του σύγχρονου νεανικού προλεταριάτου μέσα στο ζοφερό τοπίο της καπιταλιστικής κρίσης. «Νικηφόρου»; Χρειάζεται άραγε αυτός ο αισιόδοξος προσδιορισμός στον αγώνα που δόθηκε από λίγους εκατοντάδες άνεργους/ες, επισφαλώς εργαζόμενους/ες, φοιτητές/τριες ανά την Ελλάδα κι είχε ως βασικό στόχο κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο; Το να πληρώνεσαι στην ώρα σου κι εξ’ ολοκλήρου το ποσό που είχες συμφωνήσει με τον εργοδότη; Ναι χρειάζεται για διάφορους λόγους. Καταρχήν, γιατί αυτό το «αυτονόητο», αποτελεί ζητούμενο τον τελευταίο χρόνο (τουλάχιστον) για διάφορες κατηγορίες και κλάδους εργαζομένων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, που βλέπουν να εξελίσσεται μια ανεπίσημη αλλά γενικευμένη στάση πληρωμών του ελληνικού κράτους και των αφεντικών σε μισθούς και συντάξεις. Έπειτα, γιατί η εξαπάτηση, η τζάμπα, «μαύρη» εργασία, η κοροϊδία (με την κυριολεκτική έννοια της λέξης) από τα αφεντικά αποτελεί ένα ατομικό βίωμα για πολλούς/ες από εμάς που απασχολούμαστε σε προσωρινές και ελαστικές εργασίες, σαν αυτή των απογραφών. Και το είχαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας από τον Μάιο, ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να μας «φάνε» τα λεφτά. Αυτό που δεν περίμενε κι ο πιο υποψιασμένος και «κινηματίας» (και αποδείχθηκε ότι ήμασταν πολλοί αυτοί που δουλέψαμε στις απογραφές και είμαστε κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος, ενδιαφέρον δεδομένο για την ταξική τού σύνθεση) ήταν να οργανωθούμε σε οριζόντιες κι αυτοοργανωμένες συνελεύσεις που θα συντονίζονταν πανελλαδικά σε συγκεντρώσεις και καταλήψεις έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ.! Οπότε ναι, δώσαμε έναν νικηφόρο αγώνα. Γιατί όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε ήμασταν ο καθένας μόνος/η του και πληρωθήκαμε ως ένα συλλογικό αγωνιστικό υποκείμενο, γεγονός με συνέπειες σε αυτό το δυναμικό «πράγμα» που λέγεται ταξική συνείδηση όσων μπλέχτηκαν στον αγώνα, πολύ ευρύτερες από τις μισθολογικές ανάγκες που καλύπτουν τα 300-1000 ευρώ που μας αναλογούσαν.

Οι πρώτες συνελεύσεις απογραφεών/τομεαρχών συγκροτήθηκαν μέσα στο καλοκαίρι από λίγους συναδέλφους του α/α/α χώρου που πέρα από το εργασιακό ζήτημα στόχευαν στην ανταλλαγή εμπειριών γύρω από την ίδια τη διαδικασία της απογραφής, της κρατικής και κοινωνικής της χρησιμότητας. Σε τελείως άλλο μήκος κύματος, το ΠΑΜΕ συγκρότησε επίσης πρώτο μια επιτροπή από κνιτόπουλα απογραφείς που διαμαρτύρονταν μέσω των θεσμικών οδών του κόμματος για τις συνθήκες εργασίας και την καθυστέρηση αποπληρωμής [1]. Η πρωτοβουλία που μαζικοποιήθηκε εντέλει και αναγνωρίστηκε από την ίδια την εργοδοσία ως «συνομιλητής» ήταν αυτή του α/α/α χώρου, όταν το Σεπτέμβριο κάλεσε (μέσω indymedia) σε συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. με αίτημα την αποπληρωμή των δεδουλευμένων.

