«Κοινωφελής εργασία» ή αλλιώς η κατάργηση της μισθωτής εργασίας από τα αφεντικά

Προσωρινοί, ενοικιαζόμενοι, απλήρωτοι και τσαμπουκαλεμένοι

Επισφαλείς εργαζόμενοι, «ωφελούμενοι», άνεργοι ας μας πει κάποιος τελικά τι θα είμαστε τα επόμενα 2 χρόνια να ξέρουμε… Το μόνο σίγουρο είναι ότι όταν βρισκόμαστε σε μια παρέα χρειαζόμαστε τουλάχιστον ένα 10λεπτο για να εξηγήσουμε τι δουλειά κάνουμε.

«Ωφελούμενοι» λοιπόν… μμμ και τι είναι αυτό; Μέχρι τώρα ξέραμε ότι είμαστε εργαζόμενοι, επισφαλείς εργαζόμενοι κλπ. Και εύλογα αναρωτιόμαστε τώρα τι έγινε και μας φαίνεται αυτονόητη η συνθήκη της επισφάλειας και επιπλέον καλούμαστε να εξηγήσουμε τι εστί «ωφελούμενος»; «Ωφελούμενοι» λοιπόν είμαστε αυτοί οι οποίοι δουλεύουμε σε Δήμους, νοσοκομεία και άλλους φορείς του Δημόσιου τομέα με 5μηνη σύμβαση ορισμένου χρόνου. Το αφεντικό σου σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ο δημόσιος φορέας που πας κάθε μέρα (θεωρείται έμμεσος εργοδότης) άλλα μια ΜΚΟ (άμεσος εργοδότης) που σε έχει προσλάβει μέσω ΑΣΕΠ. Ο παρεχόμενος από τα προγράμματα ΕΣΠΑ μισθός είναι 25 ευρώ τη μέρα ή 625 ευρώ τον μήνα αν δουλέψεις όλες τις προβλεπόμενες μέρες. Αν δηλαδή αρρωστήσεις, λείψεις μια Δευτέρα από τη δουλειά ή τολμήσεις (άκουσον, άκουσον) να απεργήσεις σου αφαιρείται το ανάλογο 25ευρω. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσου εργοδότη που ακούει στο όνομα «Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ» έχει φροντίσει μάλιστα να κατοχυρώσει στις συμβάσεις της την πρόβλεψη ότι στις 5 απουσίες παύεις να είσαι «ωφελούμενος». Με αυτόν τον τρόπο επιστρέφεις πιο γρήγορα στην βάση εκκίνησης και ταυτόχρονο τελικό προορισμό όλων των νέων μορφών εργασίας του σύγχρονου καπιταλισμού: Την χωρίς επίδομα ανεργία.

Σε αυτό το σημείο λοιπόν αναρωτιόμαστε πρόκειται για μια νέα μορφή stage; Η λογική του «συμβασιούχου δημοσίου» είναι κοινή, μόνο που εδώ έχουμε και ενοικιαζόμενη εργασία (θυμηθείτε Κούνεβα, MANPOWER, ADECCO). Η ΜΚΟ, δηλαδή, για την οποία εργαζόμαστε κερδίζει 5% κεφαλικό φόρο από τον μισθό μας για το «όφελος» που μας προσφέρει.

Το επόμενο κομβικό ερώτημα για να κατανοήσουμε τι σκατά κάνουμε είναι να ανιχνεύσουμε τι βρώμικο έχουν πάλι στο μυαλό τους τα πολλά αφεντικά μας (κράτη, ΜΚΟ, ιδιωτικό κεφάλαιο πίσω από ΜΚΟ, αντιμνημονιακοί δήμαρχοι και εργατοπατέρες, «πράσινοι φιλάνθρωποι» και λοιπό κακό συναπάντημα). Αρχικά όταν το ψάξαμε λίγο, βρήκαμε ότι αυτή η νέα μορφή εργασίας θεσμοθετήθηκε από το πρώτο μνημόνιο, τον Μάιο του 2010. Εκείνη τη χρονική περίοδο, η διαλεκτική των από τα πάνω περί «εθελοντισμού και «πράσινης ανάπτυξης» μεταφραζόταν σε εν μια νυχτί στήσιμο ΜΚΟ, έτσι ώστε το «βαθύ πράσινο» (γαλάζιο, ροζ…) κράτος να συμμετάσχει (αφιλοκερδώς!) στο μεταμοντέρνο σκλαβοπάζαρο. Όταν το ψάξαμε λίγο παραπάνω βρήκαμε κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι οι εργασιακές συνθήκες που βιώνουμε αποτελούν «βλαχοελληνική» αντιγραφή ρυθμίσεων που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ και Μ. Βρετανία. Η στρατηγική από πίσω ονομάζεται «workfare», μια λέξη ομόηχη με τη λέξη welfare (που σημαίνει κοινωνικά επιδόματα, βλ. και welfare state, δηλαδή κράτος πρόνοιας), και στόχος ήταν να μετακινηθούν οι δέκτες των επιδομάτων ανεργίας προς την εργασία, καθώς και να περάσουν προνοιακές δομές από τον έλεγχο του δημοσίου στον έλεγχο ιδιωτικών φορέων με Μη-Κυβερνητικό προσωπείο. Μ’ ένα σμπάρο πολλά τρυγόνια: Οι κρατικές δαπάνες για κοινωνική πρόνοια εκμηδενίζονται, τα επιδόματα ανεργίας μετατρέπονται σε επιδόματα εργασίας, η οργανωτική δύναμη των συνδικάτων του δημοσίου τομέα πλήττεται εκτός και αν αυτά θελήσουν να διατηρήσουν τα διαμεσολαβητικά τους προνόμια μετατρεπόμενα σε ΜΚΟ/εργοδότες «ωφελούμενων» και το ιδιωτικό κεφάλαιο με τη φιλανθρωπική του μάσκα έρχεται να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, με το αζημίωτο βεβαίως, βεβαίως.

