Η εισήγηση της εκδήλωσης στο Αυτόνομο Στέκι στις 17 Δεκεμβρίου ’15.

***

Θα ήθελα πριν ξεκινήσω να πω δυο λόγια αρχικά για τον στόχο της έκδοσης που είναι η στήριξη του ταμείου αλληλοβοήθειας της Συνέλευσης για την Κυκλοφορία των Αγώνων και κατά δεύτερο θα ήθελα να αναφερθώ στους γενικότερους σκοπούς της σειράς εκδόσεων με θέμα την «εργατική μαρτυρία» –το δεύτερο μέρος της οποίας ολοκληρώθηκε με την έκδοση του Ημερολογίου ενός εργάτη της Ρενώ– καθώς επίσης και στους κυριότερους λόγους της επιλογής της μετάφρασης του βιβλίου του Ντανιέλ Μοτέ.

1.Το ταμείο αλληλοβοήθειας λειτουργεί τα τελευταία τρία χρόνια και σκοπός του είναι τόσο να αποτελέσει μια δομή υποστήριξης μεταξύ των συντρόφων/ισσων της συνέλευσης, όσο και να στηρίζει απεργούς και αγωνιζόμενα υποκείμενα σε αγώνες που συμμετέχουμε (βλ. το σχετικό κείμενο για τους όρους λειτουργίας του ταμείου αλληλοβοήθειας).

Στα πλαίσια ανεύρεσης πόρων για τη στήριξη του ταμείου αλληλοβοήθειας προτάθηκε στην συνέλευση μια σειρά εκδόσεων με θέμα την «εργατική μαρτυρία» –θέμα με το οποίο καταπιάνεται η συνέλευση ήδη από τις αρχές της συγκρότησής της κάνοντας πλέον βέβαια λόγο ευρύτερα για εμπειρίες αγώνα μέσα κι έξω από τους χώρους εργασίας (βλ. για παράδειγμα την μπροσούρα για τον Δεκέμβρη 2008 ή την δουλειά που έχουμε παρουσιάσει στο περιοδικό η Σφήκα). Με αυτήν την σειρά επιχειρούμε να εξετάσουμε εμπειρίες σε μια ιστορική προοπτική και να συγκρίνουμε εμπειρίες αγώνα από άλλες ιστορικές περιόδους, διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα και πολιτικές παραδόσεις στην βάση ωστόσο ζητημάτων που συνδέονται με την σημερινή πολιτική μας παρέμβαση. Στο σημείο αυτό έρχομαι στο ζήτημα των σκοπών αυτής της σειράς εκδόσεων.

2. Υπάρχουν πολλές μελέτες και έρευνες, από τις πιο επιστημονικές μέχρι και τις πιο πολιτικές, γύρω από την εργασία και τις μεταβολές της στον καπιταλισμό. Οι περισσότερες εστιάζουν στις τεχνολογικές αλλαγές και προσεγγίζουν την οργάνωση της παραγωγής ως μια διαδικασία που σχεδιάζεται και επιβάλλεται «από τα πάνω» (χοντρικά από το Κεφάλαιο, τα αφεντικά ή αποτελούν ιστορικές διαδικασίες της «νεωτερικότητας», «εξορθολογισμού» κτλ.) και η οποία, εν τέλει, λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από την δράση των ίδιων των εργαζομένων –τους οποίους κατά τα λοιπά αφορά άμεσα. Στο ένα άκρο τα «αντικειμενικά» δεδομένα οργάνωσης της παραγωγής και στο άλλο το «υποκειμενικό» επίπεδο (πώς «βιώνονται» οι αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας από διαφορετικά υποκείμενα ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους: καταγωγή, φύλο κτλ.): δυο μη αναγώγιμες πραγματικότητες.

Από την άλλη πλευρά, ακόμα και πιο πολιτικές προσεγγίσεις που επιχειρούν να εξετάσουν με κριτικό μάτι τις μεταβολές στην παραγωγή προσεγγίζουν με παθητικό τρόπο την δράση των εργαζομένων (που απλώς εφαρμόζουν εντολές ενσαρκώνοντας προδιαγεγραμμένους ρόλους) ή, πάλι, δεν αναφέρονται καν σε «δράση» αναπαράγοντας το δόγμα της «αλλοτρίωσης» της εργασιακής συνθήκης (σαν μια για πάντα ορισμένη κατάσταση) και εστιάζουν την προσοχή στην ανάλυση των γενικών μηχανισμών λειτουργίας του καπιταλισμού –σαν η συνείδηση και μόνο της ύπαρξης των μηχανισμών αυτών να αρκούσε για να οδηγήσει σε πολιτική δράση, κεντρικό ρόλο στην οποία, βέβαια, παίζει η καθοδήγηση από κάποιον πολιτικό και ιδεολογικό φορέα.

Αντίθετα, αυτή η σειρά εκδόσεων θέλει να επικεντρώσει στους ίδιους τους παραγωγούς της εργασιακής δραστηριότητας, ξεκινώντας από την βιομηχανική εργασία και φτάνοντας μέχρι τις σύγχρονες μορφές εργασίας. Ο τρόπος μέσα από τον οποίο προσεγγίζονται αυτοί οι παραγωγοί της εργασιακής δραστηριότητας είναι μέσα από τις εμπειρίες τους. Όχι όμως ηρωικές ούτε και μοιρολατρικές περιγραφές αυτών των διαφορετικών εμπειριών. Αντίθετα, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε πώς κατασκευάζεται, πώς δομείται η εργασιακή εμπειρία συνδυάζοντας στοιχεία που οργανώνουν τις συμπεριφορές μέσα από συγκρούσεις και αγώνες σε μια ιστορική προοπτική. Μέσα από παραδείγματα διαφόρων συλλογικών υποκειμένων: από τον βιομηχανικό εργάτη και τον επισφαλή εργαζόμενο του τριτογενούς τομέα παραγωγής (κούριερ, σούπερ μάρκετ) μέχρι τον «κοινωφελή» εργαζόμενο και την σύγχρονη εργασιακή συνθήκη μεταξύ ανεργίας, εργασίας, επισφάλειας και «ωφέλειας» [i]. Με σκοπό να δείξουμε συνέχειες (διαδικασίες σύνθεσης της παραδοσιακής εργατικής τάξης του βιομηχανικού κόσμου), ασυνέχειες (διαδικασίες αποσύνθεσης ή κρίσης της παραδοσιακής εργατικής τάξης) και μεταβολής (νέοι εργαζόμενοι στους τομείς των υπηρεσιών με διαφορετική σχέση με την εργασία σε σχέση με το παρελθόν) και τις πολιτικές συμπεριφορές που συνδέονται με αυτές.

