Η παρακάτω εισήγηση έγινε από την Ανοιχτή Συνέλευση Αγώνα Άνω Πόλης σε εκδήλωση για την οριζοντιότητα και τις εμπειρίες αγώνων από την Αργεντινή του 2001 στις γειτονιές του σήμερα, τον Ιανουάριο του 2012 [1].

 

— ❦ —

 

Η έκδοση του βιβλίου «Οριζοντιότητα – Φωνές λαϊκής εξουσίας στην Αργεντινή» μας έδωσε την αφορμή να συζητήσουμε για τα κινήματα που αναδύθηκαν και συνεχίζουν να αναδύονται στον ελλαδικό χώρο, τα οποία δημιουργήθηκαν είτε μέσα ή μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008, είτε λόγω της επίθεσης που δεχόμαστε καθημερινά σε όλα τα πεδία της ζωής μας με πρόσχημα την οικονομική κρίση. Παρόλο που η αυτοοργάνωση στην Ελλάδα έχει μικρή χρονικά παράδοση, ο Δεκέμβρης πυροδότησε ένα πλήθος κινήσεων εμπνευσμένων από τα ιδανικά του απελευθερωτικού προτάγματος, των ισότιμων διαδικασιών, της δύναμης που έχουν οι από κάτω να πράξουν οι ίδιοι για τις ζωές τους χωρίς διαμεσολαβητές, ειδικούς και εξουσία.

Ως Ανοιχτή Συνέλευση Αγώνα Α. Πόλης ασχολούμαστε κυρίως με ζητήματα που σχετίζονται με την καθημερινότητά μας. Για αυτό το λόγο συμμετέχουμε στο συντονιστικό για την περίθαλψη που έχει δημιουργηθεί από διάφορες συλλογικότητες, στην Επιτροπή Δεν Τη Βγάζω Α. Πόλης που ασχολείται με το ζήτημα της ΔΕΗ, καθώς και σε άλλες συνελεύσεις που δημιουργούνται για ζητήματα της γειτονιάς, όπως η κατεδάφιση των καστρόπληκτων. Μέσα από την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει από τη συμμετοχή μας σε αυτές και άλλες συλλογικότητες, αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα οι δομές μας και οι διαδικασίες μας να έχουν ισότιμους όρους. Η οριζοντιότητα, ως μια νέα έννοια που γεννήθηκε μέσα από τις κινηματικές διαδικασίες της Αργεντινής, μας αφορά άμεσα, μιας και εκφράζει έναν τρόπο οργάνωσης από τα κάτω, οριζόντιο και αδιαμεσολάβητο. Έναν τρόπο οργάνωσης που βλέπουμε να υιοθετείται, ή έστω να γίνεται προσπάθεια να υιοθετηθεί από πολλές συνελεύσεις γειτονιάς, ύστερα από την απώλεια εμπιστοσύνης που παρατηρείται στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Η οριζοντιότητα δεν είναι η ίδια μορφή οργάνωσης, έχει, όμως, την ικανότητα να συγκροτεί άλλες μορφές οργάνωσης και να ρωτά ποια είναι η σημασία της οργάνωσης. Οριζοντιότητα, όπως αναφέρουν και πολλοί σύντροφοι στις συνεντεύξεις τους στο βιβλίο, δεν είναι ένας –ισμός, ένα πρόταγμα, αλλά ένα εργαλείο προς μια οριζόντια οργάνωση που δεν επιτρέπει την καλλιέργεια των ιεραρχιών και των εξουσιών. Αν, λοιπόν, είναι κάτι χρήσιμο για εμάς ως συνέλευση, είναι να κατανοήσουμε το ίδιο το εργαλείο και να δούμε πως μπορούμε να το υιοθετήσουμε στις δικές μας δομές, αφού, φυσικά, κάνουμε έναν απολογισμό για το πόσο κοντά βρισκόμαστε σε αυτά που έχουμε βάλει ως αξίες κατά την οργάνωσή μας. Στόχος είναι η δημιουργία εργαλείων ελευθερίας. Πρώτα έρχεται το αυταπόδεικτο: να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες. Αλλά η διαδικασία να ανακαλύψουμε τις λύσεις για να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες, μας οδηγεί να αναπτύξουμε εργαλεία που μας απελευθερώνουν. Αυτή είναι η αυτονομία και η αυτονομία, όπως και η οριζοντιότητα, είναι ένα εργαλείο για να κερδίσουμε την ελευθερία μας.

