Ακολουθεί ένας σύντομος διάλογος για τη μέθοδο της ανταγωνιστικής έρευνας όπως αυτή παρουσιάστηκε στο βιβλίο Ακούστε καλά τι λένε οι φοιτητές: Μια ανταγωνιστική έρευνα για το λόγο και τη δράση των φοιτητών στο κίνημα του 06-07. Την εισαγωγή του βιβλίου μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Ακούστε καλά τι λένε οι φοιτητές…

Μπορείτε να βρείτε απομαγνητοφωνημένες τις συνεντεύξεις του βιβλίου εδώ, ενώ ο διάλογος που παραθέτουμε παρακάτω γίνεται μεταξύ συντρόφων της ΣΚΥΑ. Να σημειώσουμε ότι η ΣΚΥΑ συγκροτήθηκε ως διαδικασία μετά τη διεξαγωγή της έρευνας, οπότε δε συμμετείχαν όλα τα μέλη στο εγχείρημα, ενώ στις 25/5/2010 διοργανώθηκε μία συζήτηση για την έρευνα στο στέκι των φοιτητών ΕΜΜΕ με τη στήριξη της διαδικασίας.

Σ1: κάποια σημεία…

  • είναι προειλημμένη θέση ότι οι αριστεροί της βάσης ξεφύγαν από τα κελεύσματα του κόμματος. Στηρίζεται σε μια εμπειρία δικιά σας, η οποία ενισχύεται ενστικτωδώς. Άρα η έρευνα καλείται ουσιαστικά να ελέγξει μια σχηματισμένη εντύπωση, και όχι να την δημιουργήσει αντικειμενικά.
  • Το ίδιο συμβαίνει και με την έννοια του “νέου υποκειμένου”. Αυτό πρέπει να στοιχειοθετηθεί κάπως προτού ερευνηθούν τα χαρακτηριστικά του.
  • Νομίζω οτι τελικά το έλλειμμα είναι περιγραφικό: μιλάτε δηλ για ένα υποκείμενο χωρίς να περιγράφεται (δηλαδή να ορίζονται τα χαρακτηριστικά του υποκειμένου αυτού). Εγώ δεν είμαι καν σίγουρος οτι αυτό το υποκείμενο είναι ενικό
  • Η μέθοδος είναι περιοριστική. Ερωτηματολόγιο ή ανοιχτή συνέντευξη; Βασικά εγώ θα πρότεινα είτε μια σειρά ανοιχτών συνεντεύξεων για να διαμορφωθούν οι άξονες, και στη συνέχεια πιο κλειστές συνεντεύξεις πάνω στα επιμέρους σημεία, είτε ημι-ανοιχτές συνεντεύξεις, με ελαστικότητα δηλαδή πάνω στη διερεύνηση σημείων
  • Με λίγα λόγια, η μέθοδος είναι χαρακτηριστικό δικό σας, όχι των ερωτώμενων. Θέτει ερωτήματα δικά σας, όχι αυτών. Έχει κάποια σχέση αυτό με τη σύνθεση ενός υποκειμένου; Δηλαδή το υποκείμενο καθώς συντίθεται δεν θέτει τα δικά του ερωτήματα, τα δικά του στοιχεία που νομίζει οτι το χαρακτηρίζουν;

Σ2: Μία απάντηση…

Ειδικά στο ζήτημα των αριστερών της βάσης είχαμε ήδη δυο συνεντεύξεις από το δείγμα μας, με φοιτητές που πολιτικοποιούνται συγκεκριμένα με τον αγώνα σε κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Και στις δυο αυτές περιπτώσεις ο λόγος τους δε συμβάδιζε καθόλου με την πολιτική γραμμή των κομματικών τους ηγεσιών και ναι έδειχνε σε διάφορα σημεία να ξεφεύγει αρκετά από την «κεντρική γραμμή». Παρόλα αυτά, δεν καταφέραμε να πάρουμε κι άλλες συνεντεύξεις με ανάλογης κατηγορίας περιπτώσεις και ούτε να συγκρίνουμε τις δυο αυτές συνεντεύξεις με τον επίσημο λόγο των αριστερών ώστε να δουλέψουμε καλύτερα το σημείο αυτό.