Ταυτόχρονα, να διερευνήσουμε ορισμένα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούμε και εμείς θεωρητικά και πρακτικά στην πολιτική μας δραστηριότητα σήμερα όπως η έννοια της «εμπειρίας» ή της «κυκλοφορίας των αγωνιστικών εμπειριών». Να εξετάσουμε πώς σε άλλες εποχές και υπό άλλες συνθήκες εννοούσαν τις έννοιες αυτές και τις συνέδεαν με την πολιτική τους πρακτική: πώς συγκροτείται και πώς διαμορφώνεται η εμπειρία και τι ακριβώς σημαίνει, πώς μπορούμε να αναλύσουμε ευρύτερα έναν χώρο εργασίας (όπως εδώ το εργοστάσιο) μέσα από τις εμπειρίες.

Ακριβώς επειδή το βιβλίο του Μοτέ προσεγγίζει την εργατική τάξη από την σκοπιά της εμπειρίας της παρέχοντας ταυτόχρονα και μια ορισμένη θεώρηση για αυτό που ονομάζεται «κυκλοφορία των αγωνιστικών εμπειριών» για αυτόν τον λόγο και επιλέχθηκε να μεταφραστεί Το ημερολόγιο ενός εργάτη της Ρενώ και με απώτερο σκοπό να εμπλουτίσει τις συζητήσεις πάνω ζητήματα που εξακολουθούν να μας απασχολούν. Επιπλέον όμως, επιλέχθηκε επειδή βρίσκεται σε ζωντανό διάλογο και με το πρώτο βιβλίο της σειράς που εκδώσαμε πριν λίγο καιρό τον Αμερικανό Εργάτη του Πωλ Ρομάνο που επίσης προσεγγίζει ανάλογα ζητήματα από παρόμοια οπτική.

Επικεντρώνοντας κυρίως λοιπόν σε αυτά τα πιο πολιτικά ζητήματα στην συζήτηση αυτή δεν θα σταθώ τόσο πολύ στα ιστορικά στοιχεία της μαρτυρίας πέρα από το να δώσω ένα πλαίσιο και κάποια βιογραφικά στοιχεία (για όποιον/α ενδιαφέρεται συζητάω το ιστορικό πλαίσιο στο επίμετρο του βιβλίου), όσο θα προσπαθήσω να αναδείξω τις γενικές γραμμές μιας μεθόδου μαζί με τα αντίστοιχα θεωρητικά εργαλεία (της ταξικής σύνθεσης) που συνδέεται με μια πολιτική στάση απέναντι στα πράγματα.

Ι.

Ο Ντανιέλ Μοτέ (ψευδώνυμο του Ζακ Γκοτρά) γεννήθηκε σε ένα προάστιο του Μπορντώ της Γαλλίας το 1924 από φτωχή οικογένεια και εν μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταλείπει το σχολείο προκειμένου να καταφέρει να βρει εργασία. Έπειτα από μια περιπλάνηση σε διάφορες γαλλικές επαρχιακές πόλεις, αλλάζοντας διάφορα επαγγέλματα καταλήγει στο Παρίσι όπου προσλαμβάνεται ως ειδικευμένος τεχνίτης στο κεντρικό μηχανουργείο της Ρενώ στην περιοχή Μπιγιανκούρ του Παρισιού. Στην Ρενώ παίρνει ενεργό ρόλο στις άγριες απεργίες του 1952-53 με αφορμή μειώσεις μισθών και απολύσεις συνδικαλιστών και την ίδια περίοδο γίνεται μέλος του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Σ ή Β) που είχε ιδρυθεί το 1949 από τους Καστοριάδη και Λεφόρ.

Ως μέλος του περιοδικού Σ ή Β αναλαμβάνει πρωτοβουλίες μαζί με άλλους εργάτες όταν ανοίγει από το μεγαλύτερο συνδικάτο της επιχείρησης, την CGT που την εποχή εκείνη ελεγχόταν από το ΚΚΓ, το ζήτημα διεκδίκησης μισθολογικών αυξήσεων. Εν συντομία: η CGT, όπως και τα υπόλοιπα μικρότερα συνδικάτα, καλούσε σε απεργία τους εργαζόμενους της Ρενώ με θέμα την αύξηση των μισθών. Ο τρόπος ωστόσο που έθετε το ζήτημα της αύξησης η CGT ήταν κατεξοχήν συντεχνιακός δηλ. υποστήριζε ότι δεν θα πρέπει να δίνονται ίσες αυξήσεις σε όλους τους εργάτες, αλλά αυξήσεις ανάλογα με την θέση τους στην ιεραρχία της παραγωγής. Αυτός ο τρόπος είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των υπαρχουσών μισθολογικών ανισοτήτων μεταξύ των ανειδίκευτων εργατών (στην πλειοψηφία τους μετανάστες αλγερινής καταγωγής ή και βορειοαφρικανούς) και των ειδικευμένων εργατών, γνωστών και ως η “εργατική αριστοκρατία”.

Απέναντι στο αίτημα αυτό ο Μοτέ μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του από διάφορα τμήματα του εργοστασίου ανέλαβαν δράση ασκώντας κριτική στο περιεχόμενο του αγώνα πάνω στον μισθό, όπως τον όριζαν τα συνδικάτα: μοιράζοντας προκηρύξεις και στήνοντας συνελεύσεις στο κυλικείο του εργοστασίου, οι οποίες κατάφεραν να συγκεντρώσουν εργάτες από διαφορετικά πόστα του εργοστασίου, έθεσαν το ζήτημα της διεκδίκησης αυξήσεων στον μισθό σε μια εξισωτική βάση.

Το πολιτικό σκεπτικό πίσω από αυτό το αίτημα ήταν πως διεκδικώντας μέσα από συνεχείς αγώνες ίσες αυξήσεις στους μισθούς σταδιακά θα κατάφερναν το κλείσιμο της ψαλίδας των μεγάλων ανισοτήτων μεταξύ ντόπιων και μεταναστών εργατών, μεταξύ των ανειδίκευτων και των ειδικευμένων. Μέσα από αυτόν τον τρόπο θα χτιζόταν, μέσα από τους επιμέρους αγώνες ένα αίσθημα κοινών συμφερόντων ενάντια στις διαιρέσεις της παραγωγής, ενάντια στα μικροπρονόμια της κάθε επιμέρους κατηγορίας εργαζομένων, ενάντια στον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό αλλά και τον συντεχνιακό τρόπο που τα συνδικάτα προέκριναν ως κυρίαρχο τρόπο διεκδίκησης με πρώτη την CGT. Στην ουσία απώτερος σκοπός του Μοτέ και της ομάδας αυτής των εργατών με το να θέτουν ένα τέτοιο αίτημα ήταν να συμβάλλουν στην διαμόρφωση «διαδικασιών συγκρότησης τάξης» πάνω στην οικοδόμηση σχέσεων αγώνα μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών εργατών του εργοστασίου [ii].

