Το κείμενο αυτό είναι ένας κινηματικός απολογισμός του αγώνα των απογραφέων/τομεαρχών για την καταβολή των δεδουλευμένων που μας χρωστούσε για πολλούς μήνες το κράτος μέσω της “ανεξάρτητης” Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (στο εξής ΕΛΣΤΑΤ). Θέλουμε να καταγράψουμε και να αποτιμήσουμε την εργασιακή σχέση που σύναψε το κράτος με τους απογραφείς σαν τμήμα της στρατηγικής του κεφαλαίου σε καιρό κρίσης, να ξαναδούμε ψύχραιμα την πορεία και τη δυναμική του αγώνα που δώσαμε και να ψηλαφήσουμε τη σημασία της έκβασής του για τις εργατικές μάχες που έρχονται.

Οι απογραφείς και τομεάρχες εργάστηκαν για λογαριασμό της ΕΛΣΤΑΤ από τον Ιανουάριο μέχρι το Μάιο του 2011. Το ελληνικό κράτος είχε προεισπράξει απ’ τον προϋπολογισμό του ’11 το κονδύλι των 44 εκ. ευρώ από την ΕΕ για την γενική απογραφή του πληθυσμού. Οι απογραφείς τελικά πληρώθηκαν λίγο πριν το τέλος του χρόνου έπειτα από μια σειρά συνελεύσεων και κινητοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν από μια μειοψηφία τους στις μεγάλες πόλεις της ελληνικής επικράτειας.

Ποιοι ήταν και τι ήθελαν οι απογραφείς

Γύρω στα τέλη του 2010 δημοσιεύτηκε η προκήρυξη για εργαζόμενους στην γενική απογραφή πληθυσμού και κατοικιών που θα πραγματοποιούταν το Μάιο του ’11. Πολλές χιλιάδες ζητήθηκαν και πολλές χιλιάδες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Η δουλειά θα ήταν λίγη. Οι τομεάρχες θα εργάζονταν κάποιο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου και οι απογραφείς για 15-20 μέρες πηγαίνοντας πόρτα-πόρτα. Το κράτος έψαχνε για προσωρινούς και ελαστικούς εργάτες στην τεράστια δεξαμενή της γκρίζας ζώνης μεταξύ ανεργίας και επισφάλειας. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρεις κεντρικές φιγούρες στον κόσμο που πήγε να δουλέψει στην απογραφή. Καταρχήν τους αμέτρητους άνεργους/επισφαλώς εργαζόμενους σαν κι εμάς που εδώ και χρόνια τη βγάζουν ψαρεύοντας τέτοιες δουλειές. Τους υπερειδικευμένους πτυχιούχους ή αιώνιους φοιτητές που είναι συνηθισμένοι στις ευέλικτες μορφές εργασίας και την κοροϊδία των αφεντικών που τις συνοδεύει προκειμένου να καταφέρουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην εξάρτηση απ’ την οικογένεια και την επιβίωση με δικούς τους πόρους. Δεύτερον τους σημερινούς ενεργούς φοιτητές και φοιτήτριες που πιθανώς δεν έχουν χωθεί με τα μπούνια στην αναζήτηση εργασίας και δικών τους πόρων, και συχνά βλέπουν τέτοιες δουλειές σαν ευκαιρία για έξτρα χαρτζιλίκι ή υποστήριξη του οικογενειακού εισοδήματος. Τέλος τους (μεγαλύτερους σε ηλικία) χρόνια άνεργους ή πρόσφατα απολυμένους που είδαν την εργασία στην απογραφή σαν ευκαιρία για να πάρουν μια ανάσα απ’ τα συσσωρευμένα χρέη και αδιέξοδα στα οποία τους έχει βουλιάξει η καπιταλιστική κρίση. Προσυπογράφουμε ότι κανέναν απ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν επρόκειτο να “σώσουν” τα 600, 800 ή 1000 ευρώ της απογραφής, κανενός το μέλλον δεν εξαρτιόταν απ’ αυτά τα λεφτά και μόνο. Ίσως κάποιοι απ’ αυτούς ξέχασαν εντελώς τα λεφτά που τους χρώσταγε η ΕΛΣΤΑΤ, ίσως κάποιοι ένιωθαν ότι είναι μάταιο να κάνεις ολόκληρη φασαρία για λίγα ευρώ και σίγουρα για πολλούς ήταν “φυσιολογική” (δηλαδή βίαια νομιμοποιημένη) μία καθυστέρηση 5-6 μηνών μέχρι να πάρουν όσα δούλεψαν. Απ’ την άλλη οι λίγες εκατοντάδες απογραφείς και τομεάρχες που οργανωθήκαμε και αγωνιστήκαμε βλέπαμε λίγο-πολύ μια άμεση σχέση ανάμεσα στην συνολική κοινωνικο-πολιτική συνθήκη της κρίσης και την καθυστέρηση πληρωμής. Κυρίως όμως βλέπαμε μία άμεση εξάρτηση της καταβολής των δεδουλευμένων από την κινητοποίηση ή μη των απογραφέων.