Οι συνελεύσεις που ακολούθησαν πλαισιώθηκαν από μερικές δεκάδες συναδέλφων που ενέκριναν σχεδόν αυτόματα τα οριζόντια χαρακτηριστικά της διαδικασίας και έβαλαν ως στόχο την περαιτέρω μαζικοποίηση της διαδικασίας, έτσι ώστε να προχωρήσουμε σε ανοιχτές, προπαγανδισμένες συγκεντρώσεις έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Βγήκε μια πρώτη αφίσα σε 2.000 αντίτυπα, αλλά ασπρόμαυρη και μικρού μεγέθους (το καλύτερο για την οικονομική δυνατότητα μιας συνέλευσης ανέργων και απλήρωτων) που καλούσε σε συγκέντρωση στα κεντρικά της ΕΛ.ΣΤΑΤ., στα Καμίνια στις 13 Οκτώβρη. Αν και η δυναμική της συγκέντρωση ήταν μικρή λόγω της απεργίας των ΜΜΜ την ίδια μέρα, ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. δέχτηκε να συζητήσει με μια αντιπροσωπεία της συνέλευσης (την οποία είχαμε ορίσει εμείς), αρκεί να επιδείκνυαν τις ταυτότητες τους στους σεκιουριτάδες που φυλούσαν το κτίριο του ελληνικού δημοσίου. Εμείς αντιδράσαμε και εντέλει οι αντιπρόσωποι μας συναντήθηκε με τον πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Α. Γεωργίου [2] χωρίς να επιδείξουν τις ταυτότητες τους. Πίσω από αυτή τη λεπτομέρεια για τον τρόπο εισόδου μας στο κτίριο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. υπόβοσκε μια άλλη σύγκρουση, συμβολική αλλά και πρακτική, όπως αποδείχτηκε στην επόμενη συγκέντρωση μας: Το σωστό για τ’ αφεντικά ήταν να μένουμε εκτός του κτιρίου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , γιατί ήμασταν εξωτερικοί υπάλληλοι, να μην έρθουμε σε επικοινωνία με τους μόνιμους υπαλλήλους που επεξεργάζονταν επίσης το προϊόν της εργασίας μας και ήταν επίσης απλήρωτοι, γιατί ήμασταν προσωρινοί.

Η πίεση που είχε ασκηθεί άρχισε να φέρνει αποτελέσματα. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. παραδεχόταν ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αποστολής των λιστών πληρωμής στο Υπουργείο Οικονομικών κι ότι αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωνόταν μέχρι τα τέλη Νοέμβρη. Για εμάς ήταν μια πρώτη παραδοχή της κοροϊδίας, αφού από το καλοκαίρι μας υπόσχονταν ότι θα πληρωθούμε το Σεπτέμβρη, το Σεπτέμβρη μας λέγανε για Οκτώβρη κτλ. Αποφασίσαμε να έρθουμε σε επικοινωνία με τις αντίστοιχες συνελεύσεις απογραφέων σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα και να τους προτείνουμε συντονισμένες συγκεντρώσεις/καταλήψεις στα κατά τόπους γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. την 1Η Νοέμβρη, όπως κι έγινε. Στην Αθήνα το κράτος είχε προνοήσει να έχει μια διμοιρία ΥΜΕΤ στο εσωτερικό του κτιρίου, γεγονός που δεν πτόησε τους 70 απογραφείς/τομεάρχες που είχαμε μαζευτεί και εισβάλλαμε στο κτίριο φωνάζοντας το σύνθημα «Δεν είμαστε οι σκλάβοι των αφεντικών, φέρτε τα λεφτά των απογραφών». Οι σεκιουριτάδες προσπάθησαν να κλείσουν τις γυάλινες πόρτες, γεγονός που οδήγησε στο να φύγουν και να γίνουν συντρίμμια στο εσωτερικό του κτιρίου. Η διμοιρία ΥΜΕΤ έτρεξε και στάθηκε στην εσωτερική είσοδο, προσπαθώντας και αυτή ανεπιτυχώς να μας κρατήσει στην «φυσική», εξωτερική μας θέση. Δεν ήταν μόνο η οργή μας, ήταν κι η συμπαράσταση που είχαμε από τους «εσωτερικούς», μόνιμους υπαλλήλους της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που φώναζαν να φύγουν τα ΜΑΤ, «αν είναι δυνατό να χτυπάνε τα παιδιά μας», χειροκροτούσαν τα συνθήματα μας και φώναζαν με τη σειρά τους «ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το’73».

