Η «ανοιχτή συνέλευση κατοίκων Ζωγράφου» ήταν η πρώτη λαϊκή συνέλευση που δημιουργήθηκε μετά από την απόφαση της λαϊκής συνέλευσης Συντάγματος την Κυριακή 28/5 να εξαπλωθεί ο αγώνας κι οι συνελεύσεις στις γειτονιές. Ήδη οι τέσσερις πρώτες ημέρες των «αγανακτισμένων» μέσω Facebook στο Σύνταγμα είχαν διαψεύσει τις «Κασσάνδρες» της αριστεράς και της αναρχίας που μιλούσαν για ένα «απολίτικο πανηγυράκι» και πλέον κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς δοκίμαζαν την γνωστή τους λενινιστική έφοδο στο κίνημα, μπαίνοντας μαζικά στις συνελεύσεις, έστω και χωρίς να προτάσσουν την κομματική τους ταυτότητα. Η πρώτη λαϊκή συνέλευση στου Ζωγράφου καλείται λοιπόν την επόμενη μέρα από την πρώτη Κυριακή που δεκάδες χιλιάδες πολίτες συνέρευσαν στο (πάνω και κάτω) Σύνταγμα και σ’ αυτήν συμμετέχουν καμιά 30άριά άτομα, που μπορούν να χωριστούν σε δυο υποκατηγορίες. Από τη μια ο (νεαρής κατά βάση ηλικίας) κόσμος που είχε γνωριστεί στο Σύνταγμα και κατοικούσε Ζωγράφου, από την άλλη άτομα που συμμετείχαν σε κινηματικές διαδικασίες στην περιοχή και πριν τις 25/05/2011, κυρίως άτομα από την «επιτροπή για την Βίλα Ζωγράφου» και δευτερευόντως από την «Αυτόνομη Συνέλευση Ζωγράφου». Ας κάνουμε μια ιστορική παρένθεση:

Η λαϊκή συνέλευση στην πλατεία Γαρδένια δεν ήταν η πρώτη φορά που μια τέτοια σύνθεση κόσμου ενεπλάκη σε ανοιχτές κινηματικές διαδικασίες. Η πρόσφατη ιστορία αγώνων στη γειτονιά του Ζωγράφου μας αποκαλύπτει υπόρρητα αλλά σταθερά μια μικρή και χαλαρή κοινότητα αγώνα που σχηματίστηκε κυρίως μέσα στις κινητοποιήσεις των τελευταίων 3-4 χρόνων για τους δημόσιους χώρους, αλλά και τις προσπάθειες σύνδεσης της γειτονιάς με κεντρικότερες κινητοποιήσεις (π.χ. κατάληψη info café τον Δεκέμβρη του ’08 ή οι δράσεις για τα ΜΜΜ). Ο αγώνας για τη σωτηρία της Βίλας Ζωγράφου και του Άλσους των Ιλισίων από τα επιχειρηματικά κατασκευαστικά σχέδια, το μπλοκάρισμα της μετατροπής 6 πλατειών σε υπόγεια πάρκινγκ, οι κινητοποιήσεις ενάντια στην κατασκευή αυτοκινητόδρομων στον Υμηττό βρήκαν κάποια ριζώματα στους κατοίκους της γειτονιάς μέσω ανοιχτών επιτροπών/συνελεύσεων και δυναμικών συγκεντρώσεων.

