Περί της πλατείας. Περί των πλατειών.

1.

Υπάρχουνε ήδη ένα σωρό τοποθετήσεις και έχει γίνει τεράστια συζήτηση δημόσια, έντυπα και ηλεκτρονικά πάνω στο όλο θέμα και σε σχέση με τα αρνητικά των πλατειών αλλά και σε σχέση με τα θετικά. Ωστόσο, στις περισσότερες συζητήσεις και στις περισσότερες οπτικές πάνω στο θέμα υπάρχει ένα βασικό μεθοδολογικό λάθος: οι περισσότεροι είτε μιλάνε θετικά είτε αρνητικά για τις πλατείες μιλάνε σαν αυτό που γίνεται στις πλατείες να είναι μια διαχωρισμένη πολιτική διαδικασία. Με απλά λόγια δηλαδή αντιλαμβάνονται τις διαδικασίες των λαϊκών συνελεύσεων σαν ομοίους τους. Υποκείμενα δηλαδή, που έχουνε διαχωριστεί από την τάξη και επιδιώκουν την επιβολή τους πάνω σε αυτή. Άλλωστε το 95% των πολιτικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων σε αυτό τον τόπο είναι λενινιστικού τύπου. Οπότε είναι λογικό να αντιλαμβάνεται τα πάντα με λενινιστικούς όρους, δηλαδή όπου και όποιος κάνει κάτι να το αντιλαμβανόμαστε σα κόμμα είτε είναι μια εργατική κινητοποίηση είτε ένας τοπικός αγώνας είτε οποιαδήποτε κοινωνική κίνηση. Είναι νομίζω προφανές πόσο λάθος είναι αυτό. Και για να συμπληρώσω, λέγοντας και μιλώντας για μία κοινωνική διαδικασία δεν το λέω για να απαλύνω τις αιχμές των αδύνατων σημείων αυτού που γίνεται στις πλατείες, το λέω πρωτίστως για να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε καλύτερα τις εξελίξεις και να εντοπίσουμε τις ρωγμές στο υπάρχον έτσι ώστε να τις διευρύνουμε, αλλά και για να δούμε που υπάρχουνε οπισθοδρομήσεις και χάσματα που πάνε πίσω τα πράγματα.

2.

Μία σειρά πρώτων προβληματικών σημείων άπτονται του απλού δεδομένου ότι ακόμα και η πιο γενναία και ριζική ρήξη ενός κινήματος δεν μπορεί ναι είναι πολύ πιο ψηλά και πολύ πιο μακριά από αυτό που υπήρχε πριν. Αν και προφανώς υπάρχουνε γεγονότα που σε μερικές μέρες μπορούν να συμπυκνώνουν δεκαετίες, τα γεγονότα από μόνα τους δεν μπορούν να κατακτήσουνε ένα νέο επίπεδο. Εδώ είναι που χρειάζεται η πράξη. Η οποία πράξη θα κατοχυρώσει νέα εδάφη στο πεδίο του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού. Επομένως όσοι ονειρεύονται ή όσοι νομίζουνε ότι τα επαναστατικά κινήματα θα πέσουνε από τον ουρανό ή θα προκύψουνε μετά από εμβριθείς αναλύσεις που δε διαβάζει κανείς και ακόμα περισσότερο ότι αυτά τα επαναστατικά κινήματα θα είναι σύμφωνα με την επαναστατική βιβλιογραφία του καθενός είναι βαθιά νυχτωμένος. Επομένως και για να τα συμπυκνώσουμε λίγο: τα όποια αρνητικά και τα όποια θετικά στοιχεία έχουνε άμεσα να κάνουνε και σχετίζονται με συγγένεια α΄βαθμού με αυτό που υπήρχε 50 μέρες πριν.

3.