Η ταξική σύνθεση των απογραφέων έβρισκε σε μεγάλο βαθμό την αντανάκλασή της στην πολιτική σύνθεση των συμμετεχόντων στον αγώνα. Σχηματικά μπορούμε να διακρίνουμε δύο φιγούρες που συναντήθηκαν και αλληλεπίδρασαν μέσα στις διαδικασίες και τις κινητοποιήσεις. Απ’ τη μία πλευρά υπήρχαν οι επισφαλείς/άνεργοι που γαλουγήθηκαν πολιτικά κυρίως στο φοιτητικό κίνημα του ’06-’07 και την εξέγερση του Δεκέμβρη και είχαν εμπειρίες αγώνα και αυτοοργανωμένων δομών από πανεπιστήμια, γειτονιές ή χώρους εργασίας. Αυτό το κομμάτι, όντας πιο συνεκτικό και έμπειρο πολιτικά, αποτέλεσε το πρώτο κύτταρο της συνέλευσης δίνοντάς της απ’ την αρχή οριζόντιο και αντιιεραρχικό χαρακτήρα. Απ’ την άλλη πλευρά υπήρχε κόσμος που είχε σαν βασική του αναφορά (ή και πρώτη εμπειρία συλλογικοποίησης) τις καλοκαιρινες κινητοποιήσεις των πλατειών και το Σύνταγμα. Ο κόσμος αυτός ήταν συνήθως μεγαλύτερος ηλικιακά, είχε οικειοποιηθεί τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες εν είδει “συλλογικού αυθόρμητου” και ήταν εξαιρετικά ανοιχτός προς τα νέα μέσα κοινωνικής απεύθυνσης που αξιοποιήθηκαν από την πλατεία Συντάγματος (πχ facebook και blogs). Όλοι και όλες εμείς, που στην Αθήνα δεν ξεπεράσαμε τα εκατό άτομα, καταφέραμε να οργανωθούμε σε συνελεύσεις και να συντονιστούμε πανελλαδικά, να προχωρήσουμε σε συγκεντρώσεις και καταλήψεις μέχρι να πάρουμε τα δεδουλευμένα μας απ’ το ελληνικό κράτος.