Γιατί όμως, παρά τις (συχνές) υλικές νίκες της, αυτή η κοινότητα αγώνα δεν παρέμεινε παρά μικρή και χαλαρή στις σχέσεις και τις πρακτικές της, μην αφήνοντας μια κινηματική παρακαταθήκη που θα ήταν χρήσιμη στην λαϊκή συνέλευση του Ιουνίου; Για να απαντήσουμε να πρέπει να σταθούμε για λίγο στις οργανωτικές και πολιτικές αντιφάσεις αυτών των κινητοποιήσεων. Πρώτον, συχνά οι επιτροπές και οι συνελεύσεις ήταν μόνο εν μέρει (αν όχι κατ’ όνομα) ανοιχτές διαδικασίες, καθώς είτε δημιουργούνταν (και συντονίζονταν) βάσει κομματικών αποφάσεων και χωρίς πραγματική συμμετοχή των κατοίκων, είτε κυριαρχούνταν από διαμάχες ιδεολογικών ταυτοτήτων. Κατ’ επέκταση δεν κατάφερναν πάντα να αποτελέσουν χώρο ζύμωσης και επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων της γειτονιάς. Δεύτερον, το πολιτικό πλαίσιο των διεκδικήσεων έμενε συνήθως περιορισμένο στο ζήτημα της υπεράσπισης του δημόσιου χώρου ως χώρου πρασίνου. Μόνο μειοψηφικά τοποθετήθηκε κινηματικά σαν ζήτημα συλλογικής χρήσης του δημόσιου χώρου, δηλαδή σαν δημιουργία ενός ανοιχτού χώρου αλληλεγγύης και συνεύρεσης που μπορεί να χτίσει σχέσεις κοινότητας και να γίνει ορμητήριο άλλων κοινωνικών αντιστάσεων. Γνώμη μας είναι ότι ο ευκαιριακός ή ψηφοθηρικός τρόπος που συνήθως προσεγγίζει η αριστερά τις τοπικές συνελεύσεις έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο τόσο στην γραφειοκρατικοποίηση των διαδικασιών όσο και την περιστολή του περιεχομένου των κινητοποιήσεων. Απ’ την άλλη όμως ούτε το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι (άτομα του αυτόνομου/αντιεξουσιαστικού χώρου και ανένταχτοι αγωνιστές/τριες) κατάφερε να θέσει συλλογικά τους όρους – είτε λόγω έλλειψης αποφασιστικότητας είτε λόγω απειρίας – για τη δημιουργία μιας πραγματικής κοινότητας αγώνα που να αποτελεί ένα συνεχές και ριζωμένο νήμα μεταξύ των κινητοποιήσεων στη γειτονιά.

Ξαναγυρνώντας στα τέλη Μαΐου του 2011, η πρώτη λαϊκή συνέλευση αποφασίζει πλειοψηφικά να πορευθεί με κατσαρολάδα τις επόμενες μέρες στο Σύνταγμα και να καλέσει κατοίκους της περιοχής να συμμετέχουν στην συνέλευση στην πλατεία Γαρδένιας (κεντρική πλατεία του Ζωγράφου) με κεντρικό σύνθημα «Να φύγουν όλοι – μπορούμε και μόνοι μας». Το σύνθημα αυτό κριτικαρίστηκε από τους αριστερούς συμμετέχοντες στη συνέλευση ως «αόριστο», και η επόμενη συνέλευση αφιερώθηκε εξ’ ολοκλήρου στο να βρεθεί το «στοχευμένο» πολιτικό πλαίσιο. Αφού επαναλήφθηκε η κουβέντα του Συντάγματος περί της διαφοράς «άμεσης» και «πραγματικής» δημοκρατίας, ήρθαν και σε μορφή bullets τα υπόλοιπα τρία αιτήματα, που χωρίς πολλή συζήτηση ψηφίστηκαν: «Όχι στο Μνημόνιο – κάτω οι κυβερνήσεις και οι πολιτικές του χρέους», «Δεν χρωστάμε – δεν πουλάμε – δεν πληρώνουμε», «Να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι: καταχραστές, πολιτικοί, τοκογλύφοι». Η πολιτικοποίηση του κινήματος είχε επιτέλους επιτευχθεί με το… ακραία ριζοσπαστικό «όχι στο μνημόνιο», με την μετονομασία των ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ σε «κυβερνήσεις και πολιτικές του χρέους», με ένα πιασάρικο διαφημιστικό μότο που υπονοεί ότι οι προς πώληση ΔΕΚΟ ανήκουν σε όλους μας (τους Έλληνες;), γι’ αυτό και μάλλον δεν τις πουλάμε (μετά από τόσα χρόνια που τις κάναμε ότι θέλαμε;) και τέλος με την έμμεση προτροπή να εκτελεστούν στο Γουδί (από κάποιον εθνοσωτήρα;) κάποιοι κακοί άνθρωποι που ευθύνονται για την κρίση.