Ένα πρώτο: η προφανής αδυναμία της αριστεράς και η εμμονική αντικοινωνικότητα του α/α/α χώρου να δώσουνε λύσεις. Όχι πολιτικές λύσεις, αλλά ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουνε οι εκμεταλλευόμενοι. Οι μεν αρκούνται μονίμως στο να βγάζουνε ψηφίσματα και πλαίσια και να περιφέρουνε άδειες σφραγίδες «σωματείων» και «επιτροπών» και οι δε εγκλωβίζονται σε μία καθαρότητα που περνάει μέσα από τις καθαρτήριες φλόγες των κοκτέηλ (είτε μολότωφ είτε ρακόμελων). Αυτές οι αδυναμίες γέννησαν σε πολύ κόσμο που κατέβηκε στο δρόμο την άποψη ενάντια στα πολιτικά κόμματα και στις πολιτικές οργανώσεις… Δεν είναι το μόνο φυσικά που γέννησε μία τέτοια άποψη καθώς υπάρχουνε και πολλές εχθρικές προς τον ταξικό και κοινωνικό ανταγωνισμό απόψεις που προτάσσουν μία εχθρότητα προς αυτές. Επίσης, μία τέτοια άποψη «κατά των πολιτικών υποκείμενων» (ή αλλιώς των διαχωρισμένων πολιτικά από την τάξη όπως θα έλεγαν οι καταστασιακοί) είναι θετική στο βαθμό μόνο που αποτελεί στιγμή για το ξεπέρασμα των πολιτικών ταυτοτήτων. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα λειτουργήσει σαν παγίδα και θα αποτελέσει σαφή οπισθοδρόμηση. Η στιγμή αυτή φυσικά δεν έχει τελειώσει ακόμα και ειδικά σε αυτό το κομμάτι της «μη πολιτικοποιήσης» ήδη διαφαίνεται ένα σοβαρό πρόβλημα: οι αριστεροί ινστρούχτορες φόρεσαν την προβιά του «κοινωνικού υποκειμένου» και φτάσαμε στο σημείο στελεχάρες της ακροαριστεράς να μας συστήνονται στις λαϊκές συνελέυσεις σαν Γιώργος, Μήτσος και Μαρία… Αυτή την προβιά θα την πετάξουνε φυσικά όταν έρθει η ώρα της κεφαλαιοποίησης του αγώνα! Ξαφνικά θα θυμηθούν ότι πρέπει να ενισχύσουμε το κόμμα και ότι μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα. Εδώ βέβαια υπάρχει ένα πρόβλημα: ισχυρίζομαι ότι τα πολιτικά υποκείμενα πρέπει να σταματήσουνε να είναι τέτοια και να αρχίσουνε να κινητοποιούνται και να δρουν σαν κοινωνικά υποκείμενα, σαν εκμεταλλευομένοι… Οπότε υπάρχει ένα ερώτημα: τι σημαίνει αυτό; Πως γίνεται στην πράξη; Καταργούνται και διαλύονται όλες οι πολιτικές συλλογικότητες, οργανώσεις και κόμματα; Σε μία ιδανική κατάσταση θα έλεγα ναι: Στόχος των επαναστατικών κομμάτων είναι η διάλυση τους μέσα στην επαναστατημένη κοινωνία… Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα ήταν προφανώς λάθος μέσα στην συγκεκριμένη συγκυρία, άρα ποιο θα πρέπει να είναι το επόμενο στάδιο; Ποια λύση μπορεί να επέλθει; Εδώ θα πρέπει να γίνει μια μεγάλη παρένθεση για να ειπωθεί το εξής πολύ απλό: τι στόχους έχει το κάθε πολιτικό υποκείμενο. Σε αυτή τη φάση θα κάνω έναν εξής βασικό διαχωρισμό: Δεδομένου πλέον ότι το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο έχει πάρει την άγουσα των αποδυτηρίων μαζί με όσες νίκες μας είχε ενσωματώσει προκειμένου να μας κλείσει το στόμα, προβάλλει το εξής ζήτημα: οφείλουμε να αρχίσουμε να βρίσκουμε εμείς οι ίδιοι λύσεις για να ζήσουμε μέσα σε αυτή την κοινωνία και ταυτόχρονα να αλλάξουμε τους όρους που βρισκόμαστε μέσα σε αυτή. Η πλειοψηφία φυσικά της αριστεράς θεωρεί σαν λύση ακόμα αυτό που θεωρούσε από την εποχή του Κάουτσκι: κάνουμε αγώνες για να ενισχύσουμε το κόμμα, για να πάρει ψήφους το κόμμα να μπει στη βουλή και να μπορεί να επιφέρει αλλαγές μέσα από το σύστημα. Λοιπόν, πέραν του ότι αυτό είναι ελάχιστα απελευθερωτικό για τους εκμεταλλευόμενους κάποιος να ενημερώσει τους κρυπτοσοσιαλδημοκράτες αριστεριστές μας ότι αυτό ιστορικά έχει τελειώσει. Όσο και να προσπαθούν πλέον η ακαμψία του καπιταλιστικού συστήματος δεν έχει περιθώρια για κάτι τέτοιο. Εν κατακλείδι, πλέον τα πολιτικά υποκείμενα (από το ΚΚΕ και πέρα) κατά τη γνώμη μου χωρίζονται σε δύο πόλους: από την μια όσοι και όσες θέλουνε να χτίσουνε το κόμμα και από την άλλη όσοι και όσες θέλουνε να χτίσουνε κίνημα. Αυτή η διαφορά που κάποτε δεν έμπαινε καν ούτε στα μυαλά των πιο αισιόδοξων από μας πλέον υπάρχει και όσο περνάει ο καιρός θα γίνεται ολοένα και πιο σαφής και βαθιά. Και αυτή η διαφορά θα αποτελέσει το πεδίο μάχης μέσα στις διαδικασίες (με διάφορους τρόπους). Επίσης, σαν διαφορά δεν είναι κάθετη αλλά οριζόντια. Υπάρχει κόσμος που είναι και στο ΚΚΕ ή το ψηφίζει και σαφώς εντάσσεται σε διαδικασίες χτισίματος κινήματος. Όλο αυτό το θέμα είναι τεράστια συζήτηση βέβαια. Εν κατακλείδι και ουσιαστικά: τη στιγμή που στην πράξη οι πολιτικές ταυτότητες δεν ξεπερνιούνται αλλά καμουφλάρονται πολιτικάντικα δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, ίσα-ίσα είναι και επικίνδυνο γιατί θα επανέλθουν δριμύτερες.