Παρόλα αυτά, το σπάσιμο των διαχωρισμών μεταξύ ειδικευμένων και χειρώνακτων, ντόπιων και μεταναστών εργατών ο Μοτέ και η ομάδα του δεν το βλέπουν σαν μια αυθόρμητη διαδικασία δηλ. μια διαδικασία που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από κάποια αυθόρμητα ξεσπάσματα, μια εξέγερση ή με έναν αγώνα. Και αυτό γιατί υπήρχαν συνδικάτα με ισχυρή παρουσία στην Ρενώ που δεν επιθυμούσαν αλλαγή της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων στο εργοστάσιο και που δεν έβλεπαν καθόλου θετικά οποιαδήποτε δράση ή κοινά αιτήματα που δεν μπορούσαν να ελέγξουν.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις συνελεύσεις που γίνονται στις οποίες συμμετέχει ο Μοτέ έπειτα από το μοίρασμα αυτής της προκήρυξης τίθεται το ζήτημα να δημιουργηθεί μιας εργατικής εφημερίδας που ονομάστηκε Tribune Ouvrière («Εργατικό Βήμα») με σκοπό να αποτελέσει μια διαφορετική από τα συνδικάτα, όσο και σταθερή οργανωτική μορφή μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών εργατών και ταυτόχρονα μέσο έκφρασης και διάδοσης των διαφορετικών εμπειριών. Μέσα από την κυκλοφορία εργατικών εμπειριών, δηλαδή εμπειριών αντίστασης από το κάθε επιμέρους πόστο εργασίας του εργοστασίου όσο και οργάνωσης στην βάση πρωτίστως αυτών των εμπειριών αγώνα και όχι αφηρημένων πολιτικοϊδεολογικών ζητημάτων οικοδομείται σύμφωνα με τον Μοτέ η ενότητα δράσης της τάξης με αυτόνομο τρόπο ενάντια τόσο στις οργανώσεις της διοίκησης και τα φιλεργοδοτικά συνδικάτα, όσο και τον έλεγχο που ασκούσαν τα αριστερά γραφειοκρατικά συνδικάτα.

Υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση πάνω στο θέμα του πώς πρέπει να στηθεί μια εφημερίδα ως μορφή οργάνωσης, αλλά για λόγους χρόνου δεν θα αναφερθώ εδώ αναλυτικά (για την πραγμάτευση του ζητήματος αυτού βλ. Η εφημερίδα Tribune Ouvrière της Renault: μεταξύ οργανωτικής μορφής και εργατικής γραφής). Ωστόσο, θα ήθελα να μείνω κυρίως στην ουσία αυτής της συζήτησης που αφορά στο πώς τέθηκε τότε το θέμα της σχέσης μεταξύ των πολιτικών μορφών με την τάξη: σε ποια βάση δηλαδή πιο απλά οι πολιτικοποιημένοι εργάτες μπορούν να οργανωθούν με τα υπόλοιπα κομμάτια της τάξης με ισότιμο τρόπο που να προωθεί συνολικά την αυτονομία της.

Χοντρικά σε μερικά σημεία:

–Από την τάση Τζόνσον-Φόρεστ, που με την αποχώρησή της από το SWP άρχισε να εκδίδει την εργατική εφημερίδα Correspondence στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ, υπήρχε η άποψη (πιο κοντά σε μια «εργατίστικη» θεώρηση του ζητήματος) που υποστήριζε ότι:

α) οι εργάτες βάσης αργά ή γρήγορα θα εξεγείρονταν ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας τους.

β) τους λείπουν όμως τα μέσα, όπως μια εφημερίδα γραμμένη από τους ίδιους που να είναι σε θέσει να εκφράζει και να πολιτικοποιεί την εμπειρία τους αφού μέσα στις άτυπες μορφές οργάνωσης της εργασίας και στις εργατικές κοινότητες χτίζονται σταδιακά τα θεμέλια της «σοσιαλιστικής κοινωνίας» [iii]

γ) Ο ρόλος των πολιτικοποιημένων στο θέμα αυτό ήταν να δίνουν μια ευρύτερη πολιτική προοπτική στις εμπειρίες, διακινώντας τες χωρίς οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση από μεριάς τους [iv].

–Υπήρχε η πιο λενινιστική άποψη (θέση κυρίως κάποιων τροτσκιστών συναδέλφων του Μοτέ από την Ρενώ, που ήταν και από αυτούς που πήραν πρωτοβουλία για το κάλεσμα για την δημιουργία της εργατικής εφημερίδας) που υποστήριζε ότι οι εργάτες δεν έχουν συνείδηση της κατάστασής τους και ότι είναι πλήρως χειραγωγημένοι από την αστική και την σταλινική ιδεολογία.

α) Ότι επομένως αξία έχουν οι εμπειρίες μόνο των αντιφρονούντων εργατών πάνω όμως σε ζητήματα γενικής πολιτικής (η διεθνής κατάσταση του ιμπεριαλισμού, κτλ) και δευτερευόντως πάνω σε ζητήματα καθημερινών συγκρούσεων και αγώνων μέσα στο εργοστάσιο.

β) Εξαιτίας αυτού του γεγονότος μια εργατική εφημερίδα χρησίμευε ως μέσο προπαγάνδας των αντιφρονούντων εργατών με σκοπό να εκπαιδεύει τους «απαίδευτους» εργάτες στην ιστορία των κομμάτων και του εργατικού κινήματος.

γ) Ο ρόλος εδώ των αντιφρονούντων πολιτικοποιημένων εργατών ήταν να καθοδηγούν και να περνάνε την πολιτική γραμμή στις μάζες των εργατών.

–Απέναντι σε αυτές τις απόψεις ο Μοτέ και το Σ ή Β υποστήριζαν ότι:

α) οι εργατικές εμπειρίες δεν έχουν πολιτική αξία επειδή είναι απλώς «εργατικές».

β) ότι πολιτική αξία διαθέτουν εφόσον βρίσκονται σε κριτική απόσταση από την κυρίαρχη ιδεολογία (στην αστική ή σταλινική της εκδοχή) και εφόσον αναδεικνύουν τις συγκρούσεις και τους αγώνες που ταράσσουν την κανονικότητα του εργοστασίου και σπάνε τους επιβαλλόμενους διαχωρισμούς μεταξύ των εργατών

γ) για να γίνει αυτό χρειάζεται μια οργανωτική μορφή, όπως η εργατική εφημερίδα, που να αποτελεί χώρο διαλόγου μεταξύ των αντιφρονούντων πολιτικοποιημένων με τους υπόλοιπους εργάτες. Αυτός ο διάλογος θα πραγματοποιείται πάνω σε συγκεκριμένες εμπειρίες και όχι θέματα γενικόλογης πολιτικής κριτικής.