Το ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο και γενικότερα στην κινηματική κατάσταση της Αργεντινής είναι οι ομοιότητες που παρουσιάζει η οικονομικο- κοινωνικο- πολιτική κατάσταση της με αυτήν της Ελλάδας. Φυσικά, δεν μας ενδιαφέρει μια εξονυχιστική μελέτη αυτών των ομοιοτήτων και των διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο χώρες. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ανάγνωση και η κατανόηση των εμπειριών των ανθρώπων που συμμετείχαν στα κινήματα της Αργεντινής, ώστε να δούμε κατά πόσο μπορούμε να αντλήσουμε τη γνώση που θα μας οδηγήσει πιο κοντά στη δημιουργία απελευθερωτικών δομών. Γνώση, η οποία είναι πολύτιμη και ταυτόχρονα αποτελεί αφορμή για συζήτηση των εδώ, δικών μας κινημάτων. Και στις δύο χώρες οι πελατειακές σχέσεις, οι πουλημένοι συνδικαλιστές, οι πολυπληθής μεσαία τάξη, η προσπάθεια της αριστεράς να σφετεριστεί την όποια αντίδραση, οι πολιτικές του ΔΝΤ, οι ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ως αποτέλεσμα απολύσεις και αύξηση της ανεργίας, η διαμεσολάβηση και η ανάθεση είναι τα κοινά στοιχεία που οδήγησαν τους/τις Αργεντίνους/ες στην εξέγερση και σε μία ανάγκη αυτοδιαχείρισης των ζωών τους. Στην Ελλάδα η δυσανασχέτηση δεν έχει εκφραστεί ακόμα σε τέτοιο βαθμό, αλλά όπως λένε κάποιοι «είμαστε ακόμα στην αρχή». Η αξία της μελέτης της κινηματικής εμπειρίας στην Αργεντινή έγκειται στο γεγονός ότι αυτά τα κινήματα δημιουργούν το μέλλον στις παρούσες κοινωνικές σχέσεις, ιδιαίτερα μέσα σε μια ιστορική εποχή όπου νέα προτάγματα, όροι και ουτοπίες λείπουν και η δημιουργία τους βασίζεται στις συγκυρίες. Αυτή η εκδήλωση στοχεύει σε μία γόνιμη βιωματικού τύπου συζήτηση αναφορικά με τις δομές που βλέπουμε να δημιουργούνται, τον τρόπο λειτουργίας τους, τα θετικά και τα αρνητικά τους, ώστε με αυτά ως εφόδια να προχωρήσουμε προς έναν κοινό τόπο. Η εισήγησή μας δεν είναι σε καμία περίπτωση η παρουσίαση μιας αλήθειας ή μιας συμπαγούς θεωρίας. Στόχος μας είναι να αναδείξουμε κάποια ζητήματα που σχετίζονται περισσότερο με τις δομές που δημιουργούνται ή όχι στον ελλαδικό χώρο και μέσα από την εμπειρία μας να τονίσουμε αυτά που μας ενδιαφέρουν περισσότερο να αναλύσουμε στην κουβέντα που θα θέλαμε να έπεται. Δεν είμαστε εδώ για να παρουσιάσουμε κάποια γνώση ή θεωρία αλλά να συζητήσουμε και όλοι μαζί να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας και να δούμε πως κάποιοι/ες άλλοι/ες αντιμετώπισαν αυτά που εμείς δεν καταφέραμε ή αυτά που έρχονται. Αυτό θεωρούμε ότι αντιστοιχεί σε μια συνέλευση γειτονιάς, όπως η δικιά μας.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται συνεντεύξεις από ανθρώπους που συμμετείχαν σε συνελεύσεις γειτονιάς, σε κινήσεις ανέργων, σε επανακτημένα εργοστάσια και εργασιακούς χώρους. Στην Ελλάδα βλέπουμε μια τρομερή άνθηση των συνελεύσεων γειτονιάς, οι οποίες είτε ασχολούνται γενικότερα με ζητήματα της καθημερινότητας, όπως είναι η δικιά μας, είτε δημιουργούνται με κάποια αφορμή, όπως το χαράτσι, τα αυξημένα τιμολόγια της ΔΕΗ, οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας, κάποιο αναπτυξιακό έργο (ΧΥΤΑ, φράγματα, μεταλλεία), το άνοιγμα καινούριων διοδίων, κοκ. Αναφορικά με τις κινήσεις ανέργων σε μια προσπάθεια να συλλογικοποιήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, βλέπουμε ότι στην Αργεντινή υπάρχει μια πολύ δυνατή παρουσία με το ΜΤΡ (Κίνημα Ανέργων Εργατών) και το Σωματείο Ανέργων (UTP) και τους piqueteros (ονομασία που προέκυψε από τη λέξη piquete δηλαδή την τακτική μπλοκαρίσματος των δρόμων) ένα κίνημα για την εργασία και την αξιοπρέπεια. Οι άνεργοι οργανώθηκαν σε συνελεύσεις κάτω από τις αξίες της αυτονομίας και της οριζοντιότητας με στόχο την αυτοοργάνωσή τους μέσα στις καταλήψεις, τις κουζίνες αλληλεγγύης, τις ομάδες αντιπληροφόρησης. Επιπλέον, μέσα από δυναμικές παρεμβάσεις έδειξαν την αλληλεγγύη τους στα επανακτημένα εργοστάσια και τους εργασιακούς χώρους σε περιπτώσεις κρατικής καταστολής. Μέσα στις κινήσεις ανέργων παρατηρούμε ότι τα προτάγματα διαφέρουν. Όπως διαβάζουμε και στο βιβλίο μετά από 2 χρόνια συνελεύσεων, ένας αριθμός κινήσεων ανέργων (MTD) αποφάσισαν ότι δεν επιθυμούν να μάχονται για το επίδομα ανεργίας της κυβέρνησης, γιατί ένοιωθαν ότι με αυτό τον τρόπο διατηρούσαν μια διαπραγματευτική σχέση με το κράτος και αυτό τους απομάκρυνε από τη στόχευση για αυτοοργάνωση και αυτοδιαχείριση και συνολικότερα από την επιδιωκόμενη αυτονομία.