4.

Απόρροια της παραπάνω κατάστασης είναι τα περισσότερα αρνητικά και του Συντάγματος και των άλλων πλατειών. Το πλήθος των ακροαριστερών θεωρούν τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες πανηγυράκι και το συντηρούν στο βαθμό που εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί τους στόχους που έχουνε στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Το ίδιο ίσχυε και την πάνω πλατεία, μπορούσε να γίνει ανεκτή στο βαθμό που μας βοηθάει στους στόχους μας. Ο παλιός καλός σταλινισμός για τη σχέση μέσων και σκοπών… Για αυτό και δεν έγινε καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να αποκτά η ψήφος στην Λαϊκή Συνέλευση και δέσμευση αλλά να μένει απλά στην ανάταση του χεριού, για αυτό και ανακηρύχτηκε το διήμερο 28-29 σε μητέρα όλων των μαχών την στιγμή που μία στοιχειωδώς προσγειωμένη πολιτική εκτίμηση έλεγε ότι το Μεσοπρόθεσμο θα ψηφιζόταν, για αυτό και στο μπλόκο στο Καλλιμάρμαρο οι αριστεροί έσπρωχναν κόσμο που εμπόδιζε το αμάξι της Κανέλλη, για αυτό και όλος ο αριστερισμός δίνει βαρύτητα στην πλατεία Συντάγματος και μόνο εκεί ελπίζοντας τα βράδια σε μια μεγαλειώδη ήττα από αυτές που φτιάχνουνε την μυθολογία της αριστεράς εδώ και 70 χρόνια, για αυτό και γενικώς η αριστερά σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις και αναγκάζεται από τις ιστορικές εξελίξεις να παίρνει δημόσια θέση υποστήριξης αλλά στην πράξη να σαμποτάρει όλα τα θετικά πράγματα που προκύπτουν από τις ΛΣ.

5.

Συνολικά και για να κλείνουμε σε σχέση με τα αρνητικά στοιχεία για να μην μπούμε σε μία διαδικασία απαρίθμησης τους που δεν έχει νόημα (ουμανισμός, μη-βία, πατριωτισμός αριστερού τύπου, αυταπάτες σοσιαλδημοκρατικού τύπου) ας έχουμε υπόψη μας δύο πράγματα. Το ένα πρώτο λέει ότι όταν η γη ανοίγει και το μάγμα από το εσωτερικό της αναβλύζει κατακαίοντας τα πάντα αυτό είναι βρώμικο και με ανάμεικτα στοιχεία, βρώμικα και ανάμεικτα στοιχεία όμως που δίνουν μορφή στο έδαφος πάνω στο οποίο πατάμε. Επομένως τα όποια αρνητικά στοιχεία, είτε ξεπερνιούνται μέσα από αντικειμενικές συνθήκες (ας πούμε πόσοι ακόμα έχουνε αυταπάτες για την μη-βία;) είτε παλεύονται μέσα από την δράση μας μέσα σε αυτά. Οι κοινωνικοί αγώνες ποτέ δεν ήταν καθαροί και για να μην αφήσουμε το κόμμα και την χλωρίνη του να τα καθαρίσει θα πρέπει να τα καθαρίσουμε μόνοι μας όντας μέρος αυτών των κοινωνικών αγώνων. Οτιδήποτε άλλο είναι δικαιολογία αδράνειας.

