Πράξη 1η

Τελειώνεις τη σχολή επιτέλους και λες αθώα (ειδικά πριν από αρκετά χρόνια): Σε ποιο μέρος θέλω να ζήσω; Και αρχίζεις ανυποψίαστος την αναζήτηση εργασίας. Και αφήνεις βιογραφικά, και τρέχεις, και τρέχεις… και τίποτα. Ένας μήνας, δυο μήνες, τρως και τα χρήματα που είχες μαζεμένα, παραέγινε το κακό, νιώθεις ότι παραέκατσες και στο φίλο που σε φιλοξενεί, δε θες να πας και σε ό,τι να ‘ναι δουλειά. Αφού σπούδασες, ρε γαμώτο. Οπότε τα μαζεύεις και πας στους γονείς σου. Πρώτη ήττα.

Εκεί αρχίζει η πρώτη κατάθλιψη, ξανανιώθεις έφηβος, ξανά με γονείς, να προσέχεις πότε και πώς μπαίνεις, πότε και πώς βγαίνεις, η σεξουαλική σου ζωή πάει περίπατο και το κερασάκι στην τούρτα; Πρωί-πρωί η ηλεκτρική της μάνας σου μέσα στη μούρη σου. “Άντε παιδί μου, σήκω, μεσημέρι είναι.” ΕΛΕΟΣ (και εννοείται ακόμα χωρίς δουλειά).

Πράξη 2η

Μαζεύεις δύναμη, κουράγιο, λες δεν πάει άλλο, βρίσκεις μια δουλειά, συνήθως σε bar (ή delivery), μαζεύεις λεφτά και την κάνεις από την οικογενειακή θαλπωρή. Αυτή τη φορά έχεις ρίξει τα στάνταρ σου, δουλειά να ‘ναι και ό,τι να ‘ναι. Αλλά ακόμα ελπίζεις. Και ξαναδοκιμάζεις στο μέρος όπου έχεις ονειρευτεί τη ζωή σου, και εννοείται πως η πρώτη δουλειά που βρίσκεις είναι και πάλι το εθνικό μας επάγγελμα -σερβιτόρος. Αλλά δε γαμιέται, είσαι μόνος σου. Βρίσκεις και σπιτάκι και ξανά στην ηρεμία σου. Έχεις και δουλειά, άρα υπάρχεις… Παράγεις έργο. Αλλά νιώθεις πως κάτι σου λείπει, δε δουλεύεις πάνω σε αυτό που σπούδασες. Τότε μήπως δεν αρκεί το πτυχίο; Ωραία, θέλει κάτι παραπάνω για να σε προσλάβουν. Γαμώτο, αυτό το κωλόχαρτο από αυτή τη σχολή είναι πολύ “γερό”, αλλά που λεφτά; Και εκεί αρχίζει το ξεκώλωμα. Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Επενδύεις στο μέλλον σου (αχ και να ‘ξερες…) Τι και αν δουλεύεις μαύρα; Τι και αν ο ίδιος ισοπεδώνεις κάθε εργασιακό σου δικαίωμα; Δουλειά! Και καταλήγεις να δουλεύεις 7-8-9 μεροκάματα τη βδομάδα. Γαμώ! Και ο καιρός περνάει, μαζεύεις τα λεφτά, πας στη σχολή, εννοείται πρωί δουλειά-βράδυ σχολή, άλλα δε σε πειράζει ,γιατί παίρνεις εφόδια. Που και που πετυχαίνεις καμιά πορεία στους δρόμους, και μόνο τότε ξενερώνεις. Ρε γαμώτο, πως έγινες έτσι; Μόνο η δουλειά σε νοιάζει; αλλά γρήγορα ξεχνιέσαι, γιατί έχεις στόχο. Δεν πρέπει να αποτύχεις.