Αυτή η λογική της πολιτικής διαχείρισης του κινήματος βρισκόταν αντιμέτωπη με μια άλλη πιο μειοψηφική λογική στη συνέλευση που πρότασσε να μην υποτιμούμε το «group therapy» που είχε κατεβάσει τις πρώτες μέρες τόσο κόσμο στον δρόμο. Ότι στην επίθεση που βιώνουμε, έχουμε ανάγκη να εκφραστούμε, να βγούμε από το καβούκι μας, τον φόβο μας, την κατάθλιψη μας, να μιλήσουμε, να γνωριστούμε, να οργανωθούμε. Ότι τα κόμματα και τα συνδικάτα γιουχάρονται στις πλατείες γιατί έχουν αποκοπεί από τα συμφέροντα μας, νοιάζονται μόνο για τις ψήφους και ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την κατάντια μας. Ότι τέλος χρειάζεται να απευθυνθούμε στη γειτονιά «πόρτα-πόρτα», με έναν καθημερινό κι όχι ξύλινο λόγο και με πρωτότυπες δράσεις που περά από την πάλη ενάντια στο μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο να βάζουν ως στόχο την δημιουργία δομών αλληλοβοήθειας και κοινότητας αγώνα ανάμεσα στους (ντόπιους και μετανάστες) ανέργους, τους εργαζόμενους, τις νοικοκυρές και τους συνταξιούχους της γειτονιάς μας: Να οργανωθούν οι άνεργοι της περιοχής, να απαιτήσουμε μειώσεις τιμών στα super market, να καταργήσουμε στην πράξη το χρέος. Αυτές οι διαθέσεις και προτάσεις ποτέ δεν συζητήθηκαν κι οργανώθηκαν σοβαρά, αφού η διαμάχη για τα πολιτικά πλαίσια μονοπωλούσε τις συνελεύσεις. Πολλές φορές μάλιστα κι όσοι υποστηρίζαμε αυτήν την λογική καταλήγαμε αντί να συζητάμε πρακτικά γι’ αυτές να αντιμαχόμαστε το αν θα έπρεπε να μπούνε κάποια από τα 3-4 μπούλετς που είχαμε αποφασίσει στην 2η συνέλευση ή όλα, αν θα πρέπει να ψηφίσουμε για το αν θα ψηφίσουμε να μπούνε και άλλα κωμικοτραγικά κι απογοητευτικά που διώχνουν αντί να φέρνουν καινούρια άτομα σε τέτοιου είδους διαδικασίες.

Πέρα από τη λογική των πολιτικών πλαισίων και την κυριάρχηση της ιδεολογικής διαμάχης, θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες των ελλειμμάτων και των προοπτικών της λαϊκής συνέλευσης και στην κοινωνική της σύνθεση, που όπως και η γειτονιά του Ζωγράφου είναι κατά σημαντικό μέρος φοιτητική/μετα-φοιτητική.