6.

Το πιο θετικό στοιχείο της κίνησης που αναπτύσσεται στις πλατείες έγκειται στο παράδειγμα ή αντι-παράδειγμα, αν θέλει να το πει κανείς, που δημιουργείται. Παράδειγμα το οποίο πλέον μετά από τόσο καιρό ανεβάζει σε μία άλλη στάθμη το χωροχρόνο του ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα και εδώ είναι το εντυπωσιακό της όλης ιστορίας, το προηγούμενο παράδειγμα του Δεκέμβρη που αφορούσε καταλήψεις δημοσίων κτηρίων και οργανισμών ενσωματώθηκε στον αγώνα που επί τόσες βδομάδες πραγματοποιείται. Μπορεί αυτές οι καταλήψεις να μην είχαν την δυναμική του ’08 ή να ήταν περιορισμένης ή συμβολικής διάρκειας αλλά συνεχίστηκαν και έγιναν. Αυτό το παράδειγμα που πλέον είναι σαφές και ορατό είναι το παράδειγμα του να μαζεύεται ο κόσμος να μιλάει και να συζητάει με αμεσοδημοκρατικές, αντιιεραρχικές και οριζόντιες διαδικασίες. Αυτό το παράδειγμα δε θα χαθεί. Τα θετικά αποτελέσματα, οι ποικίλες σημασίες, το βάθος που μπορεί να δοθεί από ένα τέτοιο παράδειγμα αγγίζει την ουσία μιας προεπαναστατικής κοινωνίας. Είναι εμβρυακές μορφές αυτοδιεύθυνσης και αυτοοργανώσης. Η βαθιά ρήξη που επιτελείται απλά και μόνο με τον κόσμο στις πλατείες να κάθεται και να φλυαρεί είναι τρομερή: σε μία συνθήκη που η μόνη πολιτική ανυπακοή και διαμαρτυρία θα πρέπει να φιλτράρεται από τις διαμεσολαβήσεις (των ΜΜΕ, των social media, των κομμάτων) το να κατεβαίνεις στην πλατεία ή στο δρόμο αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τους κυβερνώντες. Μπορεί να φαντάζει υπερβολικό αυτό που λέγεται, αλλά πλέον το σύστημα δεν μπορεί να ανεχτεί οτιδήποτε άλλο. Ένα απλό και γρήγορο επιχείρημα είναι η καταστολή που έχουνε φάει μόνο οι δύο πορείες του Μάη (της γενικής απεργίας και η επόμενη) καθώς και το «τριήμερο» 15-28-29…

Η κρίση, της κρίσης, την κρίση, ώ κρίση…

7.

Η κρίση που άρχισε να εκδηλώνεται (ή να την εκδηλώνουν από τις αρχές του ’08) έχει κάνει πολύ δρόμο και επιπλέον είναι πλέον ρητά ένα πεδίο ανταγωνισμού. Σε αυτό το πεδίο ανταγωνισμού είναι πλέον προφανές έχουμε κερδίσει αρκετά πράγματα. Ήδη η εξέγερση του ’08 αποτέλεσε απάντηση των εκμεταλλευομένων και σε αυτή την ίδια την κρίση. Ας προσπαθήσει απλά να ανακαλέσει κανείς στη μνήμη του την τρομοκρατία που έπαιζε στα ΜΜΕ σε σχέση με το θέμα το φθινόπωρο του ΄08. Επιπρόσθετα αν εξετάσει κανείς την κρίση σαν πεδίο ανταγωνισμού εκμεταλλευτών-εκμεταλλευομένων και δει τον Δεκέμβρη του ’08 σαν απάντηση, αναγκαστικά θα πρέπει να δει και όλα όσα εκδηλώνονται από τότε σαν απάντηση στον Δεκέμβρη του ’08. Ακόμα και αν δε δέχεται κανείς μία τέτοια θεώρηση, το ζήτημα της εξέγερσης εν μέσω κρίσης δημιουργεί επιπλέον πρόβλημα στους κυβερνώντες. Η διαχείριση της κρίσης απαιτεί συναίνεση και οι εξεγέρσεις δεν παράγουν συναίνεση. Επομένως ακόμα και αν εμείς οι από κάτω δεν λογαριάζουμε τον Δεκέμβρη του ’08 σαν απάντηση και στην κρίση, ας μην ανησυχούμε καθόλου. Οι εκμεταλλευτές μας την έχουν μια χαρά εκλάβει έτσι και δρουν απαιτώντας πειθάρχηση.