Το αφεντικό που λέγεται ΕΛΣΤΑΤ

Μέσα στον δημόσιο πανικό για την καταβολή των δόσεων, την κυβερνητική αστάθεια και την έκρηξη των κοινωνικών αντιστάσεων στα μισά του 2011, η ΕΛΣΤΑΤ δε θα χαλιόταν καθόλου να κρατούσε τα 44,000,000 εκατομύρια ευρώ που είχε προεισπράξει για την απογραφή. Πολλοί και πολλές από μας αμβιφάλαμε για την πληρωμή μας πριν καν απογράψουμε. Υποψιαζόμασταν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να προσφέρουμε τζάμπα εργασία στην ΕΛΣΤΑΤ κι έτσι κάθε υπολογισμός για τα λεφτά που θα παίρναμε συνοδευόταν απ’ το… “αν μας πληρώσουν βέβαια”. Μεγάλα κομμάτια του νεαρότερου τμήματος της εργατικής τάξης ήταν ούτως ή άλλως εξοικειωμένα με την μαύρη και απλήρωτη εργασία – ένα ατομικό βίωμα αρκετά κοινό για όσους/όσες απασχολούνταν σε προσωρινές δουλειές του τριτογενή τομέα. Στον καιρό της καπιταλιστικής κρίσης όμως η στάση πληρωμών από πλευράς των αφεντικών αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων. Απ’ τη μία πλευρά λοιπόν το κράτος και το κεφάλαιο χαράσσουν μία ανεπίσημη (και ασυνεχή) αλλά σταθερή πορεία στάσης πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις, και απ’ την άλλη σε πολλούς κλάδους το “αυτονόητο” της καταβολής του μισθού γίνεται ζητούμενο ανοιχτού αγώνα συσχετισμών μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενων. Η τζάμπα εργασία, το “δούλεψε και βλέπουμε”, ο ακούσιος δανεισμός των εργατών προς το αφεντικό βάζει το ζήτημα της απλήρωτης εργασίας στο κέντρο της συλλογικής εμπειρίας των εκμεταλλευόμενων και δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι στο άμεσο μέλλον ο αγώνας για το μισθό θα πάρει τη μορφή πολέμου θέσεων.

Πώς σχετίζεται η ΕΛΣΤΑΤ ως εργοδότης με όλα αυτά; Γιατί δεν ήθελε να μας πληρώσει; Κι αν όντως δεν ήθελε, γιατί δε μας το έλεγε ανοιχτά; Γιατί μπορούσε, θα απαντήσουμε. Έχουμε την πεποίθηση ότι το κράτος ήξερε πολύ καλά ποιους και ποιες θα προσλάμβανε σαν απογραφείς – και ήξερε πολύ καλά πώς να τους διαχειριστεί σαν εργατική δύναμη. Οι εργαζόμενοι/ες στην απογραφή ήταν ένα υποκείμενο αντιφατικό και πολυδιασπασμένο. Αποτελούταν από φοιτητές και άνεργους μέχρι νοικοκυρές που δούλεψαν με το κομμάτι (με το κεφάλι, για την ακρίβεια) και δεν συναντήθηκαν σχεδόν πουθενά κατά το διάστημα της εργασίας τους. Ήταν κοινωνικά κομμάτια με μικρή εμπειρία εργατικών κινητοποιήσεων, με τσακισμένο ηθικό και χωρίς δυνατότητα συλλογικής εκπροσώπησης. Όλα αυτά έδιναν το ελεύθερο στην ΕΛΣΤΑΤ να μας κοροϊδέψει κατάμουτρα τόσο όταν δουλεύαμε όσο και όταν κινητοποιούμασταν. Απ’ την αρχή ξέραμε ότι θα δουλεύαμε σε ένα καθεστώς επίσημης μαύρης εργασίας. Μας δόθηκε μόνο μια βεβαίωση ότι εργαστήκαμε στην απογραφή, κάτι που θα μας χρειαζόταν προκειμένου να αποδείξουμε στην ίδια την ΕΛΣΤΑΤ ότι δικαιούμαστε να πληρωθούμε. Παρολα αυτά κρατήθηκαν φορολογικές εισφορές, κάτι που αναγκάζει πολύ κόσμο να κάνει μηδενική φορολογική δήλωση προκειμένου να δικαιούται επιστροφή. Είχαμε ακούσει ότι θα πληρωθούμε για τα σεμινάρια πριν την απογραφή, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Ήμασταν σίγουροι ότι είχαμε δουλέψει για την ΕΛΣΤΑΤ, αλλά όταν ζητούσαμε εξηγήσεις για την καθυστέρηση της πληρωμής μας παρέπεμπαν στο γενικό λογιστήριο του κράτους ή ακόμα και το υπουργείο οικονομικών! Άλλες φορές μας απαντούσαν ότι οι πληρωμές έχουν αργήσει επειδή κάποιοι απογραφείς δεν έχουν υπογράψει ακόμα για τα λεφτά τους ή ότι οι καταστάσεις έχουν αργήσει να καταχωρηθούν λόγω καθυστερήσεων. Τίποτα απ’ αυτά δεν ίσχυε στην πραγματικότητα. Η ασάφεια των όρων εργασίας, του καθορισμού της αμοιβής, της ταυτότητας του εργοδότη και της αιτίας της καθυστέρησης πληρωμής δεν ήταν στοιχεία συμπτωματικά ή σύμφυτα με τη “γραφειοκρατία του δημοσίου”. Είναι μηχανισμοί κατακερματισμού των εργαζόμενων και μείωσης (ακόμα και εξάλειψης) του εργατικού κόστους. Και η ΕΛΣΤΑΤ τους έβαλε σε λειτουργία μόνο και μόνο επειδή δεν περίμενε να συναντήσει αντιστάσεις.

