Αναδημοσίευση 3 κειμένων για τον αγώνα στο ρεστοράν Μπανκέτ από τον ιστότοπο http://o-a-blog.blogspot.com. Συντάκτες: reddove, Γ.Π., Ε.Σ., Ε.Π.

Μορφές του αγώνα στο ρεστοράν Μπανκέτ

Η κεντρική μορφή του αγώνα ήταν οι παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το εστιατόριο («αποκλεισμοί» όπως ένα κομμάτι της επιτροπής αλληλεγγύης τις αποκαλούσε, αλλά δεν ήταν πραγματικά τέτοιοι) [1]. Οι παραστάσεις ήταν καθημερινές, σε ώρες αιχμής του μαγαζιού, με αποτέλεσμα να χάνει η εργοδοσία αρκετά χρήματα ενώ παράλληλα δυσφημούσε το κατάστημα, και για αυτό θεωρούνταν πως πίεζε πολύ, αλλά σαν μορφή αγώνα δεν ήταν τέτοια που να μπορεί να συσπειρώνει περισσότερο κόσμο να συμμετάσχει, καθώς δεν είναι δυνατό για κάποιον να παρευρίσκεται έξω από το banquet κάθε μέρα. Επίσης το γεγονός πως απέναντι στην αλλαγή των όρων και των περιεχομένων από την πλευρά του αφεντικού (πχ προκλήσεις έξω από το μαγαζί/ τραμπουκισμοί/ lock out/ εξώδικα) δεν υπήρχε καμία αλλαγή αλλά το ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο από μέρους μας αποθάρρυνε πολύ κόσμο. Απόπειρες [2] για την αλλαγή της στάσης μας και ενάντια στη στασιμότητα, αντιμετωπίστηκαν εχθρικά από την κυρίαρχη τάση της επιτροπής. Επιπλέον η υιοθέτηση αυτής της μορφής πάλης αφού το μαγαζί ξαναάνοιξε και οι εργαζόμενοι που είχαν κάνει τις καταγγελίες είχαν απολυθεί δεν πρόκρινε τη συμμετοχή των εργαζομένων στον αγώνα.

Η απεργία στις 5/5, όπου οι εργαζόμενοι στις 12 το βράδυ παράτησαν τα πόστα τους απεργώντας, ήταν το σημαντικότερο βήμα που έκαναν εκείνη την περίοδο. Κατέβηκαν επισης στην απεργιακή πορεία εκείνης της μέρας, ερχόμενοι σε επαφή με την κρατική τρομοκρατία και καταστολή.

Με το λοκ άουτ του αφεντικού, οι παραστάσεις μεταφέρθηκαν σε άλλα μαγαζιά όπου ένα από τα αφεντικά του Banquet είχε μετοχές (Aχίλλειον και Zazous στην Καλαμαριά) και με μικρές πορείες στο κέντρο προς αυτά. Αυτές οι δράσεις ενώ δεν ασκούσαν την ίδια πίεση σε σχέση με τις παραστάσεις του μπανκέτ, είχαν όλα τα αρνητικά των προηγούμενων, συν το ότι εκεί δεν επιτεύχθηκε/ προσπαθήθηκε να συνδεθούμε με τον κόσμο που εργαζόταν σε αυτά τα μαγαζιά. Επίσης δεν ηταν μορφές που μπορούσαν να εμπλέξουν τους εργαζόμενους με ενεργό τρόπο, ούτε και δόθηκε κάποια απάντηση απέναντι στη συγκεκριμένη αλλαγή των όρων (το λοκ άουτ δλδ) από την πλευρά της εργοδοσίας.

Μια άλλη μορφή δράσης ήταν οι κουζίνες έξω από το κλειστό μαγαζί. Γίνανε συνολικά 3 κουζίνες. Η μορφή αυτή αφενός βοηθούσε στο να εμπλακούν οι εργαζόμενοι (συμμετείχαν και εργαζόμενοι του banquet με φαγητά του σε 2 εξ αυτών) και αφετέρου έφερε τον αγώνα πίσω στο banquet μετά το λοκ-άουτ. Η κυρίαρχη τάση πάντως την αντιμετώπισε απλά σαν ένα μέσο να βρεθούν χρήματα για να ενισχυθούν οι εργαζόμενοι και ο αγώνας.