Ως τότε υπήρχαν πολλές προκαταλήψεις από τη πλευρά μας για τους δημόσιους υπαλλήλους της ΕΛ.ΣΤΑΤ., που όσους/ες γνωρίσαμε κατείχαν θέση προϊσταμένου στο έργο των απογραφών: ότι δε νοιάζονται για την υπόθεση μας, ότι ο πρόεδρος του σωματείου τους μας είχε υποσχεθεί να έρθει σε συνέλευση μας, αλλά ποτέ δεν πάτησε, ότι έκαναν κατάληψη του κτιρίου την πρώτη φορά που είχαμε συγκέντρωση ,αλλά είχαν σεκιουριτάδες στην είσοδο του «κατειλημμένου» κτιρίου κτλ. Κάποιοι υποστηρίζαμε, παρ’ όλα αυτά, ότι ήταν σημαντικό να προσπαθήσουμε να έρθουμε σε επικοινωνία με τους μόνιμους υπαλλήλους (και όχι με τους εργατοπατέρες τους), γιατί η γενικότερη επίθεση που εξαπολύεται τους καθιστά σύμμαχους μας, αφού ούτε αυτοί έχουν πληρωθεί για τις υπερωρίες των απογραφών, ενώ απειλούνται και με απολύσεις λόγω της «εφεδρείας». Η προσδοκία για επικοινωνία των δυο αυτών διαφορετικής σύνθεσης κομματιών της εργατικής τάξης που απασχολούνται στο ίδιο έργο έγινε πραγματικότητα την στιγμή του «ντου», με την έμπρακτη υποστήριξη από τη πλευρά τους, που ανάγκασε τον πρόεδρο του Σωματείου τους να καταγγείλει την παρουσία των ΥΜΕΤ, τα οποία μετά από λίγο αποχώρησαν από το κτίριο.

Μετά από λίγο καλέστηκε και κοινή συνέλευση μόνιμων και προσωρινών στο κατειλημμένο κτίριο, η οποία όμως περιορίστηκε στα πρακτικά ζητήματα τακτικής που έπρεπε να ακολουθήσουμε για να κατοχυρώσουμε έγγραφες βεβαιώσεις για συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής μας. Πράγματι μετά από λίγες ώρες αντεγκλήσεων και φιλοφρονήσεων με την ανώτερη διοικητική ιεραρχία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (κι ενώ ο πρόεδρος αρχικά, όταν έγινε το «ντου» κλειδώθηκε στο γραφείο του!), είχαμε στα χέρια μας ένα χαρτί που δεσμευόταν για την πληρωμή μας μέχρι τέλη Νοέμβρη ή έστω τέλη Δεκέμβρη, κάτι που το διαβεβαίωνε και σε τηλεφωνική του επικοινωνία ο Υφυποργός Οικονομικών Σαχινίδης. Μετά από αυτό στην Αθήνα λήξαμε την κατάληψη, ενώ στη Θεσσαλονίκη οι συνάδελφοι, έμειναν μια μέρα παραπάνω στο κατειλημμένο κτίριο, ζητώντας συγκεκριμένες ημερομηνίες που θα έχει ολοκληρωθεί η πληρωμή στο νομό τους, κάτι που επίσης κατέκτησαν, παρά τις απειλές της διεύθυνσης ότι θα έστελνε τα ΜΑΤ να εκκενώσουν το κτίριο.