Οπότε ο «ωφελούμενος» είναι απλά ένας καινούργιος όρος έτσι ώστε να παρακάμψουν τα εργασιακά μας δικαιώματα; Ναι είναι η απάντηση σε πρώτη φάση και συνηγορεί και η Επιθεώρηση Εργασίας, στις προσφυγές ημών των «ωφελουμένων» μέχρι στιγμής. Αλλά όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο αυτό. Το ζήτημα είναι να αποξενωθούμε τελείως από την έννοια του όρου εργαζόμενος και ότι σημαίνει αυτό. Το ζήτημα είναι να αποδομηθεί η έννοια της εργασίας και να επαναπροσδιοριστεί με νέους όρους. Έχουμε λοιπόν μια συνθήκη εργασίας που υποτίθεται δεν αφορά τον κόσμο της εργασίας γιατί δεν μιλάμε για εργασία άλλα για κοινωνικό έργο. Η καθαριότητα λοιπόν στο Πεδίον του Άρεως είναι κοινωνικό έργο για τον Δήμο Αθηναίων και για την ΜΚΟ και όχι εργασία. Η ελαστικοποίηση των ζωών μας δεν αρκεί, γιατί έτσι, έστω και για κάποια χρονικά διαστήματα, θεωρούμαστε εργαζόμενοι κι έχουμε διάφορων ειδών απαιτήσεις. Τα αφεντικά ουσιαστικά οικειοποιούνται και αντιστρέφουν τα προλεταριακά μας προτάγματα. Εμείς δεν είμαστε που λέγαμε «κάτω η μισθωτή εργασία», «δε θα γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι σαν τους γονείς μας», «θα επιβιώσουμε αλλάζοντας δουλειές και δουλεύοντας όσο το δυνατόν λιγότερο»; Και να που έρχεται το κράτος που καταργεί θεσμικά τη μισθωτή εργασία, μας αρνείται την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου, μας αναγκάζει να αλλάζουμε δουλειές και να δουλεύουμε όλο και λιγότερο. Και κάπως έτσι καταλήγουμε να δουλεύουμε και να λέμε κι ευχαριστώ για το «όφελος» που μας προσφέρεται ή αλλιώς ΠΕΙΘΑΡΧΟΥΜΑΣΤΕ.