Με το λοκ άουτ του banquet προέκυψε το ζήτημα της οικονομικής ενίσχυσης των εργαζομένων που πλέον δε θα είχαν εργασία, και αυτό έγινε κυρίως με τις συναυλίες (συνολικά πραγματοποιήθηκαν 3 συναυλίες) καθώς και με κουτιά οικονομικής ενίσχυσης σε απεργίες και πορείες και σε συναυλίες καλλιτεχνών με «αριστερό»/εναλλακτικό προφίλ. Οι συναυλίες είχαν επίσης και το σκοπό της προπαγάνδισης του αγώνα, και η παρουσία των εργαζομένων σε αυτές ήταν σημαντική ως προς αυτό.

Η τριμερής στην επιθεώρηση, μια από τις λίγες κινήσεις στις οποίες συμμετείχαν πρωταγωνιστικά οι εργαζόμενοι οι ίδιοι. Όμως δεν αντιμετωπίστηκε με τη σοβαρότητα που θα έπρεπε. Στο τυπικό της μέρος, δεν υπήρχε καν δικηγόρος ούτε συγκεκριμένος σχεδιασμός ενώ στο κινηματικό της μέρος δε χρησιμοποιήθηκαν οι αλληλέγγυοι που υπήρχαν έξω από την επιθεώρηση με τρόπο τέτοιο ώστε να φανεί η μαζικότητα και η δυναμική τους στους επιθεωρητές, πχ ανεβαίνοντας ενας αριθμός από αυτούς μέσα στην επιθεώρηση.

Όσον αφορά τη σχέση με τα ΜΜΕ, η σχέση της επιτροπής με αυτά ήταν σχέσης συνεργασίας και συνεννόησης και όχι με κινηματικούς όρους επιβολή της προβολής της δικής μας άποψης. Παράδειγμα (όπως και το δελτίο τύπου κατά την κράτηση του ΓΚ στο αυτόφωρο) η παράσταση στη Μακεδονία, όπου ενώ είχε αποφασιστεί μαζική παράσταση, στο τέλος κατέληξε απλά 3 μέλη της επιτροπής κανονίσανε με τους δημοσιογράφους να δοθούν την επόμενη μέρα μέσα στο κτήριο της εφημερίδας συνεντεύξεις για τις οποίες δεν ασκήσαμε καμία πίεση ή έλεγχο το πώς θα βγαίνανε προς τα έξω.

Για την απάντηση στην καταστολή, τόσο όσο αφορά τα δικαστήρια όσο και στα ΑΤ όταν υπήρχαν συλλήψεις, δεν ήταν της δυναμικής που θα έπρεπε. Όταν το αφεντικό βάζει μπροστά τις μηνύσεις και τα αυτόφωρα, αρχικά ενάντια στον ΓΚ, εργαζόμενο χωρίς κινηματική εμπειρία, και συγκεντρώνεται κόσμος έξω από το αστυνομικό τμήμα λευκού πύργου, υπήρχε καταστολή των συνθημάτων που κρίνονταν επιθετικά ενάντια στην αστυνομία και αντ’ αυτού φωνάζονταν από τη ντουντούκα πως αντί να πιάσουν τα αφεντικά που παρανομούσαν, έπιαναν τους εργαζόμενους. Μετά από αυτή την παράσταση, ενώ υπήρχε από αρκετό κόσμο διάθεση να γίνει πορεία και παράσταση μπροστά στο εστιατόριο, απορρίφθηκε ακριβώς για να μην οξύνουμε τη σύγκρουση με το αφεντικό. Όταν περάσανε αυτοφωρο τα άλλα δυο μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης, επειδή θεωρήθηκαν «ψημένοι» δεν έγιναν αντίστοιχες κινήσεις αλληλεγγύης για να αφεθούν ελεύθεροι. Επίσης στα δικαστήρια δε θεωρήθηκε σημαντικό να μιλήσουν ως μάρτυρες εργαζόμενοι, τη στιγμή που το αφεντικό είχε στο πλευρό του για μάρτυρες τους ρουφιάνους του. Επίσης, αξιοσημείωτο είναι πως, με παρότρυνση κομματιού της επιτροπής αλληλεγγύης, οι εργαζόμενοι που ερχόντουσαν στις παραστάσεις διαμαρτυρίας σταμάτησαν μετά από αυτά να συμμετέχουν σε αυτές, όχι μόνο λόγω φόβου για τις μηνύσεις, αλλά γιατί υπήρχε η άποψη πως έπρεπε να αναλάβουν την κατάσταση οι «ψημένοι» οι οποίοι «αντέχουν» την καταστολή.