Στην Ελλάδα σήμερα οι άνεργοι δε φαίνεται να είναι οργανωμένοι σε επίπεδο δράσεων και κοινωνικού αγώνα. Αν και είναι γνωστό ότι αρκετοί από αυτούς συμμετείχαν στο κίνημα των αγανακτισμένων. Οι πρωτοβουλίες που βλέπουμε μέχρι στιγμής να αναλαμβάνουν οι άνεργοι στον ελλαδικό χώρο, ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, είναι η Ανοιχτή Πρωτοβουλία Ανέργων (ΣΩΒΑ), Επιτροπή Αγώνα Ανέργων Θεσσαλονίκης και άνεργοι και προσωρινά απασχολούμενοι τεχνικών του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών. Παρόλα αυτά οι δράσεις τους δε θυμίζουν αυτές των Αργεντίνων, καθώς παρουσιάζουν γνωρίσματα παραδοσιακού τύπου διαμαρτυρίας και εξαντλούνται εκεί χωρίς να αφήνουν ριζώματα καθημερινότητας. Όσον αφορά στην ισχνή παρουσία κινήσεων ανέργων θα μπορούσαμε να δούμε ως αιτίες αφενός ότι η εμπειρία οργάνωσης των ανέργων στην Ελλάδα είναι μικρή και αποσπασματική και αφετέρου ότι υπάρχει μια παράδοση που θέλει τους άνεργους να ψάχνουν λύσεις ατομικά μιας και κάποιες δομές της ελληνικής κοινωνίας, όπως η οικογένεια και η μικροιδιοκτησία είναι ακόμα ιδιαίτερα ζωντανές. Δεν πρέπει να αγνοήσουμε, βέβαια, ότι στην Ελλάδα υπάρχει παράδοση εργατικών αγώνων και βλέπουμε ότι τον τελευταίο καιρό οι αγώνες αυξάνονται (περίπτωση Χαλυβουργικής, 2 μήνες απεργία). Επιπλέον, σε αντίθεση με την Αργεντινή, δε βλέπουμε να υπάρχει κίνημα επανακτημένων εργοστασίων και εργασιακών χώρων. Ένας προφανής λόγος είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι μια βιομηχανική χώρα και επομένως δεν υφίσταται μία τέτοια ανάγκη. Παρόλα αυτά έχουμε δει προσπάθειες επανάκτησης άλλων εργασιακών χώρων στην πόλη, όπως το Barcellonica, το Applebees, κτλ, χωρίς όμως να βλέπουμε μια συνέχεια σε αυτές τις προσπάθειες. Αναγνωρίζουμε στα χαρακτηριστικά της ελληνικής σύνθεσης της εργατικής τάξης μια ηθική της ιδιοκτησίας, όπως και της ίδιας της εργασίας, κατάλοιπο της πάλαι ποτέ αριστερής θεώρησης, με τα συμφέροντα των εργαζομένων να ταυτίζονται με αυτά των αφεντικών για το κοινό «συμφέρον». Όσον αφορά στα επανακτημένα εργοστάσια εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο τέτοιες προσπάθειες κάνουν τους εργαζόμενους να εγκαταλείπουν το πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού. Επιπλέον, σημαντικό είναι να δούμε τη χρησιμότητα των εγχειρημάτων, για παράδειγμα η αυτοδιαχείριση ενός ξενοδοχείου 5 αστέρων, κατά πόσο εξυπηρετεί τους σκοπούς της κοινότητας, πέρα από το να δημιουργεί θέσεις εργασίας. Τέλος, έχει ενδιαφέρον στην Αργεντινή η διαφορά ανάμεσα στα επανακτημένα εργοστάσια αναφορικά με τη σχέση που έχουν με το κράτος. Για παράδειγμα, κάποια εργοστάσια ζητούν από το κράτος επιδοτήσεις και γενικότερη υποστήριξη στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ενώ κάποια άλλα δε θέλουν κανένα πάρε-δώσε με το κράτος και τους θεσμούς τους. Παρόλα αυτά και οι δύο τάσεις συνυπάρχουν στο συντονιστικό των επανακτημένων εργοστασίων.

Ένα σημαντικό γεγονός που παρατηρούμε μέσα από τις συνεντεύξεις είναι ότι αφορμή για τη δημιουργία πολλών από αυτών των κινημάτων ήταν η ανάγκη και όχι οι ίδιες οι διαδικασίες, αντίθετα με το γεγονός που παρατηρείται αρκετά στην Ελλάδα, όπου λόγω μιας παράδοσης που πολλές φορές δημιουργεί δομές αντίστασης από κεκτημένη ταχύτητα ή για πολιτικούς λόγους και όχι γιατί υπάρχει πραγματική ανάγκη από τους συμμετέχοντες. Για παράδειγμα, στην Αργεντινή η ανάγκη για αξιοπρεπή σίτιση δημιούργησε τις συλλογικές κουζίνες, οι οποίες με τη σειρά τους έδωσαν νόημα στη δημιουργία των συνελεύσεων γειτονιάς ή των κινήσεων ανέργων που έρχονταν να δώσουν απάντηση στα υπόλοιπα ζητήματα που σχετίζονταν με την αναπαραγωγή (περίθαλψη, βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολεία, ένδυση, επιδιορθώσεις μηχανών, παραγωγή ψωμιού, κτλ). Όλη αυτή η συζήτηση μας θύμισε την δική μας περίπτωση δημιουργίας συνελεύσεων ενάντια στο χαράτσι, όπου πέρα από την αντίφαση που έφερνε από μόνο του μιας και αφορά στους ιδιοκτήτες, είτε μικρούς, είτε μεγάλους, διατηρεί μία αμφισβήτηση για το κατά πόσο η δυναμική αυτών των ανθρώπων θα εξαντληθεί αφότου λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο το ζήτημά τους. Δεν ήταν, δηλαδή, η ανικανότητα πληρωμής του ηλεκτρικού ρεύματος που τους ώθησε στη συνέλευση, γεγονός που δείχνει και την ταξικότητα του αγώνα, αλλά η δυσανασχέτηση για έναν ακόμα φόρο που επιβάλλει το κράτος σε μια δύσκολη περίοδο και που ενδεχομένως για τους μεγάλους ιδιοκτήτες ήταν απλά ένας πονοκέφαλος και όχι η πραγματική ανικανότητα να το πληρώσουν. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα κινήματα που αναδύονται εδώ μπορούν να έχουν διαφορές στα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Από τη μια έχουμε κινήματα διαμαρτυρίας, όπως οι αγανακτισμένοι και το κίνημα Δεν Πληρώνω, κινήματα όπως αυτά που ασχολούνται με τα χαράτσια, όπου το ζήτημα είναι να μην πληρωθεί το συγκεκριμένο και όχι η επιθυμία να αλλάξω κάτι, κινήσεις που από πίσω τους υπάρχει πολιτική ηγεσία και κινήματα που διεκδικούν μια αξιοπρεπή διαβίωση και είναι κομμάτια του συνολικού αγώνα.