Όλα αυτά στην ελληνική συνθήκη που μέχρι στιγμής ονομάζεται «Προγράμματα Κοινωφελής Εργασίας μέσω ΕΣΠΑ» μεταφράζονται σε σταδιακή αντικατάσταση του μόνιμου προσωπικού του δημοσίου (που τίθεται σε «διαθεσιμότητα») από «ωφελούμενους», σε εκτεταμένη καθυστέρηση πληρωμών αυτών και σε καταστρατήγηση των βασικών διατάξεων του εργατικού δικαίου που γνώριζαν οι γονείς μας (άδειες -ασθενείας και μη-, επιδόματα, απεργίες, δουλειά το Σ/Κ, συνθήκες ασφαλείας στον εργασιακό χώρο κ.α.). Το θεσμικό καθεστώς μέχρι στιγμής παλαντζάρει ανάμεσα στο «γκρίζο καθεστώς» του «δεν ισχύουν οι διατάξεις που απορρέουν από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της ΓΣΕΕ», χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται οι διατάξεις που ισχύουν, και στη θεσμική συγκεκριμενοποίηση της απουσίας δικαιωμάτων στις συμβάσεις της… πρωτοπόρας ΓΣΕΕ. Οπότε έχει μεγάλο κινηματικό ενδιαφέρον να δούμε και τον αγώνα που έχει ξεκινήσει γύρω από το ζήτημα της κοινωφελούς εργασίας, γιατί ενδέχεται αυτός να καθορίσει και τις κινήσεις των αφεντικών στα πλαίσια πάντα της αναδιαρθρωτικής στρατηγικής που σκιαγραφήσαμε.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων σε αυτά ξεκίνησε να εργάζεται σε Δήμους, Νοσοκομεία και άλλους χώρους, μέσα καλοκαιριού με αρχές Σεπτέμβρη του 2012. Αρχές του φθινοπώρου έχουμε στην Αθήνα την δημιουργία της συνέλευσης με όνομα «Συνέλευση Ανέργων/Εργαζομένων στην κοινωφελή εργασία» μετά από κάλεσμα της συλλογικότητας «Άνεργοι/ες από τις γειτονιές της Αθήνας». Παράλληλα με τη συγκρότηση της συνέλευσης είδαμε πολλούς εργαζόμενους σε διαφορετικές ΜΚΟ ανά την Ελλάδα να βρίσκονται, να συζητάν και να πηγαίνουν έξω από τους άμεσους και τους έμμεσους εργοδότες τους πιέζοντας καταρχήν για το ζήτημα των δεδουλευμένων και δευτερευόντως για τα υπόλοιπα εργασιακά δικαιώματα. Είναι κατανοητό σε όλους πέραν των αφεντικών ότι παρά το «όφελος» της 40ώρης εργασίας όταν αυτό δε συνοδεύεται από την μηνιαία καταβολή του μισθού, δημιουργείται εκνευρισμός στις τάξεις των «ωφελούμενων», που μετά από ένα μακρύ διάστημα ανεργίας/φτώχειας, αναγκάζονται π.χ. να δανείζονται για να πάνε στη δουλειά… Αυτός ο «εκνευρισμός» πήρε διάφορες μορφές αυθόρμητου μαζικού αγώνα, από καταλήψεις δημαρχείων (Πάτρα), συγκεντρώσεις, έξω από γραφεία ΜΚΟ (Καματερό/Ίλιον, Πεδίο του Άρεως), λευκές απεργίες (Ζωγράφου) μέχρι και 48ωρη απεργία/διαδήλωση (Ηράκλειο). Κι όπου ο «εκνευρισμός» μετουσιώθηκε σε αγώνα οι «ωφελούμενοι» πληρώθηκαν μια πρώτη δόση. H πρώτη πληρωμή μέχρι στιγμής φαίνεται να αποσυνθέτει τις κοινότητες αγώνα που δημιουργούνται, αν δεν έχει φροντίσει το ΠΑΜΕ να τις απενεργοποιήσει ήδη στα συνδικάτα που ελέγχει. Tα υπόλοιπα ζητήματα παραμένουν δευτερεύοντα ή τακτοποιούνται πλαγίως και έτσι κι αλλιώς μετά από λίγο το 5μηνο τελειώνει και ο «ωφελούμενος» περιμένει να διαλευκανθεί το γραφειοκρατικό ζήτημα της πληρωμής των υπόλοιπων δόσεων, που παλιά λέγονταν μισθοί…

Αν και είναι νωρίς ακόμα να μιλήσουμε για τους αγώνες ενάντια στα Κοινωφελή Προγράμματα, τη δυναμική τους και τα όρια τους, μέσα από τη συμμετοχή μας στις επιμέρους κινητοποιήσεις και στη «Συνέλευση Ανέργων/Εργαζομένων στην κοινωφελή εργασία» -που προσπαθεί να διαδραματίσει ένα συντονιστικό ρόλο σε επίπεδο πολιτικού λόγου και σύνδεσης των επιμέρους αγώνων- διαβλέπουμε κάποιους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς σκοπέλους που πρέπει να έχουμε στο νου μας. Ένα: Λόγω της καινούριας φύσης των προγραμμάτων και του «γκρίζου» θεσμικού εδάφους, οι αγώνες πολλές φορές εξαντλούνται σε μια απαίτηση «τήρησης των νομίμων» και σε μια εναγώνια αναζήτηση «να μας πει ο εργατολόγος/η επιθεώρηση εργασίας/το συνδικάτο του ΠΑΜΕ τι πραγματικά ισχύει», κάτι που ενέχει το κίνδυνο στο μέλλον, όταν το θεσμικό πλαίσιο από «γκρίζο» να γίνει «ολόμαυρο», οι «ωφελούμενοι» εντέλει να αποδεχτούμε χωρίς κουβέντα αυτά που υπογράψαμε «νομίμως και με ελεύθερη βούληση».