Λόγος αξίζει να γίνει για τις βάρδιες έξω από το μαγαζί (κατά την κυρίαρχη τάση της επιτροπής «απεργιακές φρουρές»). Αυτές ξεκίνησαν μετά το lockout μεν, αλλά κατά τον Ιούνιο, με την υποψία ότι το αφεντικό σκόπευε να κλείσει οριστικά το εστιατόριο και να μεταφέρει εξοπλισμό/προμήθειες, με σκοπό να μην αποζημιώσει τους εργαζόμενους. Η πολιτική/ πρακτική αναγκαιότητα για αυτό δεν υποστηρίχτηκε από όλους. Τελικά αυτό οδήγησε απλά σε σπατάλη δυνάμεων και συντηρούσε την ενασχόληση κάποιου κόσμου, παρά έδειχνε την παρουσία μας στα αφεντικά καθόλη τη διάρκεια του lockout.

Επίσης γίνανε διάφορες πορείες για το banquet. Από τη μια, όταν καλούνταν πορείες (π.χ. ενάντια στο ΔΝΤ κλπ) είτε από ΓΣΕΕ είτε από πρωτοβάθμια σωματεια, υπηρχε συμμετοχή με μπλοκ της επιτροπής αλληλεγγύης, πιο πολύ σε μια κατεύθυνση να προπαγανδιστεί ο αγωνας. Όσο το μαγαζί ήταν ανοιχτό, υπήρχε η προσπάθεια να περνάει η πορεία από εκεί και μετά το τέλος της, κομμάτια της να πηγαίνουν στο μαγαζί για να συμμετάσχουν σε παραστάσεις διαμαρτυριας. Στη ΔΕΘ επισης συμμετειχαν οι εργαζομενοι με δικό τους μπλοκ [3]. Γίνανε επίσης πορείες με θέμα το banquet, αλλά αυτές γενικά δεν είχαν καθαρή στόχευση, όπως οι πορείες που γίνανε το Σεπτέμβρη, με εξαίρεση μια πορεία η οποία πέρασε από άλλα μαγαζιά του επισιτισμού της πόλης και η οποία είχε στόχο να ανοίξει το ζήτημα στους άλλους εργαζόμενους του κλάδου, βρίσκοντας τους στο χώρο δουλειάς τους και όχι γενικά στην πόλη, αλλά και να αποτελέσει απάντηση στη συσπείρωση των αφεντικών.

Σημειώσεις

[1] Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβαινε επί σειρά μηνών, ήταν μια παρουσία κόσμου η οποία δεν απέκλειε καμία από τις εισόδους του μαγαζιού ώστε να μπλοκαριστεί άμεσα η παραγωγή (προσπαθήθηκε στην αρχή μόνο μειοψηφικά) τόσο στο Banquet όσο και στο Αχίλλειον με τον εξής τρόπο: υπήρχαν ένα ή δύο πανό τα οποία τοποθετούνταν με τα συνθήματά τους να φαίνονται στο εσωτερικό του μαγαζιού, και όχι στον κόσμο που περνούσε και έβλεπε την κινητοποίηση. Χρησιμοποιούνταν επίσης σαν υλικό «σύνορο» μεταξύ των αγωνιζόμενων και του μαγαζιού, στον εσωτερικό χώρο του οποίου δεν μπήκαμε ποτέ, αλλά ούτε και πλησιάζαμε συνήθως τα εξωτερικά τραπεζάκια, υποτίθεται για το φόβο φθορών που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αφεντικό εναντίον μας. Το υλικό αυτό σύνορο υποστηρίζονταν και έμψυχα, από τον κόσμο της κυρίαρχης πολιτικής τάσης στην επιτροπή, ο οποίος λειτουργούσε σε αυτή τη θέση σαν «πυροσβέστης», πολιτικός όσο και χωρικός μεταξύ αντεγκλήσεων αφεντικών, μπάτσων και αλληλέγγυων, ώστε να μην ξεφύγουν (από την πεπατημένη των κινητοποιήσεων) κάποιες καταστάσεις. Αποκορύφωμα αυτής της λογικής ήταν η εχθρική στάση του κυρίαρχου κομματιού της επιτροπής στις 18/9 προς τους υπόλοιπους αλληλέγγυους/ες, όπου η μίνι πορεία στο κέντρο της πόλης κατέληξε στο Banquet, που είχε πλέον ανοίξει –αν και δε λειτουργούσε-. Μετά από απόπειρες των αφεντικών και των ρουφιάνων τους να τραβήξουν βίντεο και να επιτεθούν με καρέκλα σε κάποιο κόσμο και την οργισμένη αντίδραση που ακολούθησε, το κυρίαρχο αυτό κομμάτι συνέχιζε να κάθεται αμέτοχο με το πανό στην ίδια θέση (!), ενώ κάποιοι προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να πείσουν τους αστυνομικούς να συλλάβουν τα αφεντικά που βιντεοσκοπούσαν (!). []