Μιας και αναφερθήκαμε λίγο στο ζήτημα της σύνθεσης και της στόχευσης αυτών των κινημάτων ας προχωρήσουμε και σε ένα από τα πιο βασικά ζητήματα που θέτει το βιβλίο και που αντιμετωπίζουμε σε όλες τις ανοιχτές συλλογικότητες. Το ζήτημα της ανοιχτότητας. Η έννοια της ανοιχτότητας και τι πρακτικά σημαίνει είναι ένα από τα πιο βασικά ζητήματα που οφείλει να λύσει μια συνέλευση γειτονιάς που εκ των πραγμάτων, αν όντως είναι ανοιχτή, θα είναι πολιτικά ετερόκλητη. Όπως τονίζεται και από τους Αργεντίνους, η αναφορά και η συζήτηση για τις διαφωνίες και τα «εμπόδια» μιας τέτοιας δομής είναι αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μας εμπειρίας και πιθανό χρήσιμο εργαλείο για τη συλλογική μνήμη και το μέλλον.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Πρωτοβουλία κατοίκων Καισαριανής στον πρόλογό τους διακύβευμα τέτοιων συλλογικοτήτων αποτελεί η προσπάθεια για υπέρβαση της ιδεολογικής ανάγνωσης της πραγματικότητας. Αυτή η κουλτούρα της «ιδεολογικής καθαρότητας» ως πανάκεια για την υπέρβαση των αντιφάσεων της ζωής, της θεωρίας και της πράξης, δεν έχει αποδειχθεί μόνο αδιέξοδη, καθώς η πολιτική δράση που αποτελεί εφήμερη νεανική εμπλοκή έχει ημερομηνία λήξης. Είναι και επικίνδυνη, καθώς σε αυτήν την αντίφαση αναπτύσσονται τυπικές και άτυπες εξουσίες. Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε στο βιβλίο αναφορικά με την ανοιχτότητα και τα προβλήματα που αντιμετώπισαν ανάλογες συλλογικότητες στην Αργεντινή. Ένας διακηρυκτικός λόγος του τύπου «είμαι μια αυτόνομη» σε αντίθεση με το «θέλω να δημιουργήσω ή να χτίσω την αυτονομία» είναι μια προσπάθεια λεκτικής υπέρβασης του πραγματικού και αποτελεί κουλτούρα που άτυπα αναπαράγει την κυριαρχία, αφού προσπερνάει την ιεραρχία και την ανάθεση και δεν συγκρούεται μαζί της στην πράξη. Ένας τέτοιος ιδεολογικός λόγος περιορίζει την απεύθυνση και υποδηλώνει φανατικές συμπεριφορές έξω από την ρεαλιστική ανάγνωση της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζει το εγχείρημα. Με αυτή την κουλτούρα συλλογικότητες γειτονιάς λειτουργούν με όρους ιδρυματισμού («να περνάμε εμείς καλά») και δεν μπορούν να ανατρέψουν από τα κάτω την κυριαρχία. Δεν είναι τυχαίο που κάποιοι στο βιβλίο παρατηρούν ότι το γεγονός ότι οι άνθρωποι που συμμετείχαν στα κινήματα δεν είχαν μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα και αυτό τους έδινε την ελευθερία να ανιχνεύσουν νέους τρόπους διαχείρισης και οργάνωσης. Ερώτημα για εμάς επομένως είναι το πώς γίνεται να υπερβούμε την κουλτούρα της ιδεολογικής καθαρότητας με την οποία έχουμε τόσα χρόνια εμποτιστεί στην πράξη; Πώς μπαίνουν τα όρια (π.χ. μικρο- και μεγαλο- ιδιοκτήτες, μικρο- και μεγαλο- καταστηματάρχες, κοκ).