δ) Σκοπός η υπέρβαση της ανισομέρειας των επιμέρους εμπειριών ώστε να αποτελούν αυτές οι εμπειρίες μέσο ανάληψης δράσεων και ανάδειξης περιεχομένων αγώνα ενάντια στα έτοιμα περιεχόμενα αγώνα που φέρνουν τα γραφειοκρατικά συνδικάτα από τα γραφεία τους.

Παρόλα αυτά, η άποψη αυτή του Μοτέ δεν καταφέρνει να επικρατήσει και έτσι η εφημερίδα δεν γίνεται χώρος συζήτησης και κυκλοφορίας αγωνιστικών εμπειριών. Αντίθετα, επικρατεί η άποψη ορισμένων συναδέλφων του Μοτέ και αντιφρονούντων πολιτικοποιημένων εργατών, για την δημιουργία μιας εργατικής εφημερίδας με κατεύθυνση την σύνταξη άρθρων από τους πολιτικοποιημένους πρωτίστους εργάτες (και όχι εμπειρίες γραμμένες από τις διαφορετικές κατηγορίες μη πολιτικοποιημένων εργατών) πάνω σε ζητήματα γενικότερης πολιτικής της περιόδου και ιστορίας του εργατικού κινήματος. Μετά από το γεγονός αυτό ο Μοτέ θα κρατήσει αποστάσεις από το εγχείρημα της εργατικής εφημερίδας και θα στραφεί στην δημοσίευση μαρτυριών πάνω στην εργατική συνθήκη [v]. Στο πλαίσιο αυτό αναλαμβάνει να δημοσιεύσει την μαρτυρία Το ημερολόγιο ενός εργάτη της Ρενώ σε μορφή βιβλίου το 1959. Παρόλα αυτά, οι κανόνες σύνταξης της μαρτυρίας του όχι μόνο αποτυπώνουν αυτήν την συζήτηση γύρω από τον χαρακτήρα της εργατικής εφημερίδας, αλλά μας δίνουν και ένα περίγραμμα για το πώς βλέπει το ζήτημα της «εργατικής εμπειρίας».

ΙΙ.

Στην μαρτυρία του ο Μοτέ ξεκινά αναλύοντας την δομή του εργοστασίου ως ιδιαίτερη μορφή καπιταλιστικής οργάνωσης. Αν έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που εκθέτει το εργοστάσιο είναι γιατί δίνει μια ορισμένη οπτική ανάλυσης του συγκεκριμένου χώρου εργασίας. Οργανώνοντας λοιπόν την οπτική του με βάση το εργαλείο της «ταξικής σύνθεσης» (και διευρύνοντας τις κατηγορίες ανάλυσης του εργαλείου αυτού) μπορούμε να προσεγγίσουμε έναν οποιοδήποτε μαζικό χώρο εργασίας μέσα από το παράδειγμα που δίνει για το εργοστάσιο[vi]. Ας δούμε τι σημαίνουν συγκεκριμένα όλα αυτά.

ΤΥΠΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η εργασία μέσα στο εργοστάσιο ο Μοτέ καταλήγει πως υφίσταται μια τυπική, μια επίσημη δηλ. μορφή οργάνωσης του εργοστασίου όπως αυτή αποτυπώνεται στο οργανόγραμμα της εταιρίας και μια άτυπη, μια ανεπίσημη μορφή οργάνωσης μέσα από την κοινότητα των εργατών. Ας δούμε αναλυτικά μία-μια από αυτές:

Σύμφωνα λοιπόν με την τυπική οργάνωση:

Α) η πρώτη λειτουργία του παραγωγικού συστήματος του εργοστασίου είναι αυτή του καταμερισμού της εργασίας. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι κάθε εργάτης κατά την πρόσληψη ταξινομείται από την διοίκηση με βάση την ειδικότητά του, τις ιδιαίτερες δεξιότητες/ικανότητές που έχει προσλάβει από την εκπαίδευση. Στην Ρενώ υπήρχε ειδική σχολή εκμάθησης μέσα από την οποία εκπαιδεύονταν οι μελλοντικοί εργαζόμενοι (από εργάτες μέχρι γραμματείς) δημιουργώντας έτσι εξειδικευμένο προσωπικό για να καλύψει τις ανάγκες της επιχείρησης. Όπως μάλιστα αναφέρει και ο ίδιος ο Μοτέ στο βιβλίο του ακόμα και αν οποιοσδήποτε εργάτης έπειτα από κάποια χρόνια στην εταιρία ήθελε να αλλάξει πόστο εργασίας απαιτούνται εξετάσεις που να πιστοποιούσαν ότι διαθέτει την επάρκεια γνώσεων για να αλλάξει ειδικότητα. «Ένας εργάτης δουλεύει σε μια μηχανή ως ανειδίκευτος. Θέλει να δώσει εξετάσεις προκειμένου να γίνει ειδικευμένος τεχνίτης. Καθώς από νέος έχει μάθει το επάγγελμα του εφαρμοστή, ζητάει να δώσει εξετάσεις για εφαρμοστής. Τελικά, τον αφήνουν να δώσει αυτές τις εξετάσεις, τις οποίες περνά με επιτυχία. Έτσι, γίνεται εφαρμοστής Ε.Τ.1.» (σ. 14) Με άλλα λόγια, το εργοστάσιο είναι εδώ ένας μηχανισμός διανομής διαφορετικών ειδικοτήτων.

Β) Μια άλλη λειτουργία οργάνωσης του εργοστασίου, που συνδέεται με την πρώτη, είναι αυτή της «ενσωμάτωσης». Κάθε δηλαδή εργάτης ανάλογα με την ειδικότητά του τοποθετείται σε ένα πόστο, σε μια συγκεκριμένη θέση μέσα στην ιεραρχία της επιχείρησης. Μέσα από αυτό το πόστο εντάσσεται σε μια συλλογικότητα, σε μια επιμέρους «ομάδα» του εργοστασίου, σε μια δηλαδή επαγγελματική κατηγορία (π.χ. άλλη ήταν η θέση των χειρώνακτων εργατών που βρίσκονταν στον πάτο της ιεραρχίας και άλλη αυτή των άσπρων κολάρων, των μάνατζερς ή των τεχνικών που είχαν ρόλο σχεδίασης της παραγωγής). Από αυτήν την θέση απορρέουν όπως δείχνει ο Μοτέ καθήκοντα και δικαιώματα. Διαφορετικά ήταν αυτά για τους χειρώνακτες εργάτες που όφειλαν να εργάζονται στην αλυσίδα παραγωγής εκτελώντας μηχανικές κινήσεις και διαφορετικά για τους ειδικευμένους τεχνίτες όπως ο Μοτέ που η δουλειά τους περιλάμβανε την ανάληψη πρότζεκτ και πιο τεχνικών εργασιών. Η λειτουργία όμως της «ενσωμάτωσης» από την πλευρά της οργάνωσης δεν εξαντλούνταν μόνο στην εργασία που πραγματοποιούνταν μέσα στην παραγωγή: περιλάμβανε και πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και μάλιστα η ίδια η εταιρία διέθετε, πέρα από σχολές εκμάθησης, λέσχες για ασχολίες των ίδιων των εργαζομένων της εκτός εργασίας.