[2] Αυτές οι απόπειρες περιελάμβαναν πολύ απλά πράγματα –με την πολιτική μας επιλογή ότι δεν είχε νόημα να επιχειρήσουμε τη ριζοσπαστικοποίηση των μορφών του αγώνα έξω από τους εργαζόμενους– όπως συζητήσεις πάνω σε αυτό στην επιτροπή ή με τους εργαζόμενους, συνθήματα με μαρκαδόρο σε έπιπλα του μαγαζιού, τρικάκια έξω από το «επίσημο» πολιτικό πλαίσιο της επιτροπής ή απόπειρα να «καταλάβουμε» τον εξωτερικό χώρο του εστιατορίου με το να κάτσουμε στα τραπεζάκια. []

[3] Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι προσυγκεντρώσεις αυτών των πορειών γίνονταν μαζί με αυτές της ΓΣΕΕ, χωρίς ποτέ να ανοίξει μια κουβέντα πάνω στη δομή αυτή με τους εργαζόμενους. []

—♦—

Οι σχέσεις των εργαζομένων στο ρεστοράν μπανκετ με τον αγώνα και τους αλληλέγγυους

Όσον αφορά στην κατάσταση όπως διαμορφώθηκε από την πλευρά των εργαζομένων, αυτή έχει ως εξής. Κατ’ αρχάς, οι εργαζόμενοι ξεκίνησαν έχοντας έναν παραπάνω ρόλο, απ’ ότι στη συνέχεια, κάνοντας τις καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας για δεδουλευμένα, ένσημα. δώρα κτλ μετά από την απόλυση του Β. Κιτσώνη, ενώ συμμετείχαν και στην απεργία στις 5 Μάη. Τα δύο αυτά είναι σημαντικά ιδίως αν συνυπολογίσουμε και τις κόντρες & την πίεση που είχαν να αντιμετωπίσουν μέσα στο μαγαζί από τα αφεντικά και τους ρουφιάνους του Μπανκέ.

Οι εργαζόμενοι άντεξαν την κατάσταση αυτή χάρη στην ενότητα που διατηρούσαν, πράγμα που τους βοήθησε να μην υποχωρήουν ούτε και στις δωροδοκίες από τα αφεντικά όταν προσπαθούσαν να τους πλησιάσουν έναν έναν και να τους διασπάσουν. Έδειχναν έτσι αποφασισμένοι να συνεχίσουν όλοι μαζί μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. Επιπλέον, συμμετείχαν σε κάποιες συναντήσεις και δράσεις της Επιτροπής Αλληλεγγύης που στόχευαν στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων, στην πίεση των αφεντικών και στην προπαγάνδιση του αγώνα των εργαζομένων, όπως η κουζίνα έξω από το Μπανκέ, οι συναυλίες οικονομικής ενίσχυσης κτλ. Παρ’ όλ’ αυτά η συμμετοχή τους αυτή δεν ήταν μαζική, ενώ μειώθηκε ακόμη περισσότερο στη συνέχεια.