Η οργάνωση των αντιστάσεων

Οι πρώτες συνελεύσεις απογραφέων/τομεαρχών πραγματοποιηθήκαν μέσα στο καλοκαίρι από λίγους συναδέλφους του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/αυτόνομου χώρου. Απ’ τον Σεπτέμβριο το ζήτημα της καθυστέρησης πληρωμής άρχισε να μπαίνει σε περισσότερο κόσμο που έψαχνε έναν τρόπο να κινητοποιηθεί και να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα του. Η συνέλευση ξεκίνησε να πραγματοποιεί συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έξω από την ΕΛΣΤΑΤ και να προσπαθεί να συναντηθεί με άλλους απογραφείς μέσω αφισών, μοιρασμάτων κειμένων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης (επίσης αξιοποιήθηκαν πολύ αποτελεσματικά οι mailing lists που χρησιμοποιούσαν οι τομεάρχες για ειδοποιήσεις σχετικά με την πορεία της απογραφής και περιείχαν όλα τα μέηλ των απογραφέων ανά περιοχή).

Κάπου εδώ θα θέλαμε να κάνουμε μια παρένθεση και να αναφερθούμε επιγραμματικά στον τρόπο με τον οποίο προσέλαβαν τον αγώνα των απογραφέων οι οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Το κκε επιχείρησε από νωρίς να περιχαρακώσει το ζήτημα φτιάχνοντας μια αποτυχημένη κομματική επιτροπή από κνίτες που δεν άσκησαν ούτε στο ελάχιστο κάποια πίεση προς την ΕΛΣΤΑΤ. Οι υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς (σύριζα, ανταρσύα κλπ) δεν φάνηκαν ποτέ στις διαδικασίες και τις κινητοποιήσεις αφού μάλλον δεν προσφέρονταν για συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και καπέλωμα. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι γι’ αυτούς τους χώρους κάθε αυτοοργανωμένη δομή αγώνα μεταφράζεται σε “μαγαζάκι των αναρχικών”. Όσον αφορά τον α/α/α χώρο, παρόλο που στην απογραφή εργάστηκε ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι του, ήταν πολύ λίγοι αυτοί που πρόταξαν την εργατική τους ταυτότητα και ασχολήθηκαν ενεργά με τη συνέλευση και τις δράσεις των απογραφέων.