Γ) Τέλος, σκοπός του εργοστασίου μέσα από τις δυο παραπάνω λειτουργίες είναι να επιτυγχάνει την υλοποίηση της παραγωγής, δηλαδή της παραγωγής συγκεκριμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Δηλ. κάθε εργάτης με βάση την ειδικότητά του, τοποθετημένος σε κάθε συγκεκριμένο πόστο της επιχείρησης έχει συγκεκριμένα καθήκοντα, οφείλει να επιτυγχάνει τους συγκεκριμένους στόχους παραγωγής που θέτει η διοίκηση. Ο Μοτέ λέει για παράδειγμα πως στο μηχανουργείο που δούλευε η γενική υποχρέωση που είχε θέσει η διοίκηση ήταν να δουλεύουν πιο γρήγορα από τον προβλεπόμενο χρόνο παράδοσης της κάθε παραγγελίας. Όπως λέει: «σε ένα δεκαπενθήμερο 100 ωρών εργασίας, μπορεί να βγάζει προθεσμίες 154 ωρών. Εάν κάνει προθεσμίες πάνω από 154 ώρες, τότε οι ώρες αυτές δεν πληρώνονται». (σ. 27). Παρόλα αυτά, αυτές οι υποχρεώσεις παραγωγής δεν αφορούν απλώς την επίτευξη κάποιων «τεχνικών» στόχων. Περιλαμβάνουν κάτι πολύ ευρύτερο, περιλαμβάνουν δηλαδή μια ολόκληρη θεώρηση για αυτού που ονομάζει η διοίκηση ο «καλός» ή «παραγωγικός» εργάτης. Δηλαδή, το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε εργάτης ενσαρκώνοντας συγκεκριμένους ρόλους και ενσωματώνοντας τις καπιταλιστικές αξίες της διαρκούς αύξησης της παραγωγικότητας. «Καλός εργάτης» για την εταιρία είναι αυτός που δουλεύει ατομικά, υπακούει στις εντολές των προϊσταμένων του και είναι όλο και πιο αποδοτικός.

Συνοψίζοντας, η τυπική μορφή οργάνωσης του εργοστασίου, με βάση τα στοιχεία που δίνει ο Μοτέ στην μαρτυρία του, μπορεί να αποδοθεί παραστατικά ως εξής:

01

Με άλλα λόγια, κάθε εργοστάσιο έχει α) συγκεκριμένους παραγωγικούς στόχους και υποχρεώσεις ξεκάθαρα διατυπωμένες και αποδεκτές από όλους τους εργάτες, β) περιλαμβάνει ένα σύστημα επιλογής του καθένα ανάλογα με τις ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητες (αποκτημένες μέσα από την εκπαίδευση) και γ) τέλος αποτελεί μηχανισμό ταξινόμησης σε συγκεκριμένα πόστα μέσα στην ιεραρχία οργάνωσης. Σύμφωνα με το οργανόγραμμα της εταιρίας αυτή είναι η «ορθολογική» μορφή με την οποία είναι οργανωμένο το εργοστάσιο.

ΑΤΥΠΗ ΜΟΡΦΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Παρόλα αυτά όμως, όπως δείχνει ο Μοτέ η πραγματικότητα πολύ απέχει από το να είναι ορθολογική όπως την παρουσιάζει η διοίκηση και το επίσημο οργανόγραμμά της. Το παραπάνω σχήμα με άλλα λόγια, δεν αποτελεί την πραγματική λειτουργία οργάνωσης του εργοστασίου. Όπως δείχνει παραστατικά ήδη από τις πρώτες γραμμές της μαρτυρίας του υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της προδιαγεγραμμένης εργασίας δηλ. των σχεδίων για το πώς πρέπει να βγει η δουλειά που επιβάλλουν οι μάνατζερ, οι επιστάτες, οι χρονομέτρες από την μία πλευρά και το πώς πραγματικά υλοποιείται η παραγωγή από τους ίδιους τους εργαζόμενους της επιχείρησης. Όπως δείχνει δηλαδή μέσα από τα παραδείγματα που φέρνει η εργασία δεν περιορίζεται απλώς στην επιτέλεση έτοιμων ρόλων και προδιαγεγραμμένων συμπεριφορών. Όπως χαρακτηριστικά λέει:

Τι σχέση έχει όμως το οργανόγραμμα αυτό με την πραγματικότητα, τι σχέση έχει το πλάνο της Διεύθυνσης με την υλοποίηση αυτού του πλάνου από τις διάφορες υπηρεσίες και τους εργαζόμενους; […] Όταν η Διεύθυνση παρουσιάζει ένα ορθολογικό σχέδιο για το εργοστάσιο, ο καθένας μπορεί να το θεωρήσει αληθινό. Σε αυτά τα σχέδια το συνεργείο μας φιγουράρει σε καλή θέση. Ωστόσο, στο δικό μας επίπεδο, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για ορθολογικότητα. Αυτό μάλιστα που αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι η απουσία οποιουδήποτε οργανωμένου σχεδίου· πρόκειται, με άλλα λόγια, για αυτό που ονομάζουμε το “μπουρδέλο”. (σ. 12)

Αυτή η πραγματικότητα της ανορθολογικότητας προκύπτει ακριβώς επειδή όπως δείχνει ο Μοτέ αν ακολουθούσε ο κάθε εργάτης πιστά τις οδηγίες της παραγωγής σύμφωνα με το οργανόγραμμα, αν δηλαδή α) παρήγαγε ο καθένας ατομικά στο πόστο του μη λαμβάνοντας υπόψη την δουλειά των υπόλοιπων τμημάτων του εργοστασίου β) αν ακολουθούσε κάποιες εξειδικευμένες γνώσεις αγνοώντας όμως ευρύτερα την συνολική παραγωγή και γ) αν έθετε πιστά σε εφαρμογή τα έτοιμα σχέδια που οι μηχανικοί παρείχαν για εκτέλεση στους εργάτες αγνοώντας την πραγματικότητα που επικρατεί στην παραγωγή, τότε ο ίδιος δεν θα κατάφερνε να βγάλει ούτε μια παραγγελία και συνολικά η Ρενώ δεν θα παρήγαγε όχι αυτοκίνητα, αλλά τίποτε.