Αν λοιπόν η σύνδεση με τους μονίμους αποδείχτηκε ένα καθοριστικό στοιχείο κινηματικής πίεσης, ένα άλλο ήταν ο πανελλαδικός συντονισμός, που έδειχνε τη μαζικότητα του αγωνιστικού υποκειμένου, Μπορεί εντέλει αυτοί που κινητοποιηθήκαμε να ήμασταν μια μειοψηφία σε σχέση με τους χιλιάδες επισφαλείς εργαζόμενους, όμως πίσω από κάθε κινητοποιούμενο υπήρχαν σχέσεις με συνομήλικους που κυκλοφορούσαν το συγκεκριμένο αγώνα και σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος επιχειρούσε να μας «φάει» τα λεφτά, μπορεί οι δράσεις που πραγματοποιήσαμε να αποδεικνύονταν απλή προθέρμανση σε σχέση με τ’ ότι θα ακολουθούσε. Γιατί μπορεί ο φοιτητικός πληθυσμός να αποτελεί τη νο1 επιλογή των αφεντικών για ευέλικτες μορφές εργασίας, λόγω της «δοκιμαστικής» θέσης τους ως προς την αγορά εργασίας, όμως ακόμα κι ο πιο αδιάφορος για συνδικαλιστικές διεκδικήσεις φοιτητής δεν αποδέχεται την εργασία άνευ μισθολογικού αντιτίμου, ειδικά όταν το συγκεκριμένο πανελλαδικής εμβέλειας έργο στηρίχτηκε στο συγκεκριμένο μισθολογικό «τυράκι». Και μη ξεχνάμε ότι το κομμάτι των απογραφέων, λόγω της εργασιακής του θέσης είχε άλλο ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Ήταν μια γνωστή και γενικώς συμπαθή φιγούρα για καθέναν και καθεμία κάτοικο αυτής της χώρας, κάτι που καθιστούσε δεδομένη τη κοινωνική υποστήριξη για τον αγώνα μας.

Και δεν ήταν μόνο φοιτητές/τριες όσοι απογράψανε. Ειδικά στο κομμάτι που κινητοποιήθηκε συνδικαλιστικά, οι περισσότεροι άνηκαν στην κατηγορία των ανέργων/επισφαλώς εργαζομένων που ζητάνε εργασία μετά την ολοκλήρωση των προπτυχιακών τους σπουδών, είτε ξεκάθαρα στην κατηγορία των ανέργων που όντας χωρίς εργασία απασχολήθηκαν για λίγο στο συγκεκριμένο έργο. Όσον αφορά τη πολιτική σύνθεση των κινητοποιούμενων ήταν ευδιάκριτες δυο κατηγορίες: α. ο κόσμος με αναφορά στο ευρύτερο α/α/α χώρο και ίσως με κάποια ελάχιστη εμπειρία από συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, στο πανεπιστήμιο, στη γειτονιά ή σε σωματεία βάσης. β. κόσμος με αναφορά στο κίνημα των πλατειών, που όπως και το πρώτο κομμάτι θεωρούσε αυτονόητες τις οριζόντιες διαδικασίες αλλά όχι και την κουλτούρα της συζήτησης μέσω τοποθετήσεων κι όχι συνεχών διακοπών και διαλόγου, ενώ ταυτόχρονα ήταν πιο ανοικτός σε μη «παραδοσιακά μέσα» κοινωνικής απεύθυνσης, όπως τη χρήση του facebook. Σίγουρα υπήρχαν κι αρκετά άτομα που δεν εντάσσονταν σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες, παρ’ όλα αυτά ήταν κοινή κατεύθυνση μια κριτική στην υπάρχουσα πολιτική/κοινωνική/οικονομική κατάσταση κι ένα αίσθημα αδικίας κι εντεινόμενης οικονομικής στενότητας στη προσωπική ζωή του καθενός, που καθιστούσε αυτονόητο κι ενοποιητικό πολιτικά το οικονομικό αίτημα για άμεση αποπληρωμή των δεδουλευμένων.

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχόλησε τη συνέλευση αφορούσε τη σχέση της με τα media. Τα άτομα από τον α/α/α χώρο υποστηρίζαμε να αποφύγουμε τις σχέσεις με τους συγκεκριμένους θεσμούς, κάτι με το οποίο δε συμφωνούσαν αναγκαστικά όλοι οι υπόλοιποι/ες. Η απλή επίκληση στο «διαμεσολαβητικό ρόλο των ΜΜΕ» δεν απαντούσε στις απορίες «γιατί είναι κακό να γίνει ευρύτερα γνωστή η υπόθεση μας;». Αντίθετα το επιχείρημα ότι τα ΜΜΕ θα ασχοληθούν μαζί μας μόνο αναλόγως της πίεσης που θα ασκήσουμε με τα δικά μας μέσα πάλης (π.χ. καταλήψεις) και με τα δικά μας μέσα πληροφόρησης (αφίσες σε όλη την πόλη, blog, facebook κτλ.), ενώ και τότε θα κοιτάξουν να δραματοποιήσουν και να προσωποποιήσουν τον αγώνα μας, ήταν αυτό που εντέλει κατοχυρώθηκε ως κοινή συνισταμένη της συνέλευσης. Έτσι δεν αρνηθήκαμε την αποστολή δελτίων τύπου στα ΜΜΕ με τα κείμενα μας, αρνηθήκαμε όμως τις προσωπικές συνεντεύξεις και την παρουσία καμερών στις διαδικασίες μας, ενώ παραπέμπαμε στα συλλογικά μας κείμενα στο blog που είχαμε δημιουργήσει, σε οποιαδήποτε προσέγγιση δημοσιογράφων.

Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι ήταν η συνειδητοποίηση ότι το ζήτημα μας συνδέεται με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της χώρας. Όσο καθυστερούσε η πληρωμή μας, τόσο περισσότερο συνδέαμε την όλη εξέλιξη με την χορήγηση της 6ης δόσης από το ΔΝΤ και την κυβερνητική αστάθεια. Ανεξάρτητα του «τραβηγμένου» ή όχι αυτής της εκτίμησης, το σίγουρο είναι ότι ο αγώνας μας ήταν η μόνη κατοχύρωση της πληρωμής μας. Αυτό όμως δεν είναι ένα απλό ζήτημα, που δεν πρέπει να του δίνουμε σημασία. Γιατί καταρχήν το ελληνικό κράτος θα βρει μπροστά του πολλά τέτοια μικρά αλλά κοινωνικά γειωμένα οδοφράγματα, σε περίπτωση που ανακοινώσει την επίσημη χρεοκοπία του. Έπειτα, επειδή ζούμε σε μια εποχή, όπου όλες οι κεντρικές μάχες φαίνονται εκ των προτέρων χαμένες λόγω της «επίθεσης σοκ» που δεχόμαστε από τρόικα και ελληνικό κράτος. Δημιουργείται έτσι ένα αίσθημα στους εργαζομένους ότι οι αγώνες είναι μάταιοι, αφού δεν φέρνουν αποτελέσματα. Να όμως που κάποιοι άνεργοι και επισφαλώς εργαζόμενοι, χωρίς καμία συνδικαλιστική κάλυψη απέδειξαν το αντίθετο, ότι οι συλλογικός αγώνας είναι ο μόνος τρόπος να υπερασπιστείς τη θέση σου. Το πώς αυτές οι μικρές νίκες μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο για την οργάνωση πιο μόνιμων δομών αυτοοργάνωσης για τα σύγχρονα εργατικά υποκείμενα που κινούνται μεταξύ προσωρινότητας και ανεργίας, συνεχίζει ν’ αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα. Αλλά πάνω στην κυκλοφορία τέτοιων είδους εμπειριών αγώνα θα χτιστούν οι όποιες μάχιμες απαντήσεις στο αβέβαιο μας μέλλον.

πολυεργαλείο

[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μέλη της ΚΝΕ προσδιορίζονταν ως φοιτητές που απασχολήθηκαν σε αυτήν την εργασία για να συμπληρώσουν το εισόδημα της «λαϊκής οικογένειας», το Κόμμα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη φιγούρα του επισφαλώς εργαζόμενου, προτιμά την συντηρητική/μικροαστική εκδοχή του φοιτητή που είναι πρώτος στα μαθήματα, πρώτος στους αγώνες και μια στο τόσο ξενοδουλεύει για να ελαφρύνει την οικογένεια (κλαψ, κλαψ). []

[2] Ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ήταν έμμισθος υπάλληλος του ΔΝΤ, που του δόθηκε η συγκεκριμένη θέση για να βάλε τάξη στα περίφημα greek statistics. Κατηγορείται ότι η δικιά του αντίληψη για την στατιστική ανέβασε το ποσοστό του ελληνικού χρέους το 2009, έτσι ώστε να ξεπερνάει αυτό της Ιρλανδίας και αν δικαιολογεί την έλευση των πρώην εργοδοτών του (της τρόικας). Μετά από αυτές τις καταγγελίες το κράτος καθαίρεσε το σύνολο των μελών του ΔΣ της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πλην της Αυτού Μεγαλειότητας Του. Βλ. και εδώ. []

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*