Μετά τις 15 Μάη, όταν δηλαδή τα αφεντικά του Μπανκέ αποφάσισαν να κλείσουν το μαγαζί προφασιζόμενοι ότι οι «αποκλεισμοί» καθιστούσαν αδύνατη τη λειτουργία του, ο αγώνας φαίνεται να φεύγει πλήρως απο τα χέρια των εργαζομένων και τον αποφασιστικό ρόλο για τη συνέχισή του παίζει στο εξής η Επιτροπή Αλληλεγγύης και υπόγεια η ΟΚΔΕ. Αυτό στην πράξη σήμαινε ότι πλέον η Επ. Αλληλεγγύης ήταν αυτή που, χωρίς να βρίσκεται στο σύνολό της σε επαφή με τους εργαζομένους, αποφάσιζε όχι μόνο ότι ο αγώνας θα συνεχιζόταν, αλλά και τα μέσα και τις δράσεις με τις οποίες θα γινόταν αυτό και κυρίως τα αιτήματα των εργαζομένων στο εξής.

Έτσι, η διαπραγμάτευση με τα αφεντικά του Μπανκέ γινόταν πλέον από το «σωματείο» (όπως εμφανίζονταν οι συνδικαλιστές της ΟΚΔΕ που ήταν μέλη της μειοψηφίας του ΔΣ του σωματείου επισιτισμου και το οποίο ελέγχεται από το ΠΑΜΕ) και όχι τους εργαζόμενους, με το πρόσχημα ότι τα αφεντικά θα κατάφερναν να «σπάσουν» την αποφασιστικότητα των εργαζομένων αλλά όχι βέβαια των «ψημένων» συνδικαλιστών. Αναπτύσσεται έτσι, μια σχέση εμπιστοσύνης με το «σωματείο» (που δικαιολογείται και από την επαφή με το συνάδελφό τους Κιτσώνη) που καταλήγει σχέση ανάθεσης των αποφάσεων και δράσεων στην Επ. Αλληλεγγύης.

Το λοκ άουτ του μαγαζιού συνέβαλε σε αυτήν τη σχέση ανάθεσης διότι με αυτό οι εργαζόμενοι σταμάτησαν να βρίσκονται στον ίδιο χώρο εργασίας και χώρο τριβής με την εργοδοσία και άρα έσπασε η κοινίοτητα μεταξύ τους. Άρχισαν να ψάχνουν πλέον δουλειά, εντός ή εκτός Θεσ/νίκης, με αποτέλεσμα να παίρνουν σιγά σιγά χωριστούς δρόμους. Εντάθηκε έτσι, η επαφή τους με το «σωματείο, στο οποίο πήγαιναν τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα, αντικαθιστώντας έτσι την επαφή και αλληλεπίδραση με το σύνολο της Επιτροπής Αλληλεγγύης και αποσυγκροτώντας την κοινότητα αγώνα που θα έπρεπε να υπάρχει πρώτα από όλα μεταξύ τους και ύστερα με τους όποιους αλληλέγγυους.

Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώθηκε και συνεχίστηκε μια στασιμότητα του αγώνα και των δράσεων της Επιτροπής Αλληλεγγύης. και μια επανάπαυση από την πλευρά των εργαζομένων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων και των δράσεων τόσο των δικών τους όσο και της Επιτροπής Αλληλεγγύης (ειδικά αφού πλέον μορφές, περιεχόμενο κλπ θεωρούνταν δεδομένα και σταθερά παρά τις αλλαγές των όποιων συνθηκών), και από ένα σημείο και πέρα μόνο στο τρέξιμο των αλληλέγγυων, καθώς οι ίδιοι οι εργαζόμενοι επαναπαύτηκαν στο τρέξιμο των άλλων και από εκεί και πέρα τους ενδιέφεραν άλλα πράγματα, όπως το να βρουν κάποια δουλειά, πράγμα πολύ λογικό αλλα που η επιτροπή θα έπρεπε να το λαμβάνει υπόψιν αντί να μιλάει για «ανυποχώρητο αγώνα» τη στιγμή που ο «ανυποχώρητο αγώνα» έκανε η επιτροπή μόνη της. Η κατάσταση αυτή εντεινόταν και από άλλες δύο ελλείψεις:

Πρώτον, την έλλειψη δημόσιου λόγου από τους ίδιους τους εργαζόμενους: δεν έβγαλαν ούτε ένα κείμενο για να προβάλλουν τον αγώνα τους (εκτός από ένα κείμενο που έκανε κριτική στη στάση του πάμε, και το γιατί ένα τέτοιο κείμενο να είναι το μοναδικό που έχουν υπογράψει οι ίδιοι ενώ δεν είχαν γράψει κανένα άλλο που να απευθύνεται στην κοινωνία, σε σωματεία και συλλογικότητες κλπ είναι κάτι που μπορεί να καταλάβει ο καθένας ποιανού συμφέροντα εξυπηρετούσε…), όπως αυτοί τον αντιλαμβάνονταν, και τα αιτήματά τους. Το ότι δεν βγήκαν οι εργαζόμενοι μπροστά και δεν ανέλαβαν την ευθύνη του αγώνα (κυρίως μετά τις μηνύσεις από μέρους του αφεντικού), αλλά η Επ. Αλληλεγγύης, (ακόμα και στα ΜΜΕ μιλούσαν μέλη της Επιτροπής και όχι οι εργαζόμενοι) όχι μόνο έδειχνε ότι δεν τον είχαν στα χέρια τους, αλλά τους περιόρισε και στο να έρθουν σε επαφή με άλλους εργαζόμενους (του κλάδου ή μη) ή πολιτικούς χώρους, με αποτέλεσμα να μην εμπλακεί κανένας άλλος σε αυτό τον αγώνα.

Η δεύτερη έλλειψη αφορά στη συμμετοχή τους στην Επιτροπή Αλληλεγγύης. Στην περίτπωση αυτή, η μη συμμετοχή της πλειοψηφιας τους και επομένως η έλλειψη αλληλεπίδρασης με το σύνολο της Επ. Αλληλεγγύης, σε συνδυασμό με το ότι τα αιτήματα και η συνέχιση του αγώνα εκφραζόταν από την Επιτροπή και όχι τους ίδιους, είχε τις εξής συνέπειες: τα αιτήματα δεν διαμορφώνονταν από τους εργαζόμενους, ενώ το κομμάτι αυτό της επιτροπής που δεν είχε μέσω άλλων διαδικασιών επαφή με αυτούς, δε γνώριζε τι πραγματικά ήθελαν οι εργαζόμενοι και με ποιο τρόπο θα το πετύχαιναν και άρα πήγαινε στα τυφλά σπαταλώντας δυνάμεις και χρόνο. Εν τέλει κατέληξε να παρουσιάζεται η άποψη της ΟΚΔΕ ως άποψη των εργαζομένων εντός της επιτροπής όσο και στο λόγο της εποτροπής προς τα έξω. Η διάσταση μεταξύ Επιτροπής και εργαζομένους φάνηκε στο τέλος με τους τελευταίους να μην θέλουν να ξαναγυρίσουν στη δουλειά όταν στο τέλος αυτό κερδίθηκε ενώ η Επιτροπή είχε ως ένα από τα κύρια αιτήματά της την επαναπρόσληψη (φτάσαμε στην τραγελαφική κατάσταση να γίνονται προσπάθειες από τα μέλη της ΟΚΔΕ να πειστούν μετά την τελική συμφωνία να γυρίσουν στη δουλεία…). Έτσι επιπλέον, με την απουσία τους από τις διαδικασίες της επιτροπής δεν υπήρχε αλληλεπίδραση και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ εργαζομένων του Μπανκέ και αλληλέγγυων.

Πέρα από τις συνέπειες που είχε ο τρόπος αυτός αντιμετώπισης της κινητοποίησης απο την πλευρά των εργαζομένων κατα τη διάρκεια της, ένα άλλο ζήτημα είναι ποια κουλτούρα αγώνα και ευθύνης αφήνει στους εργαζόμενους μια διαδικασία, κατα την οποία δεν αναπτύσσονται σχέσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας αλλά σχέσεις πελάτη-υπηρεσίας, για τους μελλοντικούς αγώνες.