Απ’ την μια πλευρά, η ιδιαιτερότητα της κοινωνικής σύνθεσης της συνέλευσης του Ζωγράφου συνέδεε τη διαδικασία με μια μαχητική εμπειρία αγώνων – αυτή του φοιτητικού κινήματος ’06/’07 και της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Επίσης, δημιουργούσε αντικειμενικά ένα μεγάλο έδαφος σύνδεσης και γείωσης με τα προβλήματα και τις ανάγκες ενός από τα πιο έντονα πληττόμενα κομμάτια της κοινωνίας, τον κόσμο της επισφαλούς, «μαύρης» και ανασφάλιστης εργασίας, τους φοιτητές ή πτυχιούχους 20-35 ετών, που βρίσκονται συνεχώς στα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ εργασίας και ανεργίας. Απ’ την άλλη πλευρά όμως, αυτή η κυρίαρχη (μετα-)φοιτητική ταυτότητα της συνέλευσης έθεσε εμπόδια στην αποτελεσματική οργάνωση της διαδικασίας και των δράσεων, αλλά και στη σύνδεση με την υπόλοιπη γειτονιά. Ο κόσμος αυτός, παρότι μαχητικός, όντας εξοικειωμένος με τη λογική και λειτουργία των συνελεύσεων των φοιτητικών αμφιθεάτρων δεν κατάφερε να αποτρέψει την κυριαρχία των πολιτικών/ιδεολογικών πλαισίων και την συχνή μετατροπή της συνέλευσης σε μικρό κοινοβούλιο. Η συζήτηση πάνω σε έτοιμα πακέτα-από-bullets και ο περιορισμός του κόσμου σε ρόλο επικυρωτή είναι βασικό στοιχείο των φοιτητικών συνελεύσεων που δυστυχώς έχει χαραχτεί βαθιά στην πολιτική κουλτούρα των αγωνιζόμενων. Επίσης δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον ξύλινο και αφηρημένο λόγο και να θέσει τα ζητήματα στην βάση των άμεσων κοινωνικών αναγκών και της πρακτικής απάντησης στις καθημερινές συνέπειες της κρίσης. Έτσι δεν έλειπαν ποτέ τα μεγάλα λόγια και οι διακηρύξεις, έλειπε όμως η πρακτική δέσμευση, συμμετοχή και υπευθυνότητα που χρειάζονται οι συλλογικές διαδικασίες για να είναι αποτελεσματικές. Για παράδειγμα εκφραζόταν συνεχώς η επιθυμία για σύνδεση με άλλα κομμάτια της γειτονιάς που βρίσκονται σε τροχιά αγώνα (όπως οι εργαζόμενοι του δήμου και οι φοιτητές των εστιών) αλλά στην πράξη οι προσπάθειες για επικοινωνία και σύνδεση ήταν αποσπασματικές, αν όχι πρωτοβουλιακές.

Όλα τα παραπάνω επέδρασαν σημαντικά στις αντιλήψεις που εκφράστηκαν για τη σύνδεση με τους εργαζόμενους της γειτονιάς. Ενώ από τη μία κηρυσσόταν εμφατικά η σύνδεση με τα σωματεία και η συμμετοχή στις απεργιακές πορείες, απ’ την άλλη πολύς κόσμος δεν έβλεπε ουσιαστικά τον ίδιο του τον εαυτό ως εκμεταλλευόμενο και η επικοινωνία με τους εργαζόμενους του Ζωγράφου ουσιαστικά δεν επιχειρήθηκε ποτέ με πρακτικούς όρους. Σαν η εργασία και η εκμετάλλευσή της να βρίσκεται κάπου μακριά, σαν να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι εκμεταλλευόμενοι είτε δουλεύουμε για μεγάλο ή μικρό αφεντικό είτε αντιμετωπίζουμε καθημερινά τον εκβιασμό της αναζήτησης εργασίας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ακούσαμε και φράσεις που θα μας στοιχειώνουν για καιρό, όπως ότι “δεν υπάρχει εργατική τάξη στου Ζωγράφου!” ή ότι καπελώθηκε η διαδικασία επειδή σε μια παρέμβασή μας συμμετείχαν εργαζόμενοι από τα σωματεία σερβιτόρων και κούριερ για να επικοινωνήσουν με συναδέλφους τους!!