Ακριβώς επειδή υπάρχουν αγώνες μέσα στην παραγωγή, συνεχείς συγκρούσεις πάνω α) στο ποιοι είναι οι στόχοι της παραγωγής (στο πώς δηλαδή ορίζονται οι προθεσμίες παράδοσης, σύγκρουση χρονομετρών-εργατών), β) συγκρούσεις πάνω στο τι υποχρεώσεις και τι καθήκοντα αντιστοιχούν σε κάθε θέση (σύμφωνα με την εταιρία οι εργάτες δεν έχουν δικαίωμα να παρακάμπτουν την ιεραρχία των θέσεων δηλ. να τροχίζουν μόνοι τα εργαλεία αντί να πηγαίνουν στο τμήμα τροχίσματος των εργαλείων του εργοστασίου και να παραλαμβάνουν τα εργαλεία) γ) συγκρούσεις πάνω στο τι περιλαμβάνει η ειδικότητά τους (δεν προβλέπεται από την εταιρία οι εργάτες να επανασχεδιάζουν τα έτοιμα σχέδια των μηχανικών, αλλά παρόλα αυτά εκείνοι λαμβάνουν πρωτοβουλίες επανασχεδίασης, επινοούν «κόλπα» για να δουλεύουν πιο εύκολα και λύσεις σε διάφορα προβλήματα) για αυτόν τον λόγο και προκειμένου να καταφέρουν να παράγουν είναι απαραίτητο να επικαλούνται την εμπειρία τους.

Αυτή η εμπειρία όμως στην οποία αναφέρεται ο Μοτέ δεν είναι ατομική, αλλά όπως την ονομάζει μια «ιδιαίτερη συλλογική υπόθεση». Όπως λέει:

Ιδιαίτερη, επειδή ο κατακερματισμός της εργασίας προωθείται σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατον για ένα μεμονωμένο άτομο να γνωρίζει όλα τα προβλήματα ενός μεμονωμένου συνεργείου. Συλλογική, επειδή κάθε πρόβλημα αφορά το σύνολο της ομάδας. Ένας φρεζαδόρος, αν θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στον χρονομέτρη για μια πολύ σύντομη προθεσμία, θα πρέπει να αντλήσει επιχειρήματα από την εμπειρία του. Όμως […] η εμπειρία είναι κατεξοχήν συλλογική. Γι’ αυτόν τον λόγο, προσπαθούμε κάθε φορά να προκαλούμε συλλογικές αντιπαραθέσεις με τους χρονομέτρες, οι οποίοι έχοντας επίγνωση των κινδύνων που ελλοχεύουν σε αυτές τις συναντήσεις, τις περισσότερες φορές τις αρνούνται δίνοντας αναφορά στον επικεφαλής της ομάδας. Τα καλύτερα επιχειρήματα ενάντια στον χρονομέτρη μπορεί να τα εκθέσει μόνο η ομάδα εκείνη των εργατών που ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Σε μια τέτοια αντιπαράθεση, ο εκπρόσωπος αν δεν έχει σχέση με την δουλειά είναι αναγκασμένος να παραμένει βουβός (σ. 33).

 

Αυτή λοιπόν η εμπειρία στην οποία αναφέρεται περιέχει αδιαχώριστα το στοιχείο της σύγκρουσης, του αγώνα. Αυτή η εμπειρία αγώνα όπως την περιγράφει ο Μοτέ δεν είναι απλώς βιώματα, ροές συναισθημάτων, ούτε όμως και αυθόρμητες αντιδράσεις στην σκληρή πραγματικότητα της παραγωγής. Οι εργάτες δεν αντιδρούν, αλλά όπως δείχνει δρουν με βάση την εμπειρία τους θέτοντας ζητήματα εξουσίας στην παραγωγή. Η εμπειρία τους διακρίνεται από κάποιες σταθερές, συγκροτείται γύρω από κάποιες λογικές που προσανατολίζουν τις δράσεις και οργανώνουν τις επιμέρους πρακτικές.

Τι είναι λοιπόν η εμπειρία; Τρόποι δράσης που διέπονται:

Α) από σχέσεις συνεργασίας, αλληλοβοήθειας μεταξύ των εργατών ενάντια στην ιεραρχία του εργοστασίου: η λογική εδώ συγκρότησης μιας κοινότητας αγώνα ενάντια στην «κοινότητα» της οργάνωσης του εργοστασίου, ενάντια στην λογική «ενσωμάτωσης» της καπιταλιστικής μορφής οργάνωσης. Αυτή η κοινότητα αγώνα που αναφέρει ο Μοτέ είναι οι σχέσεις εκείνες μεταξύ των εργατών που σπάνε την απομόνωση του καθένα και που επιτρέπουν στους εργάτες να αντιστέκονται απέναντι στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Και όχι μόνο, όποιος επιχειρεί να παραβιάσει τους άρρητους κανόνες αυτής της κοινότητας τότε διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί κυρώσεις: «Για παράδειγμα, έχουμε καταφέρει να πλένουμε όλοι τα χέρια μας πριν την ώρα του σχολάσματος. Σε αυτό το αποτέλεσμα φτάσαμε προοδευτικά. Παρόλο που το εποπτικό προσωπικό ασκεί πίεση προς την αντίθετη κατεύθυνση, από την στιγμή που καθιερώθηκε αυτή η συνήθεια, τους ήταν σχεδόν αδύνατο να την σταματήσουν. Η συλλογική πίεση είναι πάρα πολύ ισχυρή. Όλοι πλένουν τα χέρια τους πριν σημάνει η ώρα του σχολάσματος και αν κάποιος από μας αρνηθεί να κάνει αυτή την παράβαση τότε θα αποδοκιμαστεί από τους υπόλοιπους». (σσ. 16-17). Όμως όπως είδαμε και με το παράδειγμα της εργατικής εφημερίδας που θέλησε να αποτελέσει μια κοινότητα αγώνα όπως τις περιγράφει ο Μοτέ που θέτει ζητήματα ισότητας, ισότιμης συμμετοχής στην λήψη των αποφάσεων και στον αγώνα απέναντι στην ιεραρχία της οργάνωσης συνδικάτων.