Το βασικό ζητούμενο στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας ήταν να αναγνωριστούμε από την ΕΛΣΤΑΤ σαν συλλογικό σώμα με πραγματική διαπραγματευτική δύναμη. Στην πρώτη συγκέντρωση στις 13 Οκτωβρίου το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου εργαζομένων και οι σεκιουριτάδες του κτιρίου έφραξαν την είσοδο προκειμένου να μας εμποδίσουν να μπούμε μέσα. Ζητήσαμε να επιτραπεί στην αντιπροσωπεία της συνέλευσης να συναντηθεί με τον πρόεδρο της ΕΛΣΤΑΤ Α. Γεωργίου. Μας απάντησαν ότι θα έπρεπε να επιδείξουμε ταυτότητες αλλά μετά από αντίδρασή μας η αντιπροσωπεία κατάφερε να μπει μέσα χωρίς προϋποθέσεις (παρόλο που μας δόθηκαν μόνο αόριστες δικαιολογίες και κυλιόμενες ημερομηνίες πληρωμής). Ήταν ξεκάθαρο ότι η ΕΛΣΤΑΤ δεν μας υπολόγιζε σαν “κανονικούς” εργαζόμενους και ότι θα ‘πρεπε να διεκδικήσουμε με επιθετικό τρόπο αυτήν την ιδιότητα. Επίσης ήταν προφανές ότι ήθελαν να αποφύγουν την επικοινωνία μεταξύ απογραφέων και μόνιμων εργαζόμενων (που ήταν επίσης απλήρωτοι) και γι’ αυτό οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές του δ.σ. στάθηκαν απέναντί μας παίζοντας το παιχνίδι των αφεντικών.

Η επόμενη συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε πιο συγκροτημένα και με πιο συγκρουσιακές διαθέσεις. Σε συντονισμό με τις συνελεύσεις Θεσσαλονίκης και Πάτρας αποφασίσαμε ταυτόχρονες καταλήψεις των γραφείων της ΕΛΣΤΑΤ την 1η Νοεμβρίου. Στην Αθήνα συναντήσαμε κλούβες των ΜΑΤ μπροστά απ’ το κτίριο και διμοιρίες ΥΜΕΤ στο εσωτερικό του. Η ΕΛΣΤΑΤ είχε αρχίσει να ανυσηχεί ότι δεν είχαμε πια σκοπό να καθόμαστε ειρηνικά και αδιαμαρτύρητα έξω απ’ το κτίριο. Ο συγκεντρωμένος κόσμος εισέβαλε βίαια – σπάζοντας τις γυάλινες πόρτες συγκρουόμενος με τη διμοιρία που είχε σταθεί στην είσοδο. Πολλοί από τους μόνιμους εργαζόμενους κατέβηκαν στο ισόγειο βρίζοντας και προπηλακίζοντας τους μπάτσους, φωνάζοντας συνθήματα και απαιτώντας την αποχώρησή τους. Ο πρόεδρος Γεωργίου κλειδώθηκε στο γραφείο του και δήλωσε ότι δεν διώχνει τα ΜΑΤ γιατί φοβάται για τη σωματική του ακεραιότητα. Ο κομματόσκυλος πρόεδρος του σωματείου αναγκάστηκε, απ’ τη συντονισμένη πίεση προσωρινών και μόνιμων εργαζόμενων, να καταγγείλει την αστυνομική παρουσία. Οι μπάτσοι αποχώρησαν και μετά από λίγο πραγματοποιήθηκε συζήτηση μεταξύ απογραφέων/τομεαρχών και μόνιμων εργαζόμενων της ΕΛΣΤΑΤ. Η κατάληψη έληξε όταν πήραμε στα χέρια μας γραπτή διαβεβαίωση για καταβολή όλων των δεδουλευμένων μέχρι το Δεκέμβρη του 2011.