8.

Θα τολμήσω να το πάω λίγο παραπέρα. Θα τολμήσω να πω ότι ο Δεκέμβρης του ’08 επίτεινε την κρίση δημιουργώντας επιπλέον πρόβλημα. Ταυτόχρονα όλον αυτόν τον καιρό και ειδικά από την ψήφιση του Μνημονίου το Μάη του ’10, ευρεία στρώματα εκμεταλλευομένων δεν δέχονται και δεν αποδέχονται σαν γεγονός το ότι το χρέος είτε το δημιούργησαν αυτοί, είτε ότι είναι δικό τους. Μοιάζει απλοικό το παράδειγμα που θα δώσουμε αλλά νομίζω ότι αντικατοπτρίζει πολύ καλά το κλίμα: πως μπορείς να ζητήσεις λεφτά από κάποιον που σου λέει ότι δεν σου χρωστάει τίποτα; Και οκ, έχεις κυβέρνηση, μπάτσους, ΜΜΕ και το κανονίζουνε μια χαρά αυτοί. Αυτή η άρνηση αποδοχής του χρέους όμως παράγει κάτι ακόμα επιπλέον. Παράγει έλλειψη κοινωνικής συναίνεσης πάλι. Και θα το ξαναπώ. Αυτή τη φορά η κοινωνική συναίνεση δεν μπορεί να είναι ελαστική και άρα υπάρχουνε πολύ λιγότερα περιθώρια να μην υπάρχει συναίνεση.

9.

Αυτό οδηγεί σε ένα πολύ βασικό συμπέρασμα νομίζω. Ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κομμάτια των εκμεταλλευομένων αντιλαμβάνονται την κρίση χρέους σαν επίθεση προς τους ίδιους, σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό η επίθεση αυτή στην αντίληψη αρκετών δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά συλλογική. Και άλλοι δέχονται αυτή την επίθεση. Αυτό και μόνο από μόνο του αναιρεί ένα βασικό όπλο της επίθεσης των εκμεταλλευτών μας. Αναιρεί την συνθήκη που θέλουνε να επιβάλλουνε ο καθένας σπίτι του ή καθένας να σώσει τον εαυτούλη του. Φυσικά ακόμα δεν είναι πολύ διευρυμένο αυτό ούτε έχει πολύ μεγάλη κοινωνική απήχηση. Ωστόσο είναι διαμορφωμένο σαν αντίλογος.

10.

Έτσι λοιπόν, ας γίνει όσο πιο σαφές γίνεται και ας διατυπωθεί και εδώ. Η κρίση χρέους είναι επίθεση των εκμεταλλευτών στους εκμεταλλευόμενους. Αυτό σαν συμπέρασμα έχει σπουδαία πολιτική σημασία, πρώτον γιατί μετατρέπει το χρέος από ζήτημα διαχείρισης σε ζήτημα ευθύνης. Αυτή τη στιγμή η άποψη «ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να πληρώσουμε το χρέος» παλεύει με την άποψη «ποιος, γιατί και πως δημιούργησε το χρέος».

11.

Επιπλέον υπάρχει και ένας σαφής αντικειμενικός στόχος των αφεντικών. Επιδιώκουν άμεσα και γρήγορα την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υποτίμηση μας σαν εργάτες και ταυτόχρονα να απαλλαγούν από οποιοδήποτε κόστος αναπαραγωγής (επιδόματα, περίθαλψη, εκπαίδευση κλπ).

12.