Δυο: Ενώ η αυθόρμητη και μαζική φύση των κινητοποιήσεων δείχνει την απροθυμία των εργαζόμενων να αποδεχθούμε τον ρόλο των «ωφελούμενων», οι αγώνες που προκύπτουν δανείζονται το λεξιλόγιο και τα χαρακτηριστικά των μορφών αγώνα των «μονίμων» κάτι που δε θα ήταν καθόλου κακό, αν δεν συσκότιζε τη διαφορετική φύση του εργασιακού υποκειμένου που συγκροτείται. Π.χ. η απαίτηση για «μόνιμη και σταθερή εργασία» και για εγγραφή στο συνδικάτο των «μονίμων» δεν είναι κακή ως εργαλείο σύνδεσης των αγώνων των δυο εργασιακών υποκειμένων που πλήττονται εξίσου από τ’ αφεντικά, όμως νομίζουμε ότι στη λογική της μονιμοποίησης μπορεί να υπολανθάνει μια ψευδαίσθηση μελλοντικής μονιμοποιήσης είτε μέσω της ατομικής προϋπηρεσίας/ρουσφετιού, είτε μέσω της συλλογικής αγωνιστικής πίεσης, χαρακτηριστικά που τα έχουμε συναντήσει στους αγώνες των εργαζόμενων σε stage και των συμβασιούχων του δημοσίου. Την ίδια στιγμή όμως η στρατηγική των αφεντικών είναι πολύ στοχευμένη στην κατεύθυνση «18 μήνες ανεργία, 5 μήνες δουλειά» και χρειάζεται και το εργασιακό υποκείμενο να συνειδοτοποιήσει τη νέα εκμεταλλευτική συνθήκη και να ανακαλύψει νέες μορφές/ δομές αγώνα αντί να έχει ψευδαισθήσεις μονιμοποίησης που τις εκμεταλλεύονται πειθαρχικά τα αφεντικά (του στυλ «κάτσε εσύ φρόνιμος και η ΜΚΟ θα εκτιμήσει την προϋπηρεσία σου στο μέλλον»).

Τρία, αλλά σχετικό με το δυο: Το χρονικό διάστημα της οργάνωσης ενός εργατικού αγώνα δε συμβαδίζει με το σύντομο διάστημα της νέας εργασιακής συνθήκης. Υπάρχει μια προφανής αδυναμία να οργανωθείς με σταθερούς όρους όταν βρίσκεσαι σε μια συνθήκη προσωρινότητας, την οποία τα αφεντικά την γνωρίζουν πολύ καλά, και μια εργατική απάντηση από την πλευρά μας ίσως είναι η σύνδεση των χρονικά διαφορετικών φουρνιών προσωρινών, η σύνδεση ουσιαστικά των αγώνων των δυο όψεων μας: του προσωρινά εργαζόμενου και του μακροχρόνια ανέργου, γεγονός που η Συνέλευση των «ωφελούμενων» της Αθήνας το έχει συνειδητοποιήσει, όπως δείχνει και η υπογραφή της. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι στα κοινωφελή δε φαίνεται να έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα ότι όταν εργαζόμαστε είμαστε ταυτόχρονα ανακυκλώσιμοι άνεργοι, όπως και όταν σταματάμε να δουλεύουμε παραμένουμε ανακυκλώσιμοι εργαζόμενοι.

Ας μη βιαζόμαστε όμως να προκαταβάλλουμε την ιστορία μας, αρκετό τρέξιμο μας επιβάλλουν ήδη οι σύγχρονοι ρυθμοί εργασίας! Οι αγώνες των επισφαλών ενάντια στην ενοικιαζόμενη εργασία συγκροτούνται παράλληλα με τις αναδιαρθρωτικές κινήσεις των αφεντικών και ήδη έχουν μια νηπιακή αλλά υπαρκτή ιστορία που συνδέει υπόγεια τις κινητοποιήσεις των συμβασιούχων και των εργαζόμενων στα stage, τον Δεκέμβρη του ’08 και τις διαδηλώσεις για την Κούνεβα, τους αγώνες των εργολαβικών στα πανεπιστήμια και των απογραφέων του 2011, τις συνελεύσεις βάσης σε διάφορους κλάδους του ιδιωτικού τομέα και την οργάνωση των ανέργων στο έδαφος των συνελεύσεων γειτονιών. Αν για τα αφεντικά ισχύει ότι μας έχουν ακόμα ανάγκη αλλά ταυτόχρονα περισσεύουμε ως εργατική δύναμη, στο χέρι μας είναι να τους δείξουμε ότι αυτοί που πραγματικά περισσεύουν είναι αυτοί και οι (σκατο)δουλειές που μας προσφέρουν.

 

Πολυεργαλείο, β.

Ιανουάριος 2013

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*