Αυτό το πολιτικά ετερόκλητο περιβάλλον, όμως, πολλές φορές μας τρομάζει. Και έχει ένα ενδιαφέρον να βλέπουμε πόσο θετικό θεωρούσαν στην Αργεντινή ότι οι συζητήσεις αφορούσαν στην πολιτική και τους ανθρώπους, κι όχι τη δημιουργία διαχωρισμών. Η αποδοχή των διαφορών ήταν όχι απλά σημαντική αλλά και ζωτική για τα κινήματα. Χαρακτηριστική είναι η ατάκα «Αν όλοι συμφωνούσαμε, οι συζητήσεις μας δεν θα ήταν τόσο βαθιές. Όταν υπάρχει διαφωνία, προσπαθούμε να ανακαλύψουμε το γιατί, και αυτό είναι σημαντικό για την πραγματική δημοκρατία». Και «Να φτάσεις σε μια απόφαση γρήγορα μπορεί να φαίνεται πιο σκόπιμο, ψηφίζεις και τέλειωσε, αλλά έτσι χάνεις το πιο σημαντικό μέρος, που είναι η διαδικασία του να φτάσεις σε μια απόφαση». Άλλωστε, η ίδια η διαδικασία της συνέλευσης είναι αυτή που γονιμοποιεί τα περιεχόμενα (σε αντίθεση με τα πολιτικά προγράμματα που έρχονται από τα πάνω). Η σύμπλευση των σκοπών και των μέσων είναι απαραίτητη για μια πολιτική ετερότητα. Οι τελικές αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται μέσα από συνθέσεις, μετατοπίσεις και συναινέσεις. Στην πολιτική αυτών των κινημάτων τα μέσα και οι σκοποί συμπίπτουν, σε αντίθεση με την αριστερά όπου τα μέσα (ιεραρχικά και εξουσιαστικά) διαχωρίζονται από τους σκοπούς (ισότητα και ελευθερία). Αυτή η ετερογενής σύνθεση των συνελεύσεων και η επιθυμία για οριζόντια λειτουργία κάνουν απαραίτητη μια συνεχή διαδικασία διαπραγμάτευσης των διαφορών και την αμφισβήτηση των κληροδοτημένων ταυτοτήτων. Αν στόχος είναι μια αληθινά οριζόντια δυναμική, τότε η προσπάθεια εξόντωσης του διαφορετικού δυσκολεύει την δημιουργία σχέσεων σεβασμού και εμπιστοσύνης. Χαρακτηριστική είναι επίσης η ατάκα «Μου φαίνεται ότι άλλες δομές που ήταν περισσότερο βασισμένες στην ιδεολογία, όπως οι συνελεύσεις του τύπου «εμείς οι αριστεροί ή αναρχικοί επαναστάτες» κατέληγαν στον κατακερματισμό των αγωνιζόμενων και την αποτροπή του κόσμου απ’ τη συμμετοχή, εξαιτίας του ότι ήταν πιο κλειστές». Χαρακτηριστικά λέει ένας σύντροφος από την Αργεντινή «κομματικά στελέχη συμμετείχαν στις συνελεύσεις και προσπαθούσαν να μονοπωλήσουν τις συζητήσεις μιλώντας για πολύ ώρα ή θέτοντας πολιτικά αιτήματα στα οποία η συνέλευση ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει όπως το τέλος του ιμπεριαλισμού ή τη δημιουργία εργατικού κράτους. Οι κάτοικοι αποχωρούσαν δυσαρεστημένοι μιας και δε διαφωνούσαν στα πολιτικά αιτήματα καθ’ αυτά, αλλά δεν ήταν ο λόγος για τον οποίο συγκροτήθηκαν οι συγκεκριμένες τοπικές συνελεύσεις».

Ας προσέξουμε αυτό τον κίνδυνο. Το ότι δεν έχουμε κόμματα από πίσω μας δεν σημαίνει ότι μας κάνει ανοιχτούς και όσο διατυμπανίζουμε ότι είμαστε αναρχικοί ή αυτόνομοι δημιουργούμε εξίσου αυτό τον κλειστό κύκλο. Επομένως, ένα άλλο ερώτημα που μας προέκυψε ήταν κατά πόσο το γεγονός ότι δεν έχουμε φτάσει ακόμα στην απόλυτη εξαθλίωση (και άρα ούτε στην καταστροφή παραδοσιακών δομών, όπως η οικογένεια και η μικροιδιοκτησία) επιτρέπει να μπαίνουν μπροστά οι διάφορες ιδεολογίες και να κατακερματίζουν τα κινήματα. Γιατί στην Αργεντινή φαίνεται να προσπέρασαν τα ιδεολογικά χάσματα στο βωμό της ανάγκης. Η δημιουργία τόσων συνελεύσεων γειτονιάς στην Ελλάδα, όπως και στην Αργεντινή έχει επέλθει λόγω της αμφισβήτησης για το υπάρχον σύστημα αντιπροσώπευσης και τις ιδεολογίες του. Εκεί όμως υπήρχε πιο ζωντανά η ελπίδα ότι η αλλαγή μπορεί να επέλθει από τα κάτω και ότι η απάντηση στα θέματα της καθημερινότητας θα δοθεί μέσα από απελευθερωτικές διαδικασίες.