Ωστόσο, εκείνο που θα μπορούσε να πει κανείς πως προϋποθέτουμε δεν είναι τόσο ο «λόγος της βάσης» (για τον οποίο η έρευνα δίνει μια εικόνα), αλλά αυτός των κομματικών ηγεσιών. Αλλά κακά τα ψέματα, η απουσία αυτή δεν είναι και τόσο καθοριστική με την έννοια ότι ο λόγος των αριστερών μέσω των πλαισίων και των παρατάξεων ήταν ήδη κυρίαρχος και μέσω του μεγεθυντικού φακού των ΜΜΕ διαπότιζε και διαμόρφωνε το «δημόσιο διάλογο». Αν αναφέρω ότι θα έπρεπε να δουλεύαμε όμως περισσότερο το σημείο αυτό είναι για προσδιορίζαμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά του νέου υποκειμένου που διαμορφώνεται μέσα από και διαμορφώνει τον αγώνα. Αυτό είναι το επίδικο της έρευνας. Και το λέω αυτό θυμίζοντας πως δεν υπάρχει καμιά απολύτως έρευνα που να μπορεί να σταθεί έξω από προσχηματισμένες αντιλήψεις και απροϋπόθετους λόγους. Για παράδειγμα, οι θετικιστικές έρευνες που ασχολούνται με το σκληρό πυρήνα της στατιστικής επεξεργασίας κατασκευάζουν το δείγμα τους στη βάση αντιλήψεων οι οποίες είναι κατεξοχήν προαποφασισμένες και προδιαμορφωμένες από μια ιστορική και πολιτική διαδικασία καταλήγοντας πολλές φορές σε απλά στερεότυπα. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι καθόλου οι «προσχηματισμένες ιδέες» για τον απλούστατο λόγο ότι (όπως λέμε στο βιβλίο της φ. έρευνας, σελ. 17) δεν υπάρχει μια πραγματικότητα καθ’ εαυτή εντελώς αδιαμεσολάβητη από την ανθρώπινη εμπειρία, όπως θεωρούσε η παραδοσιακή επιστήμη. Αυτό βέβαια από την άλλη όμως δε σημαίνει πώς όλα είναι υποκειμενικά. Ούτε απλώς μένει να προαποφασίσεις έναν τρόπο δουλειάς μέσα από ένα καθορισμένο σύνολο συμφωνιών πριν την έρευνα (κάτι που δεν ισχύει ούτε όσον αφορά τους άξονες ή τη διαμόρφωση του ερωτηματολογίου) και μετά να βγεις «έτοιμος» στο πεδίο σου. Αντίθετα, σε τέτοιου είδους έρευνες είναι απολύτως αναγκαίο να εξηγούνται οι πολιτικοί σκοποί και να περιγράφονται αναλυτικά οι όροι παραγωγής της διαδικασίας παραγωγής των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγεις. Για αυτό και στο βιβλίο της φ. έρευνας καθόμαστε και αφιερώνουμε τόσες σελίδες στο πώς δουλέψαμε και πώς πήραμε τις συνεντεύξεις. Γιατί η όλη διαδικασία της έρευνας και της «εξόρυξης» των συμπερασμάτων αποτελεί μια συν-κατασκευή, μέσω της σχέσης που εγκαθιδρύεις μεταξύ ερευνητικής ομάδας και υποκειμένων της έρευνας. Ό,τι λοιπόν προκύπτει από την έρευνα και το πώς δουλεύεις βασίζεται στην συνεχή αυτή αλληλεπίδρασή σου με το πεδίο. Συγκεκριμένα τώρα στην φοιτητική έρευνα στη συν-κατασκευή αυτή θα πρέπει να α) συνεκτιμηθεί (και το αναφέρουμε στο βιβλίο σε αντίθεση με όσα ρωτάς) η όλη εμπειρία συμμετοχής μας στις φοιτητικές πορείες όπως και β) οι άτυπες συνεντεύξεις, οι κουβέντες με γνωστούς φοιτητές και φίλους. Η συν-κατασκευή τώρα αυτή με τη σειρά της δεν είναι εντελώς υποκειμενική, δηλαδή δε βασίζεται απλώς στην αλληλεπίδραση της στιγμής μεταξύ δείγματος-ερευνητή και πάντως δε διαμορφώνεται μόνο από προηγούμενες πολιτικές αντιλήψεις και δεν αποτελεί αποτέλεσμα «δικών μας» ερωτημάτων όπως αναφέρεις (που και πάλι τι σημαίνει «δικών μας» όταν μιλάμε για έναν αγώνα και την κινηματική εμπειρία;).