—♦—

Για την εργοδοσία

Ένας εργοδότης, όντας απ’ ευθείας και πρώτιστα ο κύριος «εχθρός» σε έναν εργατικό αγώνα, πιο πολύ «αντιμετωπίζει» παρά «διαμεσολαβεί» την εχθρική προς αυτόν δράση. Ο εργοδότης του Banquet, καθώς δεν ήταν εξαίρεση, κυρίως με τη στάση και τις πράξεις του σε εντοπισμένες χρονικά περιόδους,  δημιούργησε ευνοϊκούς για αυτόν όρους και στο υπόλοιπο διάστημα εκμεταλλεύτηκε τη διαμεσολάβηση που εγκαθίδρυαν άλλοι παράγοντες. Τα χαρακτηριστικά που φέρει η εργοδοσία του Β. δείχνουν και τα πεδία όπου εφαρμόστηκαν και οι ενέργειές της. Οι σχέσεις με φορείς επίσημης και ανεπίσημης εξουσίας, το προφίλ της επιχείρησης της ίδιας και η οικονομική κατάσταση του εργοδότη, αποτέλεσαν καίριους παράγοντες διαμόρφωσης των δράσεων και μεθόδων του. Αυτού και των συμμάχων του. Γι΄αυτό είδαμε κινήσεις όπως επερωτήσεις στη Βουλή, δημοσιεύματα στον τύπο υπέρ του, υποστήριξη από αντίστοιχου μεγέθους αφεντικά, και άψογη στάση από το οικείο, «βοηθητικό» σωματείο των αφεντικων, για να γίνει η δουλειά του.

Αποδείχθηκε ένας εργοδότης με πρωτοβουλία κινήσεων: Η συσπείρωση των 21 υπόλοιπων εργαζόμενων, δείχνει την πίεση που άσκησε αρχικά μέσα στην επιχείρηση. Παρήγαγε και συντήρησε τους διαχωρισμούς μεταξύ των εργαζόμενων, και πρωτογενώς και επικοινωνιακά. Χρησιμοποίησε τα μήντια σε καποιο βαθμό, αξιοποιώντας άλλο ένα προνομιακό του πεδίο. Έκανε νωρίς το βήμα του λοκ-άουτ, στερώντας από τους εργαζόμενους το βασικό σημείο πίεσης και το πρωταρχικό πεδίο δημιουργίας κοινότητας μεταξύ τους. Χειρίστηκε το διάστημα του καλοκαιριού, εκμεταλλευόμενος την ταξικότατη αλληλεγγύη των συναδέλφων εστιατόρων. Κλιμάκωσε απολύοντας, κερδίζοντας ασφαλιστικά μέτρα κάνοντας δίκες σε μικρό χρονικό διάστημα, και καθήλωσε ουσιαστικά από το Φθινόπωρο το απέναντι μέτωπο σε θέση άμυνας/παραίτησης. Με τη μερική όξυνση στο δρόμο, έξω από το εστιατόριο, ζύγισε τον κύριο και επιδραστικό αντίπαλό του και εκτίμησε την αδυναμία – άρνησή του να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.

Η οικονομική επιφάνεια των συμφερόντων της εργοδοσίας κατέστησε σαφές ότι ο χρόνος δούλευε υπέρ της. Oι εργαζόμενοι είχαν το πρόβλημα του να φάνε, το φάσμα της ανεργίας μπροστά τους και την οικονομική στήριξη ισχνή, σε αντιπαραβολή. Το ότι το ποσό του συμβιβασμού που τελικά έγινε ήταν συγκρίσιμο με ό,τι δεχόταν να δώσει τον Ιούλιο δείχνει ότι οι αντίστοιχου μεγέθους εργοδότες άνετα περιλαμβάνουν τέτοιες περιπτώσεις στα «έξοδα κινήσεως» του κύκλου εργασιών τους. Αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό καθιστούσε «εύλογη» και «προφανή» την ποικίλη στήριξη από την εξουσία. Ούτε ο Φιόρος. ούτε ο Σκρίβας έπεσαν από τον ουρανό σαν επιχειρηματίες. Επομένως η εκτίμηση ότι θα «στριμωχθούν οικονομικά» και «θα χάσουν» με κάποιο τρόπο, μάλλον παρέλειπε να τους εντάξει στο πραγματικό σημείο της νομής εξουσίας. Αντίθετα, αποπροσανατόλιζε όσον αφορά τις δυνάμεις και την άνεση που είχαν. Γι’ αυτό και η πρακτική υιοθέτησή της από την Επιτροπή Αλληλεγγύης εδραίωσε το διαμεσολαβητικό της ρόλο σα μόρφωμα του αγώνα, αποτυγχάνοντας παράλληλα να διακρίνει τα κρίσιμα του σημεία του αγώνα στα οποία η δράση θα έπρεπε να μεταβληθεί σε ένταση ή/και ποιότητα.

Σχετικές δημοσιεύσεις