Το θέμα της βίας επίσης άνοιξε αρκετά νωρίς στου Ζωγράφου, μετά την επίσκεψη της τότε υφυπουργού Εργασίας Άννας Νταλάρα στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου (06/06). Η άμεση αντίδραση μας ώστε να φανεί ανεπιθύμητη η παρουσία μιας υπουργού στη γειτονιά μας εκφράστηκε και με σπρωξίματα στους μπλε μπάτσους που φυλούσαν το κτίριο και με εκτόξευση ζαρβαβατικών και πλαστικών μπουκαλιών. Κι ενώ όλα αυτά τα κάναμε όλοι μαζί, όπως όλοι μαζί φάγαμε και τα δακρυγόνα, στην επόμενη συνέλευση μπήκε θέμα «να διασφαλίσουμε τον ειρηνικό χαρακτήρα του κινήματος». Αυτή η διασπαστική ρητορική στο εσωτερικό της συνέλευσης -με στόχο να περιθωριοποιηθούμε ως «μπάχαλοι» όσοι προτάσσαμε την πρακτική μας οργάνωση σε επίπεδο αυτοάμυνας στον δρόμο- συνεχίστηκε μέχρι τις 28-29, αν και η στοιχειώδης αυτοάμυνα (μαλλόξ, ριοπάν, μάσκες) και το ξεπέρασμα της λογικής της μη-βίας αποτελούσε ήδη αποδεκτή λογική του κινήματος και της λ.σ. Ζωγράφου. Η «μπαχαλοφοβία» όμως δεν επέτρεψε καμιά σοβαρή πολιτική-οργανωτική κουβέντα για το πώς θα πραγματοποιηθεί ο στόχος του αποκλεισμού του Κυνοβουλίου στις 29/6, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν δύο μέλη της συνέλευσης, που με γυμνά χέρια και χωρίς της συνδρομή κανενός «προβοκάτορα» δέχτηκαν την επίθεση των ΜΑΤ στο μπλόκο του Ευαγγελισμού. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν ότι μετά την άγρια καταστολή στην 48ωρη απεργία για ένα μέλος της συνέλευσης το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν το γιαούρτι που έφυγε στα μούτρα της βουλευτή του ΚΚΕ Λ. Κανέλλη, η οποία προβοκατόρικα θέλησε να περάσει ανάμεσα από το μπλόκο (για «να καταψηφίσει το Μεσοπρόθεσμο», την ώρα που γινόταν προσπάθεια να μην λειτουργήσει το Κυνοβούλιο). Έτσι φάνηκε ότι κάποιοι δεν είχαν πρόβλημα με όλα τα κόμματα και με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά με συγκεκριμένες εκφάνσεις της. Ή δεν ισχύει ότι κρυφός τους πόθος είναι να γίνουν ΚΚΕ στην θέση του ΚΚΕ;

Συνοψίζοντας, η λαϊκή συνέλευση αντιμετώπιζε συνεχώς, ρητά ή άρρητα, το ερώτημα αν θα αποτελούσε παράρτημα του Συντάγματος στου Ζωγράφου ή κοινότητα αγώνα στη γειτονιά.

Η πρώτη αντίληψη εκφράστηκε μέσα από την κυριαρχία των ιδεολογικών ταυτοτήτων και των έτοιμων πολιτικών πλαισίων. Για το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς επρόκειτο για μια επιδίωξη να αποτυπωθεί και στη γειτονιά η ιδεολογική ηγεμονία της στο κίνημα και να συσπειρωθεί κόσμος στον αγώνα βάσει αυτής. Απ’ την άλλη για ένα κομμάτι του α/α/α χώρου που έμεινε καχύποπτα μουδιασμένο απέναντι στο Σύνταγμα, η λαϊκή συνέλευση ήταν επίσης παράρτημα των “απολίτικων και μικροαστών αγανακτισμένων” σε επίπεδο γειτονιάς. Σε κάθε περίπτωση, παρόλο που σίγουρα δεν εξισώνονται, οι ιδεολογικές ταυτότητες των αγωνιζόμενων μπήκαν εμπόδιο στην προσπάθεια για μια πρώτη ψηλάφηση πρακτικών λύσεων στα καθημερινά προβλήματα.