Άλλωστε αυτό που προβάλουν τέτοιου τύπου συλλογικότητες είναι μια ισότιμη μορφή οργάνωσης των αγώνων, αλλά και της καθημερινότητας μέσα από αυτοοργανωμένες, αντιιεραρχικές, αντιθεσμικές και αδιαμεσολάβητες διαδικασίες. Κάτι ανάλογο ισχύει αναφορικά με τις σχέσεις συντονισμού μεταξύ των ομάδων (δες συντονιστικά για την περίθαλψη, τη ΔΕΗ, την ΕΥΑΘ κοκ). Εμείς μέχρι τώρα συνεργαζόμαστε με άλλες συλλογικότητες με κριτήριο τη συνάφεια. Παρόλα αυτά έχουμε βρεθεί σε προσπάθειες συντονισμού με συλλογικότητες οι οποίες δεν τοποθετούν την ίδια την διαδικασία ισάξια με το αποτέλεσμα. Τι κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις; Πόσο ικανοί είμαστε να διατηρήσουμε την ακεραιότητά μας, σεβόμενοι ταυτόχρονα τη λογική που ενυπάρχει σε κάθε συλλογικότητα, τον αλληλοσεβασμό, τις κοινές ανάγκες, τη συνδιαμόρφωση και το σεβασμό των συλλογικών αποφάσεων;

Ας μιλήσουμε όμως και για τις ίδιες τις διαδικασίες των συνελεύσεων και τα προβλήματα που αυτές μπορεί να εμφανίζουν. «Ποιος μιλάει πρώτος; Ποιος μιλάει μετά; Ζητάμε από κάποιους να μιλήσουν ή τι συμβαίνει αν ένα άτομο μιλάει πολύ; Κάποιοι κανόνες πρέπει να υπάρχουν». Είναι απαραίτητο να σταθούμε σε κάποια σημεία, που τα αντιλαμβανόμαστε ως προβληματικά, και τα οποία ανακύπτουν βιωματικά από το σύνολο των εμπειριών μας μέσα στα συλλογικά εγχειρήματα, αλλά και έχουν αναδειχθεί ως τέτοια σ’ όλο το ιστορικό πλαίσιο που μας παραδίδει η κληρονομιά των ριζοσπαστικών κινημάτων. Θεωρούμε πως οι διαδικασίες με τις οποίες λειτουργούν τα συλλογικά μας πράγματα είναι τόσο σημαντικές όσο κι αυτό που θέλουμε να πετύχουμε. Στο πλαίσιο αυτής της άλλης προοπτικής δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να μεταφέρουμε την “πάλη ενάντια σε κάθε εξουσία” και στο εσωτερικό των ίδιων των συλλογικοτήτων μας και “μέσα” στον ίδιο μας τον εαυτό εφόσον αυτός αποτελεί οργανικό στοιχείο της ομάδας. Αν ζητάμε να υπερασπιστούμε και να καλλιεργήσουμε την ιδέα αλλά και την πραγματικότητα της κοινότητας και της συλλογικής συνύπαρξης, είναι σημαντικό να γυρίζουμε στο κατεξοχήν πεδίο της δυνητικής μας συνάντησης, την -ισότιμη- ομάδα και να διερευνούμε τί δεν πάει καλά. Αποδεχόμαστε πως είμαστε διαμορφωμένοι ως υποκείμενα μέσα σε εξουσιαστικά πλέγματα και πως ακόμη και μέσα στις ίδιες τις συλλογικότητές μας δεν μεταμορφωνόμαστε αυτόματα σε κάτι “άλλο”, παρά τη διατυπωμένη συλλογική μας αντιπαράθεση με την εξουσία και τη βία της. Θεωρούμε απαραίτητο να εξετάζουμε συνεχώς τις πρακτικές και τους τρόπους δράσης μας, αποφεύγοντας την ασυνείδητη χρήση τους. Η χρήση πρακτικών “κεκτημένης ταχύτητας” όταν παγιώνεται σταδιακά σε πολιτικούς “χώρους” και συλλογικότητες, οδηγεί σε αντίστοιχη παγίωση εξουσιαστικών αντιλήψεων. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, πως οφείλουμε να εξελίσσουμε τις διαδικασίες μας και να βλέπουμε κριτικά τις αποφάσεις μας όταν νοιώθουμε πως δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μας ή όταν διαπιστώνουμε πως τα αποτελέσματά τους δεν έχουν σχέση με τις επιθυμίες, τους στόχους ή/και τις ανάγκες μας.

Τέτοια προβλήματα μπορούν να συνιστούν από το πώς συγκροτείται μια συνέλευση γειτονιάς και πόση ώρα πρέπει να διαρκεί, όταν την άλλη μέρα για παράδειγμα έχουμε να πάμε στη δουλειά, ο αριθμός των συμμετεχόντων, ο τρόπος λήψης αποφάσεων, το ζήτημα της παλαιότητας μελών της συνέλευσης, τη δέσμευση και τη συνέπεια η έλλειψη των οποίων προκαλεί ανισότητες στο εσωτερικό των συνελεύσεων, όπου μαζί με τους ρόλους που υπάρχουν ή υιοθετούνται (κλειδιά, αφίσες, ταμείο, mailing lists, κοκ) προωθούν την ανάθεση. Ο τρόπος για να αντιμετωπίσεις την ανάθεση εμπερικλείει συνέπεια, υπομονή, σταθερή παρουσία στο χωροχρόνο, ανοιχτές συμμετοχικές διαδικασίες, κυκλικότητα στους ρόλους, καθημερινή ζύμωση, ενεργό συμμετοχή.