Οι αγωνιζόμενοι απογραφείς ήταν μια εξαιρετικά μικρή μειοψηφία μπροστά στους δεκάδες χιλιάδες που εργάστηκαν. Όμως η αποτελεσματική κλιμάκωση της μαχητικότητας, ο πανελλαδικός συντονισμός των συνελεύσεων και η στιγμιαία σύνδεση με τους μόνιμους εργαζόμενους ήταν καθοριστικότατα στοιχεία της κινηματικής πίεσης που σταδιακά οδήγησε στην καταβολή των δεδουλευμένων. Δεν θα ‘πρεπε παρόλα αυτά να υποτεθεί ότι η συνέλευση ήταν ομόφωνη όσον αφορά την στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ήταν μια διαδικασία συγκρουσιακή και αντιφατική. Πολύ σχηματικά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δύο υπόρρητους πόλους: υπήρχε ένα κομμάτι κόσμου που αυθόρμητα κηνυγούσε το μπαλάκι που μας πέταγε η ΕΛΣΤΑΤ (δηλαδή είτε εφησυχαζόνταν από τις δεσμεύσεις είτε φαινόταν πρόθυμο να απευθυνθεί όπου μας παρέπεμπαν), που ήθελε να κυνηγήσουμε δικαστικά το ζήτημα και να βρούμε δημόσια φωνή μέσω των ΜΜΕ, και υπήρχε ένα άλλο κομμάτι που μέσα στον αγώνα για τα δεδουλευμένα της απογραφής έβλεπε χαρακτηριστικά που αφορούν κάθε εργασιακή σχέση μέσα στον καπιταλισμό της κρίσης – έβλεπε ότι η καταβολή του μισθού είναι ζήτημα ανταγωνιστικού συσχετισμού μεταξύ αφεντικού και εργαζόμενων και άρα θα έπρεπε να πιέσουμε ως το τέλος την ΕΛΣΤΑΤ μέχρι να πληρωθούμε.

Η εμπειρία του αγώνα των απογραφέων μας έθεσε εκ νέου κάποια ζητήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού και ενίσχυσε μερικές αμφιβολίες μας για το σημερινό οπλοστάσιό των αγώνων ενάντια στην βαρβαρότητα της καπιταλιστικής κρίσης. Εχουμε τη δυνατότητα να διαγνώσουμε τις νέες συνθήκες και απαιτήσεις του κοινωνικού πολέμου; Η επισφάλεια, η ελαστικότητα, η μαύρη ή απλήρωτη εργασία επεκτείνονται σε κάθε κλάδο και εργασιακό χώρο, δημόσιο ή ιδιωτικό. Δεν υπάρχει καμιά εγγυημένη αντιστοιχία ανάμεσα σε ό,τι συμφωνούμε με τα αφεντικά και ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο μισθός, το ωράριο, η ασφάλιση θα αφορούν στιγμιαίες εκβάσεις ενός συνεχούς πολέμου ταξικού συσχετισμού. Πώς μπορούμε να οργανώσουμε συλλογικούς αγώνες μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Ο κόσμος που κινείται μεταξύ ανεργίας και προσωρινής εργασίας αυξάνεται συνεχώς και είναι εξαιρετικά δύσκολο να επικοινωνήσει τις εμπειρίες του και εκφραστεί συλλογικά, πόσω μάλλον να εκπροσωπηθεί και να καλυφθεί συνδικαλιστικά. Ακόμα κι όταν δίνει μικρούς και νικηφόρους αγώνες, φαντάζει σχεδόν αδύνατο να συνδεθούν μεταξύ τους και να δημιουργήσουν το έδαφος μόνιμων δομών επικοινωνίας και αγώνα.

Ο αγώνας των απογραφέων ήταν μαχητικός αλλά μειοψηφικός. Ήταν νικηφόρος αλλά δεν απάντησε στα προβλήματα της επιβίωσής μας. Ήταν ένας τσαμπουκάς για μισθό από κάποιους που τα αφεντικά δεν είχαν σκοπό να πληρώσουν. Είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι οι αγώνες δεν είναι μάταιοι και τα αφεντικά δεν είναι ανίκητα – κι αν κοιτάξουμε γύρω μας θα βρούμε αρκετές τέτοιες υπενθυμίσεις. Πιστεύουμε ότι η κυκλοφορία τέτοιων εμπειριών και παραδειγμάτων αγώνα ανοίγουν το δρόμο για τα μικρά και μεγάλα αναχώματα που πρέπει να χτίσουμε – χτίζοντας παράλληλα τη συλλογική μας μνήμη βήμα προς βήμα. Και έχουμε ένα προαίσθημα ότι θα ξανασυναντηθούμε με αρκετούς συντρόφους και συντρόφισσες στις ίδιες κωλοδουλειές να τρέχουμε για τα ίδια κωλολεφτά…

ι.κ. & α.π.

Απρίλιος 2012

Σχετικές δημοσιεύσεις