Η δεύτερη αντίληψη, αυτή της δημιουργίας κοινότητας αγώνα, ήταν πολύ πιο ασυνεχής, χαοτική και ασαφής. Ενώ συσπειρωνόταν πάνω σε συγκεκριμένες προτάσεις και όχι σε ολοκληρωμένες πολιτικές πλατφόρμες, δεν κατάφερνε να θέσει το ζήτημα των στόχων και των προοπτικών της συνέλευσης στην πρακτική του βάση: θέλουμε να καλέσουμε τον κόσμο βάσει πολιτικο-ιδεολογικών πλαισίων ή βάσει συλλογικών και διεκδικητικών παραδειγμάτων αγώνα; Θέλουμε να βρούμε τα bullets ή τις συνταγές που θα “ξυπνήσουν” τους εκμεταλλευόμενους ή να αρχίσουμε να αγωνιζόμαστε οι ίδιοι για την συλλογική και πρακτική ικανοποίηση των αναγκών μας;

Η πορεία της λαϊκής συνέλευσης από το Σεπτέμβριο και μετά ακολουθεί πάνω κάτω τις διακριτές συνέπειες των παραπάνω αντιλήψεων. Από τη στιγμή που, όπως φαίνεται, το Σύνταγμα και οι λαϊκές συνελεύσεις άρχισαν να υποχωρούν, η πλειοψηφία της οργανωμένης αριστεράς σταμάτησε να βρίσκει ψηφοθηρικό ενδιαφέρον στην ίδια τη συνέλευση. Για να είμαστε πιο ακριβείς, μάλλον έψαχνε ευκαιρία να την σαμποτάρει. Η ευκαιρία ήρθε επ’ αφορμή των γεγονότων της Πέμπτης 20 Οκτωβρίου στην απεργιακή πορεία όπου η περιφρούρηση του ΠΑΜΕ συγκρούστηκε με τους διαδηλωτές. Το κομμάτι αυτό της αριστεράς του Ζωγράφου ήρθε στη λαϊκή συνέλευση εκβιάζοντας και πιέζοντας για ανακοίνωση καταγγελίας των διαδηλωτών που συγκρούστηκαν με τα ΚΝΑΤ ως προβοκατόρων και παρακρατικών (και χρεώνοντάς τους την κρατική δολοφονία του εργάτη Δημήτρη Κοτζαρίδη). Η ανακοίνωση ήταν προφανώς έτοιμη και η σκηνή προβαρισμένη από πριν. Απείλησαν ότι αν δε βγει η καταγγελία που προτείνουν θα αποχωρήσουν από τη λαϊκή συνέλευση, μιας και δε μπορούν πλέον να εμπιστευθούν τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Προφανώς η πρόταση καταψηφίστηκε από όλους πέρα από τους θιασώτες της, που αποχώρησαν καταγγέλλοντας. Προς τιμήν του ένα τμήμα της αριστεράς παρέμεινε στη συνέλευση σπάζοντας τον κομματικό εκβιασμό.Απ’ την άλλη, κλείνοντας, προφανώς θα ήταν ανώφελο για τη συνέλευση να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο, έστω και χωρίς κομματικά «καπέλα».

Αν δεν ψάξουμε να βρούμε τρόπους να αγωνιστούμε και να συνδεθούμε με τους υπόλοιπους καταπιεζόμενους στην βάση της συλλογικής και αποτελεσματικής επίλυσης των καθημερινών μας προβλημάτων, θα συνεχίζουμε στο ίδιο αδιέξοδο μονοπάτι. Τα ερωτήματα παραμένουν: πώς θα φτιάξουμε δομές αλληλοβοήθειας στη γειτονιά; πώς θα μειώσουμε το καθημερινό κόστος ζωής μας; πώς θα καταργήσουμε στην πράξη το χρέος; πώς θα υψώσουμε οδοφράγματα απέναντι στην εξαθλίωση;

γ.λ. & α.π.

Σχετικές δημοσιεύσεις