Όσον αφορά στο ζήτημα της παλαιότητας, ένας σύντροφος αναφέρει από την Αργεντινή σε μία μπροσούρα του θερσίτη «Ο οριζόντιος χαρακτήρας δεν είναι μια απλή τυπική απόφαση ότι όλοι είναι ίσοι, αλλά μια συνειδητή και συνεχής προσπάθεια εγγύησης των συνθηκών για την αληθινή ισότητα. Για παράδειγμα, τα παλιά μέλη μιας συνέλευσης οφείλουν να ενημερώνουν τα καινούρια για τις δράσεις της συνέλευσης με στόχο να τα κάνουν ίσα. Η πραγματική οριζοντιότητα δε συνίσταται στο να κρύβουμε κάτω από το χαλί τις υπάρχουσες ανισότητες, αλλά στο να τις ξεπεράσουμε ή να τις αναγνωρίσουμε (μέλη που έρχονται και ψηφίζουν για μια δράση, αλλά δεν ξανάρχονται). Η πραγματική πολιτική ισότητα σε μια οριζόντια οργάνωση συνίσταται σε μια πολύ απλή αρχή: ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ακριβώς στο βαθμό που αυτές οι αποφάσεις τον επηρεάζουν».

Κάποιοι από την Αργεντινή λένε ότι ψηφίζουν όταν αυτό μοιάζει απαραίτητο, αλλά πιο συχνά βασισμένοι στο επίπεδο της συμφωνίας που έχουν γενικά, αυτό δε μοιάζει απαραίτητο. Τι γίνεται σε μια συνέλευση με 100 άτομα; Πώς επιτυγχάνεται η ομοφωνία; (δες ΔΕΗ ψηφίσαμε). Πώς αναλαμβάνουν ευθύνες οι συμμετέχοντες; Η συμμετοχή πρέπει να αναπτυχθεί από τους ανθρώπους και δε μπορεί να είναι καταναγκαστική με κανένα τρόπο. Παρόλα αυτά η δέσμευση είναι ζωτική, τόσο για να μπορούν οι δράσεις να υποστηρίζονται, όσο και για να διασφαλιστεί η ισοτιμία. Καμιά φορά, όπως παρατηρούν και οι σύντροφοι στην Αργεντινή είναι σαν να υπάρχει μια ανθεκτική μνήμη καθετότητας, αντιπροσώπευσης, ανάθεσης, η οποία λειτουργεί σχεδόν ασυνείδητα. Όσο και να λέμε πως είμαστε αυτόνομοι, ξαφνικά και απρόσμενα βρισκόμαστε στη θέση να επιθυμούμε να δράσει κάποιος άλλος, να μιλήσει κάποιος άλλος ή να περιμένουμε να αποδεχτούμε και να μας αποδεχτεί κάποιος άλλος. Πώς λειτουργούμε σε τέτοιες περιπτώσεις;

Άλλα ζητήματα, οικεία μάλλον σε πολλούς και πολλές, είναι η άνιση κατανομή του χρόνου ομιλίας αλλά και του ειδικού βάρους της συμμετοχής ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες μέσα σε, αυτοπροσδιοριζόμενες ως, αντι-ιεραρχικές ή αντεξουσιαστικές συλλογικότητες. Ή όταν κάποιος χρησιμοποιεί τις ικανότητές του είτε στη γλώσσα, είτε στη γνώση της ιστορίας για να χειριστεί άλλους συντρόφους. Για παράδειγμα έχουμε παρατηρήσει ότι κάποια άτομα μιλούν για πολύ περισσότερο χρόνο από άλλα άτομα. Το πρόσωπο που μιλά πολλή ώρα στερεί τον χρόνο τοποθέτησης των άλλων ατόμων, πολλές φορές κουράζει, και επιμηκύνει τον χρόνο διάρκειας της συνέλευσης.

Άλλο ένα ζήτημα διαδικασίας είναι ότι κάποια άτομα τα οποία δεν έχουν συμμετάσχει ξανά σε συνέλευση, και άρα δεν έχουν κουλτούρα συνέλευσης, κάποιες φορές δεν σέβονται διαδικασίες όπως το γεγονός ότι δεν διακόπτουμε όποιον μιλάει, δεν μιλάμε όλη την ώρα, περιμένουμε την σειρά μας κ.ο.κ.. Επιπλέον, επειδή δεν είναι συνηθισμένοι σε συνελεύσεις, κουράζονται και αποχωρούν γρήγορα, πριν τελειώσει η συνέλευση, με αποτέλεσμα να μένουν όλα τα πρακτικά στους υπόλοιπους, γεγονός που επίσης διαιωνίζει την ιεραρχία και την ανάθεση.

Από την εμπειρία μας σε συνελεύσεις παρατηρούμε ότι πολλές φορές άντρες είναι αυτοί που μονοπωλούν τον χρόνο της συνέλευσης ή επιβάλλονται ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής τους. Επίσης πολλές φορές μετράει η άποψη των αντρών περισσότερο από των γυναικών. Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, ο σεξισμός είναι βαθιά ριζωμένος.
Άλλες φορές πάλι δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά η παλαιότητα στη συνέλευση ή στον πολιτικό χώρο όσον αφορά την βαρύτητα της άποψης κάποιου. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος καινούριος να κάνει μια πρόταση ή να θέσει ένα ερώτημα και να αγνοηθεί και να χρειαστεί να επιμείνει για να λάβει μια απάντηση ή έναν σχολιασμό.