Ως εκ τούτου από καθαρά στρατηγική σκοπιά πρέπει να παλέψουμε για δύο πολύ σημαντικά ζητήματα. Από την μια να μην πληρώσουμε το χρέος τους και από την άλλη αν δεν μπορούμε να αυξήσουμε τους μισθούς μας να μειώσουμε τα κέρδη που βγάζουνε από την εκμετάλλευση μας. Το πρώτο μπορεί να συμπυκνωθεί στο πρόταγμα περί «κοινωνικής στάσης πληρωμών» αρνούμενοι να πληρώσουμε μία σειρά από νέα χαράτσια (σε ρεύμα, νερό, μεταφορές, διόδια, νοσοκομεία κλπ). Ταυτόχρονα εντείνουμε την πάλη στους χώρους εργασίας με όποιον τρόπο θεωρούμε πρόσφορο (με αγώνες και οργάνωση, με σαμποτάζ και πτώση της παραγωγικότητας). Τέλος και συμπληρωματικά είμαστε πλέον αναγκασμένοι να μπούμε σε διαδικασία αυτοοργάνωσης και των αναγκών μας οργανώνοντας κουζίνες, ομάδες αυτοβοήθειας και αλληλεγγύης, ταμεία ενίσχυσης και ακόμα γιατί όχι αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες παραγωγής. Συνολικά χρέος μας είναι με όποιο τρόπο μπορούμε είτε να μειώνουμε τα κέρδη τους είτε να αυξάνουμε τα δικά μας. Και ας έχουμε υπόψη μας ότι πια τα κέρδη τους είναι λίγα και θα γαντζωθούν σε αυτά με λύσσα και θα τα υπερασπιστούν με όλο το οπλοστάσιο της δημοκρατίας τους.

Περί βίας και βιασύνης

13.

Το θέμα της βίας και της αντιβίας είναι πραγματικά και ένα κεφαλαιώδες ζήτημα αλλά ταυτόχρονα και ένα κομβικό θέμα για την εξέλιξη του κινήματος. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία θεμάτων που αναγκαστικά λόγο της υφής τους δεν μπορούν να έχουν μία μόνιμη και σταθερή λύση ή απάντηση. Αυτό συμβαίνει επειδή απλούστατα τα μέσα πρέπει διαρκώς να αναθεωρούνται και να συζητούνται διεξοδικά σε συνάρτηση με τους σκοπούς μας. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τα μέσα έχουν καταστεί πλέον σκοπός λειτουργώντας έτσι ανασταλτικά στην εξέλιξη και στην ανάπτυξη του κινήματος. Επομένως, ένα πρώτο και πολύ βασικό για το θέμα της βίας: κινηματικός διάλογος. Προς αυτό τον στόχο και με αυτό κατά νου διατυπώνονται κάποιες θέσεις.

14.

Αλλά πριν από αυτά, οφείλουμε νομίζω μία αυτοκριτική σαν κίνημα. Κατά την διάρκεια του Δεκέμβρη και υπο το βάρος της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, οποιαδήποτε αντιβία ασκήθηκε θεωρήθηκε δίκαιη και στα αλήθεια το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε απέναντι σε ένα κράτος που εκτρέφει στα χοιροστάσια του τύπους σαν τον Κορκονέα. Υπό αυτό το βάρος αφέθηκαν να αναπτυχθούν μορφές αντιβίας που μετά τη λήξη της εξέγερσης ελάχιστα απελευθερωτικά λειτουργούσαν. Ταυτόχρονα βέβαια ας μην κρυβόμαστε: υπάρχει και ένα ποσοστό βίας το οποίο προέρχεται από αυτό που ας ονομαστεί πρόχειρα άγρια νεολαία. Το πρόβλημα με αυτό τη βία, η οποία έχει πολλά χαρακτηριστικά συμμορίας και ενδεχομένως τυφλότητας δεν είναι ότι υπάρχει. Το πρόβλημα είναι ότι κάποια πολιτικά υποκείμενα τη θεωρούν καθαυτή απελευθερωτική ενώ δεν είναι.

15.

Κατά το τριήμερο 15-28-29 Ιουνίου το κράτος έκανε μια ολοφάνερη επιλογή. Μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντια στους διαδηλωτές. Αυτό φανερώνει δύο πράγματα: πρώτον παρόλο το χάιδεμα των ΜΜΕ αυτή η άρνηση και η σύγκρουση με το Μεσοπρόθεσμο ήταν αδύνατο να αφομοιωθεί και δεύτερον και πολύ σημαντικότερο που αποκρύπτεται συνεχώς από όλους ότι τίθεται πλέον σε πρακτική αμφισβήτηση το δικαίωμα μας να διαδηλώνουμε. Με αυτή την έννοια, ρητά ή άρρητα, οι διαδηλωτές έδωσαν μάχη να συνεχίσουνε να είναι στην πλατεία διεκδικώντας και ασκώντας αυτό το δικαίωμα. Δεν μας έπιασε καμία αστικοδημοκρατική ευαισθησία σε σχέση με τα δικαιώματα, αλλά ξέρουμε πολύ καλά ότι όσο δεν αγωνίζεσαι για αυτά (και για το συγκεκριμένο αγωνίζονται οι εκμεταλλευόμενοι αιώνες ολόκληρους) πεθαίνουν. Η στάση της μεγάλης πλειοψηφίας και στο πως κατέβηκε και στο ότι συνεχώς ο κόσμος επέστρεφε στην πλατεία επί ώρες, φανερώνει ακόμα και την πολύ καλή οργάνωση μας στο δρόμο παρόλο το χαμηλό επίπεδο οργανωτικής συνοχής αλλά κυρίως φανερώνει την αποφασιστικότητα.