Β) υπεράσπιση κοινών συμφερόντων ενάντια στην εκμετάλλευση, ενάντια στον κατακερματισμό των επιμέρους συμφερόντων μεταξύ των πολλαπλών ειδικοτήτων, αλλά και τις απόπειρες αποειδίκευσης της εργασίας που επιβάλλει η διοίκηση. Αυτό το σημείο είναι και εκείνο που προκρίνει ο Μοτέ και η ομάδα εκείνη που πήρε την πρωτοβουλία να ανοίξει την συζήτηση πάνω στο ζήτημα του μισθού σε μια εξισωτική βάση ενάντια στα συμφέροντα της «εργατικής αριστοκρατίας», που υπερασπίζονταν τα γραφειοκρατικά συνδικάτα της εποχής του. Αυτή η υπεράσπιση κοινών συμφερόντων γίνεται στο όνομα της υπεράσπισης της αξίας της εργασίας ως «αξίας χρήσης», ενάντια στην «ανταλλακτική αξία» δηλαδή την εργασία ως «εμπόρευμα», τα τυπικά προσόντα της οποίας «πουλάει» κάποιος/α στην αγορά εργασίας σύμφωνα με την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη της «ελεύθερης αγοράς». Ο Μοτέ αναφέρεται στις απόπειρες αντίστασης ενάντια στην διαδικασία αποειδίκευσης της εργασίας των τεχνιτών που επιχειρεί η διοίκηση της Ρενώ προκειμένου να διαβάλλει την εξουσία τους στην παραγωγή. Προκειμένου, ωστόσο, αυτή η υπεράσπιση των συμφερόντων της αξίας της εργασίας να μην μετατραπεί σε συντεχνιακή λογική, σε υπεράσπιση δηλαδή μερικών μικρο-προνομίων ορισμένων κατηγοριών εργατών εντείνοντας έτσι τον ανταγωνισμό μεταξύ τους, οφείλει να διεξάγεται στην βάση της υπεράσπισης της γνώσης ως συλλογικά διαμορφωμένης εμπειρίας μέσα στην παραγωγή (σε αντίθεση με τις ατομικά αποκτημένες έξω από την παραγωγή τεχνικές γνώσεις στην βάση των οποίων κατανέμει το εργατικό δυναμικό η διοίκηση της εταιρίας), όσο και σε μια εξισωτική βάση με σκοπό την άμβλυνση των ανισοτήτων.

Γ) τέλος δράσεις προσανατολισμένες στην υπεράσπιση της εργατικής αυτονομίας, δηλαδή όπως το περιγράφει ο Μοτέ με το παράδειγμα των εξειδικευμένων τεχνικών, η υπεράσπιση του δημιουργικού χαρακτήρα της εργασίας ενάντια στην αλλοτρίωση του κόσμου του εργοστασίου. Δράσεις δηλαδή με σκοπό την υπεράσπιση της ελευθερίας των παραγωγών, ανάληψη πρωτοβουλιών αντί ενσάρκωση προκαθορισμένων ρόλων, λήψη αποφάσεων αντί εκτέλεση εντολών, επινοητικότητα έναντι επιτέλεσης, ευρηματικότητα έναντι εφαρμογής έτοιμων σχεδίων, συλλογική ευφυΐα έναντι της ατομικής σύλληψης των μάνατζερ, παραγωγή νοήματος έναντι προκαθορισμένης ερμηνείας: «Κάνουμε μια δουλειά εξαιρετικά ποικιλόμορφη και ενίοτε εξαιρετικά σύνθετη, μια δουλειά δηλαδή που αποκλείει τον αυτοματισμό. Η δουλειά μας ενέχει μια καθαρά διανοητική εργασία ερμηνείας του σχεδίου: πρέπει να αποφασίσουμε σχετικά με την οργάνωση των εργασιών κατεργασίας. Μπορεί οι κλίμακες να έχουν προβλεφθεί, οι τεχνικοί να έχουν αναφέρει την εργασία που πρέπει να εκτελέσουμε και να μας παρέχουν στο πιάτο όλους τους υπολογισμούς –πλην όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να εξατομικεύσουμε την δουλειά μας, δηλαδή να βρούμε ένα «κόλπο» για να την κάνουμε πιο γρήγορα και πιο εύκολα. Παρόλα αυτά, δεν πρόκειται για ατομικό, αλλά αντίθετα για κατεξοχήν συλλογικό έργο. Εδώ παρεμβαίνουν η επιδεξιότητα και η εμπειρία ()» (σσ. 19-20). Περιλαμβάνει δηλαδή, την παραγωγή από την πλευρά των εργατών με τους δικούς τους χρόνους και ρυθμούς, τους δικούς τους όρους που δεν είναι ατομικοί, αλλά περνούν συνολικά μέσα από την δυνατότητα επιβολής του τρόπου παραγωγής της Εργασίας ενάντια σε αυτούς του Κεφαλαίου.

Αν θέλαμε να παραστήσουμε σε σχήμα την διαδικασία διαμόρφωσης της εργατικής εμπειρίας μπορούμε να καταλήξουμε στο παρακάτω. Εδώ η αντιστροφή του σχήματος δείχνει την ασυνέχεια μεταξύ της λογικής του συστήματος και της εμπειρίας ή την απόσταση μεταξύ της προδιαγεγραμμένης οργάνωσης της εργασίας που επιβάλλει η διοίκηση και της συλλογικά διαμορφωμένης εμπειρίας αγώνα [vii]. Ταυτόχρονα, δείχνει όμως ότι αυτή η εμπειρία διαμορφώνεται τόσο μέσα στα πλαίσια της τυπικής μορφής οργάνωσης της εργασίας, όσο και ενάντια στα δεδομένα αυτής της οργάνωσης: μέσα από συγκρούσεις και συνεχείς αγώνες για την επιβολή της αξίας της εργασίας ενάντια στην εκμετάλλευση πάνω σε μια εξισωτική βάση ενάντια στις συντεχνιακές λογικές με σκοπό την αυτονομία ενάντια στην αλλοτρίωση του εργοστασίου.

03

Κάθε μια από αυτές τις μορφές της δράσης θέτει συγκεκριμένα ζητήματα πάλης: κοινότητες αγώνα οικοδομημένες πάνω στην ισότητα ενάντια στις διαιρέσεις και τις ανισότητες με κοινά συμφέροντα πάνω στην πραγματική αξία της εργασίας ενάντια στην εκμετάλλευση και υπεράσπιση της αυτονομίας της εργασίας απέναντι στην αλλοτρίωση και τις αξίες του Κεφαλαίου.

Έχοντας λοιπόν τα παραπάνω κατά νου μπορούμε πλέον να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα αναφορικά με το τι συγκροτεί την εμπειρία αγώνα: σχέσεις οικοδομημένες πάνω σε κοινά συμφέροντα προσανατολισμένα σε κοινούς σκοπούς. Αυτή η εμπειρία ορίζει την ενότητα της δράσης της τάξης. Με άλλα λόγια, γενικεύοντας ένας αγώνας, μια δράση είναι τόσο πιο ισχυρή όσο περισσότερο βασίζεται σε σχέσεις αλληλεγγύης, οικοδομημένες σε κοινά συμφέροντα προσανατολισμένα προς έναν κοινό σκοπό.