Αντίθετα, η έρευνα επιχειρεί, μέσα από την ανασυγκρότηση ενός φάσματος εμπειριών που να περιλαμβάνει αρκετούς αγωνιστές που έζησαν τον αγώνα, να προσεγγίσει αντικειμενικά έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό υποκειμένων από αυτόν του περιορισμένου αριθμού των συνεντεύξεων. Η καλύτερη απόδειξη λοιπόν για το αν και κατά πόσο επιτυγχάνεται μέσα από τις λίγες συνεντεύξεις η προσέγγιση του ευρύτερου υποκειμένου είναι για το αν και κατά πόσο και άλλοι αγωνιστές αναγνωρίζουν τον εαυτό τους (έστω και εν μέρει) σε στάσεις και συμπεριφορές που περιγράφονται στην έρευνα. Μετά την εκδήλωση που διοργανώθηκε (27/05/10) στα ΕΜΜΕ, πείστηκα πως πράγματι αυτό τον ευρύτερο πληθυσμό που στοχεύαμε να προσεγγίσουμε μέσω των λίγων συνεντεύξεων εν μέρει το προσεγγίσαμε (λέω εν μέρει με την εξαίρεση των αριστερών της βάσης ή και άλλων περιπτώσεων που δεν καταφέραμε να καλύψουμε). Και αυτό γιατί βρέθηκαν στην εκδήλωση και άλλοι αγωνιστές φοιτητές που παραδέχτηκαν πως αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές αυτού του ευρύτερου υποκειμένου που περιγράφεται στην έρευνα, γεγονός που αποτελεί τη λυδία λίθο για το βιβλίο.

Τη συζήτηση για το υποκείμενο δεν τη βγάλαμε από το μυαλό μας ούτε όμως και είναι μια απλή επιβολή στο πεδίο μιας έτοιμης (φιλοσοφικής) έννοιας. Οι ίδιοι οι φοιτητές είναι εκείνοι που μιλούν με όρους ενός συλλογικού υποκειμένου και αρκεί κανείς να ρίξει μια γρήγορη ματιά στις ομαδικές συνεντεύξεις ώστε να το διαπιστώσει (και αυτό επίσης αναφέρθηκε στην εκδήλωση). Το ζήτημα για την ανταγωνιστική έρευνα (και εκεί είναι που κρίνεται) αφορά το αν και κατά πόσο μπορεί να διακρίνει και να αποσαφηνίσει τους όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα του υποκειμένου σε μια ιστορική περίοδο που σφραγίζεται ανεξίτηλα από την επίδραση του αγώνα.

Χονδρικά τώρα οι θεωρήσεις που υπάρχουν για το υποκείμενο είναι δυο ειδών (σε αυτές παραπέμπουν και αντλούν συνεχώς οι πολιτικές θεωρήσεις του «χώρου», όταν προσπαθούν να μιλήσουν για την κοινωνία, την τάξη, κτλ). Η μια ταυτίζει άκριτα το σύστημα (καπιταλισμός, κοινωνία του κεφαλαίου, οικονομία της αγοράς, κυρίαρχος θεσμός) με το υποκείμενο καταφάσκοντας πως το υποκείμενο είναι το σύστημα. Πολύ χονδρικά η κοινωνία είναι ό,τι λέει η κυριαρχία ότι είναι, οι άνθρωποι κάνουν ό,τι λέει η τηλεόραση, οι θεσμοί, το Κράτος, ο καπιταλισμός κτλ. Το υποκείμενο δεν υπάρχει είναι μια «αστική κατασκευή», μια αντανάκλαση των κοινωνικών του σχέσεων (νατουραλισμός) που δε μιλά, αλλά μιλιέται από λόγους, που δε δρα αλλά αναπαράγει ιστορικά επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές. Ουσιαστικά η θεώρηση αυτή προσπαθεί να εξηγήσει τη δράση με όρους συνέχειας μεταξύ αντικειμενικού και υποκειμενικού επιπέδου. Πώς την εξηγεί; Με το πασίγνωστο πια σχήμα της εσωτερίκευσης που ισχύει σε κάθε εποχή όμοιο και απαράλλακτο παντού και πάντα: οι άνθρωποι σα σφουγγάρια εσωτερικεύουν άκριτα εντολές και μέσω αυτής της εσωτερίκευσης το σύστημα διαιωνίζεται και αναπαράγεται. Η αντίληψη αυτή ερμηνεύει συμπεριφορές απλώς και μόνο στη βάση της αντικειμενικής θέσης που κάποιος κατέχει μέσα σε ένα σύστημα: οι μικροαστοί, ο ρόλος του καθηγητή, κτλ. Το εντελώς παράδοξο/παράλογο της αντίληψης αυτής είναι πως ενώ το υποκείμενο εσωτερικεύει τη λογική του συστήματος από την άλλη δεν έχει απολύτως καμιά αντίληψη για αυτά που εσωτερικεύει! Ενώ εξωτερικεύει με τη συμπεριφορά του τις εσωτερικευμένες λογικές του συστήματος, αυτές οι λογικές του διαφεύγουν εντελώς, βρίσκονται πέρα από τη συνείδησή του (και όλως τυχαίος και εξεπίτηδες εκεί έρχεται ο διαφωτιστικός ρόλος του πολιτικού υποκειμένου της πρωτοπορίας να εισάγει τη συνείδηση από τα έξω!).