16.

Το πλέον σημαντικό που οφείλουμε όλοι μας όσοι κατεβαίνουμε στο δρόμο, ακόμα και σε κάτι που φαινομενικά είναι τελείως ειρηνικό, και που θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθιά πλέον και να το δούμε στις πρακτικές του συνέπειες, είναι ότι πλέον δεν υπάρχουν ειρηνικές διαδηλώσεις. Εμείς σαν διαδηλωτές μπορεί να θεωρούμε σαν ειρηνικό το να διαδηλώνουμε απλά φωνάζοντας αλλά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό δεν θεωρείται πλέον ειρηνικό από τους κυβερνώντες. Το ακριβώς αντίθετο. Το σύστημα έχει καταστεί πλέον πολύ περισσότερο ανελαστικό και άρα θα θεωρήσει πολλά περισσότερα πράγματα σαν βία και θα τα αντιμετωπίσει κατασταλτικά. Ανάμεσα σε αυτό, και σε μία συνθήκη που όπως ξανάπαμε το μόνο που μπορεί να ανεχτεί είναι τον καθένα μας σπίτι του να τρώει τις σάρκες του η διαδήλωση ακόμα και πουπουλένια μαξιλάρια να πετάει στους μπάτσους θεωρείται πολεμική πράξη. Εξαιτίας αυτού, υπήρχε και μια τρομερή αναβάθμιση του τι έγινε στο Σύνταγμα αυτές τις τρεις μέρες από τον Παπουτσή ο οποίος μίλαγε για «αντάρτικο πόλεων» και για «σχέδιο εισβολής στην Βουλή». Ούτε αντάρτικο υπήρξε, ούτε σχέδιο εισβολής στην Βουλή. Απλά αυτό που κάποτε μπορούσε να γίνει ανεκτό δεν μπορεί να είναι πλέον και κανείς δεν πρόκειται να το πει. Γιατί αν το πει θα ανοίξει ένα ακόμα πεδίο σύγκρουσης με τους εκμεταλλευομένους, πολύ πιο πολιτικό και πολύ πιο ουσιαστικό. Και τώρα κανείς τους δεν θέλει να κάνει κινήσεις περιστολής δικαιωμάτων και κατακτήσεων πολιτικής έκφρασης.

17.

Η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχουνε ειρηνικές διαδηλώσεις είναι αναγκασμένη να συνοδεύεται από τις πρακτικές της συνέπειες. Μέσα αυτοπροστασίας, μάσκες, γυαλιά, φάρμακα για τα δακρυγόνα, καδρόνια, αλυσίδες, περιφρούρηση. Ακόμα παραπέρα οφείλουμε να αναβαθμίσουμε την στάση μας στο δρόμο σε ομάδες μεγαλύτερες της παρέας μας ή των μικρών συλλογικοτήτων μας. Πρέπει να διαφυλάξουμε την παρουσία μας και το δικαίωμα μας στο δρόμο. Αφού δεν μας σέβονται θα πρέπει να μάθουνε να μας φοβούνται.

18.