Αντίθετα, είναι τόσο πιο αδύναμη όσο πιο διαχωρισμένη είναι κάθε επιμέρους μορφή δράσης. Για παράδειγμα, πάλι μιλώντας ευρύτερα μια εργατική τάξη που είναι περισσότερο διαρθρωμένη πάνω στην μονομερή προσκόλληση σε μια κοινότητα αγώνα σε βάρος των κοινών συμφερόντων και κοινών σκοπών καταλήγει στην επικράτηση λογικών ταυτότητας, περιχαράκωσης, κλεισίματος και αναδίπλωσης μέσα στις κοινοτικές σχέσεις.

Από την άλλη πλευρά, μια τάξη προσκολλημένη στην υπεράσπιση απλώς και μόνο των οικονομικών συμφερόντων προσκρούει στο φράγμα «συντεχνιακών» λογικών, στην μάχη αποκλειστικά για την «άνοδο του επιπέδου ζωής» που οδήγησε στην ενσωμάτωση στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής κτλ. (τάση που ήταν ήδη υπαρκτή από τις αρχές του 1950 όπως δείχνει ο Μοτέ στην μαρτυρία του).

Τέλος, μια τάξη επικεντρωμένη μονόπλευρα προς σκοπούς ή αφηρημένες αξίες (νοούμενες εδώ ως διαχωρισμένες από τις σχέσεις κοινότητας και υλικών συμφερόντων) οδηγεί σε μια αντίληψη της τάξης ως «μυθικό» ή ουτοπικό υποκείμενο, σε μια ιδεολογία εντελώς αποκομμένη από τις ανάγκες ή την πραγματικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων.

F.G.A.

Δεκέμβριος 2015

Σημειώσεις:

[i] Για την έννοια της «ωφέλειας» και της «κοινωφελούς εργασίας» βλ. Workfare: η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα, Συνέλευση για την Κυκλοφορία των Αγώνων, Αθήνα, 2013 και Workfare Reloaded: αγώνες ενάντια στην επιβολή της εργασίας ως «ωφέλειας», Συνέλευση για την Κυκλοφορία των Αγώνων, Αθήνα, 2015

[ii] Κατά ανάλογο τρόπο, αν και σε εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, μέσα από αυτήν την μακρά και γεμάτη συγκρούσεις διαδικασία οικοδόμησης της ενότητας μεταξύ skilled και unskilled εργατών θα δει ο E. P. Thompson την ιστορική διαμόρφωση της εργατικής τάξης της Αγγλίας. Βλ. E. P. Thompson, The Making of the English Working Class, Penguin Books, Λονδίνο, 1968 σ. 896.

[iii] Καθόλου άσχετα με την αντίληψη αυτή είναι και η εθνογραφική προσέγγιση που επιλέγει ο Ρομάνο, μέλος της τάσης Τζόνσον-Φόρεστ, κατά την συγγραφή της μαρτυρίας του Ο Αμερικανός Εργάτης που επιχειρεί να παραστήσει με τον πιο πιστό τρόπο την ζωή στο εργοστάσιο και το πώς η καθημερινή εμπειρία εκμετάλλευσης των εργατών της βάσης θέτει τα θεμέλια της συλλογική δράσης. Βλ. Paul Romano, Ο Αμερικανός Εργάτης, Κινούμενοι Τόποι, Αθήνα, 2014.

[iv] Σε ένα παράνομο ταξίδι στο Παρίσι στις αρχές Ιανουαρίου του 1956 ο C.L.R. James θα συναντηθεί με το Σ ή Β και στην ομιλία ενώπιων των μελών του περιοδικού, αφού ασκήσει κριτική στις κυρίαρχες τάσεις γραφειοκρατικοποίησης του εργατικού κινήματος και στο κόμμα της πρωτοπορίας λενινιστικού τύπου θα καταλήξει στην αναγκαιότητα διακίνησης εργατικών εμπειριών από τις πολιτικές μορφές της τάξης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση από πλευράς τους. Βλ. το υποκεφάλαιο «C.L.R. James Meets Socialisme ou Barbarie» στο βιβλίο του Stephen Hastings-King, Looking for the Proletariat, Brill, Ολλανδία, 2014, σσ. 185-187.

[v] Παρόλο που η εργατική εφημερίδα της Ρενώ θα αποτελέσει περιθωριακό έντυπο και παρά το γεγονός πως το ζήτημα του αγώνα γύρω από τον μισθό σε μια εξισωτική βάση δεν θα καταφέρει να βρει ανταπόκριση ανάμεσα στην μεγάλη πλειοψηφία των εργατών της Ρενώ στις αρχές του 1950, εντούτοις αρκετά χρόνια αργότερα και σε ένα άλλο κοινωνικό πλαίσιο, στην Ιταλία των τελών της δεκαετίας του 60, το ίδιο θέμα, αυτό της κατάργησης των μεγάλων μισθολογικών αποκλίσεων και των πολλαπλών ειδικοτήτων που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα της παραγωγής, όπως το έθετε αυτήν την φορά η ίδια η βάση των εργατών, η φιγούρα του λεγόμενου «εργάτη-μάζα», θα αποτελέσει την αιχμή του αγώνα στο εργοστάσιο της Fiat κατά το «θερμό» φθινόπωρο του 1969. Βλ. Diego Giachetti & Marco Scavino, La Fiat aux mains des ouvriers, Les nuits rouges, Παρίσι, 2005.

[vi] Το εργαλείο της ταξικής σύνθεσης αναλύει πόσο α) ενσωματωμένη είναι η τάξη στις σχέσεις παραγωγής β) πόσο διαιρεμένη είναι μέσα στην οργάνωση της παραγωγής (πολυδιάσπαση, κατακερματισμός) και γ) πόσο αυτόνομη είναι από τις αξίες του Κεφαλαίου (πολιτική σύνθεση). Βλ. το άρθρο του συντρόφου mr_sun_light: Ορίζοντας την ταξική σύνθεση.

[vii] Μερικά χρόνια αργότερα ο Ρανιέρο Παντσιέρι θα επιχειρήσει να θεματοποιήσει ακριβώς αυτό το ζήτημα της μη συνέχειας μεταξύ της λογικής του Κεφαλαίου και Εργασίας, του μη αναγώγιμου δηλαδή χαρακτήρα της ζωντανής εργασίας στο Κεφάλαιο. Βλ. Panzieri, R. (1976) Lotte operaie nello sviluppo capitalistico (edited by Mancini S.). Torino: Einaudi. Παρατίθεται στο άρθρο του Fabrizio Fasulo, «Raniero Panzieri and workers’ inquiry: The perspective of living labour, the function of science and the relationship between class and capital».

Σχετικές δημοσιεύσεις