Αντίθετη με τη θεώρηση της διάλυσης (ή του πλήρως «αλλοτριωμένου») υποκειμένου είναι η θεώρηση του «ηρωικού», του «εξαγνισμένου» υποκειμένου, που βρίσκεται έξω ή σε αντίθεση με τους αντικειμενικούς καθορισμούς του περιβάλλοντος και του συστήματος, του υποκειμένου που καταφέρνει ηρωικά να ξεπερνά όλα τα εμπόδια και να επιλέγει ελεύθερα στη βάση της ατομικής του βούλησης τη στρατηγική του. Πρόκειται κυρίως για την αφήγηση των μεγάλων ανδραγαθημάτων των υποκειμένων και των λαμπρών εκείνων στιγμών του επαναστατικού παρελθόντος. Η θεώρηση αυτή δεν είναι μονάχα η ατομικίστικη θεώρηση της αστικής σκέψης. Η αντίληψη του ηρωικού υποκειμένου χρησιμοποιείται κατεξοχήν και από την αριστερή σκέψη αφορώντας επίσης την ιστορία συλλογικών υποκειμένων όπως η εργατική τάξη, ο ρόλος θεσμών, κομμάτων στην ιστορία. Πρόκειται ουσιαστικά για μια αφήγηση που απλώς παραθέτει γεγονότα και επικεντρώνει στην εξιστόρηση και την επίδραση ισχυρών προσωπικοτήτων και μηχανισμών πάνω στην ιστορία. Η ιστορία της εργατικής τάξης ειδικά στην Ελλάδα έχει ταυτιστεί με την ιστορία του ΚΚΕ και αποτελεί ένα καλό παράδειγμα τέτοιας θεώρησης περί υποκειμένου (ή της ισπανικής επανάστασης και το ρόλο της CNT και της FAI).

Σε αντίθεση με αυτές τις δυο θεωρήσεις η έρευνα δεν τοποθετεί τη συζήτηση του υποκειμένου στον άυλο κόσμο των ιδεών, ούτε εκκινεί από καμιά «ουσιοκρατική» αντίληψη (π.χ. όπως η έννοια του «πλήθους») για αυτό, αλλά προσπαθεί συγκεκριμένα να δει τα γνωρίσματα και τα χαρακτηριστικά του μέσα από τα επίδικα και τα ζητήματα που έθεσε ο αγώνας και τα προβλήματά του συλλογικά σε κατηγορίες αγωνιστών (αναφέρεται ρητά στο βιβλίο). Συγκεκριμένα πάει να πει: κοινωνικά-ιστορικά. Και πράγματι το όλο ζήτημα είναι το αν και κατά πόσο μπορούν να ανευρεθούν συμπεριφορές που δεν είναι μόνο ατομικές ή μόνο προσωπικές στάσεις, αλλά ευρύτερες, συλλογικά κατακτήσιμες μέσα από την ίδια τη διαδικασία του αγώνα. Για αυτό η έρευνα δεν εστιάζει σε αποκλίσεις γνωμών, προχωρά πέρα από τις επιμέρους απόψεις, εξετάζοντας συλλογικές διαδρομές και πώς αυτές μετασχηματίζονται με βάση την εμπειρία του αγώνα (βλ. Λεφόρ, Η προλεταριακή Εμπειρία). Για αυτό επίσης και δεν ανάγουμε το υποκείμενο αυτό ούτε σε αποκρυσταλλωμένες δράσεις (όπως π.χ. θα ήταν αν το θεωρούσαμε φορέα μιας ταμπέλας και με βάση αυτή να επιχειρούσαμε να το ερμηνεύσουμε) ούτε και στη συνείδησή του (όσα ρητά πιστεύει για το ίδιο), αλλά προσπαθούμε να εξετάσουμε τη δράση και τη σκέψη του του εν τω γίγνεσθαι, κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσής της (όχι ολοκληρωμένη). Αναμφίβολα αυτά είναι και τα πιο δυνατά σημεία του τρόπο αυτού δουλειάς γιατί αποφεύγει να δημιουργεί στερεότυπα και κοινοτοπίες, επιχειρώντας να προσεγγίσει τους ανθρώπους μέσα στην αντιφατική, προβληματική τους ιστορική κίνηση: τόσο ως φορείς καθορισμών όσο και ως αυτόνομους δρώντες.

Σχετικές δημοσιεύσεις