Ένα άλλο σημείο που βρήκαμε σημαντικό να συζητηθεί είναι η σημασία της «νίκης». Το να μην προσπαθούμε να στοχεύσουμε σε κάτι άπιαστο, επειδή ξέρουμε ότι είναι μακριά και συχνά δύσκολη διαδικασία είναι σημαντικό. Η νίκη φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις που περιγράφονται στο βιβλίο να λειτούργησε ως κινητήριος δύναμη για τη συνέχιση των κινημάτων. Παρόλα αυτά οι «ήττες» ή οι «νίκες» των κοινωνικών αγώνων μετριούνται (ή θα έπρεπε να μετριούνται) όχι με ισολογισμούς «αποτελεσματικότητας» όσο με το κατά πόσο «συσσωρεύουν» στις κοινωνικές συνειδήσεις ριζοσπαστικούς, συγκρουσιακούς και οριζόντιους τρόπους αντίληψης του αγώνα. Έχουμε, δηλαδή, από τη μια την αλλαγή που επιφέρεται στις συνειδήσεις των ανθρώπων μέσα από τις ίδιες τις διαδικασίες και από την άλλη την ελπίδα που γεννάται μέσα από τις επιτυχίες, η οποία φαίνεται πως είναι σημαντική.

Όμως, ας μην ξεχνάμε και τα θετικά των συνελεύσεων. Ένα από αυτά είναι η έμπρακτη αλληλεγγύη που προσφέρει ο ένας στον άλλο. Αν μου τύχει οτιδήποτε, ξέρω ότι τα υπόλοιπα μέλη της συνέλευσης θα με βοηθήσουν. Για παράδειγμα, πολλές ήταν οι περιπτώσεις μελών της συνέλευσης που σήκωναν κάποιον αγώνα στον εργασιακό τους χώρο και η συνέλευση στήριζε τον αγώνα τους. Η συνέλευση έχει λειτουργήσει δηλαδή ως εργαλείο σύνδεσης με τους εργατικούς αγώνες.

Λειτουργώντας έτσι σαν συλλογικότητα αναλαμβάνουμε από κοινού τις ευθύνες των πράξεών μας ως συνέλευση. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις καταστολής υπάρχει έμπρακτη αλληλεγγύη από τα μέλη της συνέλευσης. Όπως αναφέρεται και στην Οριζοντιότητα, είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις που παίρνουμε στη συνέλευση, ακόμα κι αν κάποιοι από μας δεν συμφωνούν πλήρως μ’ αυτές.

Έτσι μαθαίνουμε να μιλάμε, να επιχειρηματολογούμε, να εκφράζουμε τις σκέψεις μας, αλλά και ν’ ακούμε διαφορετικές σκέψεις και απόψεις.

Επιπλέον, κοινωνικοποιούμαστε. Στην Οριζοντιότητα αναφέρεται ότι ανακτήθηκε η πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση μέσα από τις συνελεύσεις, επανακτήσανε την κοινότητά τους.

Τέλος ενημερωνόμαστε για την επικαιρότητα. Αντιπληροφορούμαστε.

Προφανώς και δεν υπάρχει μια μαγική συνταγή για το πώς συμπεριφερόμαστε μέσα στις συλλογικότητές μας, αφού πάντα αυτό έχει να κάνει με τους ανθρώπους που τις απαρτίζουν. Παρόλα αυτά υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να τα έχουμε στο νου μας ώστε να διασφαλίζουμε έτσι ότι οι αξίες και οι αρχές μας δεν καταπατούνται. Η οριζοντιότητα βασίζεται στην πρόσωπο με πρόσωπο πολιτική. Δεν λειτουργούμε ομόφωνα επειδή μας είπαν πως είναι ο μόνος σωστός τρόπος. Το διακύβευμα για εμάς είναι η δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων. Σχέσεων που οδηγούν στο αίσθημα της κοινότητας. Λειτουργούμε ομόφωνα επειδή νοιώθουμε ασφυξία σε άλλες μορφές και τρόπους οργάνωσης της συλλογικής ζωής, επειδή νοιώθουμε πως είναι ο σωστός δρόμος. Οι ιστορικές συνθήκες και τα υποκείμενα των αγώνων είναι οι παράγοντες εκείνοι που καθορίζουν το μέγεθος και την ποιότητα της κοινωνικής οικειοποίησης της αυτοοργάνωσης. Δεν είναι μόνο η βούληση ή η αποτελεσματικότητα των ριζοσπαστικοποιημένων ομάδων, αλλά και η δυνατότητα μετακίνησης προς ένα διαφορετικό τρόπο αντίληψης της πολιτικής σφαίρας και της καθημερινότητας. Αυτό που προτάσσεται είναι μια πολιτική της εγγύτητας, της συνεργασίας, της αλληλοκατανόησης, μία πολιτική πρόσωπο με πρόσωπο.

[1] Η συγκεκριμένη εισήγηση γράφτηκε για να γίνει προφορικά στην εκδήλωση της Ανοιχτής Συνέλευσης Αγώνα Α. Πόλης στις 27 Ιανουαρίου 2012. Δεν έχει απαραίτητα τη μορφή γραπτού κειμένου. Για αυτό και υπάρχουν ατόφια αποσπάσματα από τα εξής βιβλία:

  1. «Οριζοντιότητα – Φωνές Λαϊκής Εξουσίας στην Αργεντινή», επιμέλεια: marina sitrin, ΣΚΥΑ
  2. «Με αυτό μοιάζει η ομοφωνία;» common wheel collective, paivani[at]lists.riseup.net
  3. Οικονομική κρίση και αυτοοργάνωση – λαϊκές συνελεύσεις, υποδομές αλληλοβοήθειας, άμεσες δράσεις», θερσίτης

[]

Σχετικές δημοσιεύσεις

  • Δε βρέθηκαν σχετικές δημοσιεύσεις