Η βία στο δρόμο, στις διαδηλώσεις πλέον θα αρχίσει να γίνεται ολοένα και περισσότερο συστατικό στοιχείο σε όλο και πιο πολλές πολιτικές μας δραστηριότητες. Ας μην εκπλαγούμε αν δούμε σε πράγματα που μέχρι τώρα είναι απολύτως «ειρηνικά» (π.χ. κλεισίματα χώρων δουλειάς, περιφρουρήσεις) να πέφτει ξύλο και δακρυγόνο… Άλλωστε ποιος να το έλεγε πριν 3 χρόνια σε γενικές απεργίες της ΓΣΕΕ θα έπεφτε τόση καταστολή; Ως εκ τούτου οφείλουμε σαν κίνημα, από την μια να είμαστε σε θέση να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, και από την άλλη να καθορίσουμε όσο είναι δυνατόν τα όρια και τα πλαίσια σαν κίνημα της άσκησης της αντιβίας μας. Αυτό το μόνο που σημαίνει είναι ότι η βία είναι αποκλειστικά και μόνο μέσο. Μέσο για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας και τους αγώνες μας, μέσο για κατοχυρώσουμε τις θέσεις μας και τις κατακτήσεις μας, μέσο για να ικανοποιηθούν αιτήματα και επιδιώξεις μας. Ακόμα και εξαιρετικά σημαντικό, αυτή η βία ή θα απορρέει μέσα από όσο το δυνατόν ανοιχτές και συλλογικές διαδικασίες ή, αν δεν συμβαίνει αυτό, καλύτερα να μην υπάρχει καθόλου. Το τρίημερο του Ιουνίου αυτό που μας λέει ιστορικά είναι ότι μόνο έτσι πρέπει να γίνεται και να συμβαίνει αυτή!

19.

Τέλος ας έχουμε κατά νου, δύο ακόμα πράγματα: Πρώτον, υπάρχει εκτός από την πολιτική βία, και κοινωνική βία… Κοινωνική βία η οποία δεν είναι πάντα απελευθερωτική και την οποία κάποια κομμάτια του αναρχικού χώρου την έχουν εγκολπωθεί ηλιθιωδώς. Ας έχουμε κατά νου ότι αυτή η κοινωνική βία, που σε ένα μεγάλο ποσοστό της είναι τυφλή και ατομικίστικη θα γίνει όπως γίνεται ήδη προσπάθεια να χρεωθεί στο κίνημα. Δεύτερον, είναι προφανές και ιστορικά σαφές ότι όπου υπάρχει αστυνομία θα υπάρχουνε και ασφαλίτες, προβοκάτορες και χαφιέδες. Εδώ και πολλές δεκαετίες το κίνημα έχει ήδη απαντήσει σε αυτό: οι ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες που λειτουργούν αντιιεραρχικά και αυτοοργανωμένα χωρίς ΚΕ και μυστικά συμβούλια είναι οι πιο ασφαλείς διαδικασίες απέναντι σε αυτές τις μεθόδους. Με αυτή την έννοια και στο βαθμό που εμείς οι ίδιοι θα ορίζουμε τη βία μας στο δρόμο, τα σαφή της όρια και τα συγκεκριμένα της πλαίσια θα λειτουργήσουν και σαν ανάχωμα και εμπόδιο στους ασφαλίτες και τους ρουφιάνους.

Ο δρόμος φτιάχνεται προχωρώντας

20.

Μετά το μεσοπρόθεσμο λοιπόν τι; Σταματούν όλα εδώ; Είναι προφανές ότι όχι. Έτσι και αλλιώς το Μεσοπρόθεσμο ήταν μία μάχη, που αν σκεφτεί κανείς πόσα διακυβεύονταν για τους αφεντικάνους καθώς και το πόση βία ασκήθηκε για να περάσει καταλαβαίνει πόσο κρίσιμο ήταν για τους σχεδιασμούς τους. Από την άλλη χωρίς το Μεσοπρόθεσμο η καθημερινότητα μας ήταν μία χαρά; Προφανώς και όχι. Συνεχίζουμε λοιπόν τον αγώνα. Δώσαμε μία μάχη.

21.

Τρία θέματα αναδεικνύονται σαν το διακύβευμα των επόμενων μηνών και των επόμενων χρόνων.

Ένα πρώτο: αγώνες βάσης, αγώνες στη γειτονιά και στους χώρους εργασίας. Παντού όπου βρισκόμαστε δημιουργούμε δομές και εστίες αντίστασης από τα κάτω.

Ένα δεύτερο: δομές αλληλοβοήθειας. Συλλογικές κουζίνες, ταμεία αλληλεγγύης, καταλήψεις στέγης, νομικές ομάδες υποστήριξης κλπ. Κοινωνική και ταξική αλληλεγγύη στην πράξη.

Ένα τρίτο: συμμετέχουμε ενεργά στις συνελεύσεις των γειτονιών μας και προσπαθούμε όσο πιο σκληρά γίνεται να οργανώσουμε κοινωνική στάση πληρωμών.

22.

Αλλά όλα αυτά είναι το διακύβευμα της επόμενης μέρας.

Είναι κιόλας αύριο.

βα.αλ.

Σχετικές δημοσιεύσεις