Και εκεί ξαναρχίζεις, αφού παίρνεις και το δεύτερο πτυχίο, να μοιράζεις τα ενισχυμένα βιογραφικά και να τρέχεις. Αλλά, τζάμπα καίει η λάμπα. Και εκεί μπαίνει η λέξη που σιχαίνεσαι: “οι γνωστοί”. Και βρίσκεσαι σε μια δουλίτσα. Καλά, δεν είναι και αυτό ακριβώς που ήθελες, αλλά δε θα μείνεις εδώ και για πάντα! Λες: “Μαζεύω λεφτά και κάτι καλύτερο θα βρεθεί”. Μα έλα που η ανεργία σου χτυπά ξανά την πόρτα. Γιατί αν είσαι και λίγο “περίεργος” και δεν το βουλώνεις με τις αδικίες, είτε εις βάρος σου είτε εις βάρος άλλων (μα παντού χώνεις τη μύτη σου;), τότε η πόρτα της εξόδου σε περιμένει. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την παραπάνω στάση σου μπορεί να κατηγορηθείς και για “συνδικαλισμό”, θανάσιμο παράπτωμα το να λες τα εργασιακά του δικαιώματα σε συνάδελφο που δεν τα γνωρίζει. Πόσο μάλλον όταν αυτός είναι αλβανικής καταγωγής. Και τι κάνεις τώρα;

Πράξη 3η

Μάλλον σου τελείωσε αυτός ο τόπος. Άσε που σε έχει πιάσει και ένα άγχος, δουλεύεις σε άσχετες δουλειές από αυτό που σπούδασες και σε διώχνουν κιόλας, γιατί απλά επιμένεις να είσαι άνθρωπος.

Μήπως πρέπει να σοβαρευτείς; Να γίνεις λιγάκι απάνθρωπος; Ωραία. Τι επιλογές έχεις; Παίρνεις κάνα-δυο τηλέφωνα σε φίλους σε άλλες πόλεις να δεις τι παίζει, το συζητάς με το έτερον ήμισυ (επίσης άνεργο), μήπως και την δείτε αποκέντρωση… σκατά.

Και εκεί έρχεται το τηλέφωνο! Έχει μια θέση στην εταιρία που έκανες την πρακτική σου, στην πόλη που σπούδασες. Το μεγάλο δίλημμα… τι δίλημμα δηλαδή, το ξέρεις, δουλειά στο στοιχείο σου επιτέλους! Λες bye-bye στο έτερον ήμισυ, ελπίζεις ότι θα τα καταφέρετε εξ αποστάσεως και την κάνεις. Πέφτεις με τα μούτρα στη δουλειά για να ξεχάσεις τη ζωή που άφησες πίσω, τους φίλους που πρόλαβες να κάνεις, το έτερον ήμισυ κτλ. και δουλεύεις, δουλεύεις. Δε σε νοιάζει καν πόσες ώρες, τι λεφτά παίρνεις, άλλωστε θες να μάθεις τη δουλειά, να είσαι χρήσιμος. Που και που πετάγεσαι σε καμιά πορεία, καμιά συγκέντρωση (όποτε δε δουλεύεις), για να νιώθεις ότι δεν έχεις αλλοτριωθεί πλήρως και έχει μείνει ένα δείγμα από “επαναστάτη” μέσα σου.

Πράξη 4η

Και ο καιρός περνάει, μέχρι που έρχεται η καινούργια “μαγική” λέξη: ΚΡΙΣΗ! Κρίση=νέο είδος ανεργίας, πιο αργό, πιο επώδυνο, θανατηφόρο!

Στην αρχή σου λένε η εταιρία έχει κάποιες δυσκολίες, μετά από λίγο σε πληρώνουν όποτε θυμηθούν, μετά καθόλου. Έπειτα προσπαθούν να σε κάνουν να παραιτηθείς με πλάγιες μεθόδους και ψυχολογικό πόλεμο. Και τελικά σε διώχνουν, χωρίς φυσικά την αποζημίωση και τα δεδουλευμένα. Και πάμε… επιθεώρηση εργασίας, τραμπουκισμοί από την εργοδοσία, αγωγές, δικαστήρια, σπάσιμο νεύρων, σπάσιμο νεύρων, σπάσιμο νεύρων. Και σε όλα αυτά μόνος, γιατί οι συνάδελφοι προτίμησαν να σωπάσουν, τρελοί είναι να μη ξαναβρούν δουλειά πότε; Δε βαριέσαι, εσύ κάνεις αυτό που πρέπει. Τα δούλεψες και έχεις και μια αξιοπρέπεια, δε γίνεται να σου φέρονται έτσι.

Σκέφτεσαι ότι ευκαιρία είναι, έχεις και κάτι λεφτά στην άκρη, ας ξεκουραστείς και λίγο, να κάνεις και ένα ταξιδάκι τώρα που έχεις χρόνο, να νιώσεις λίγο άνθρωπος. Ηρεμείς, φροντίζεις το σπιτάκι σου, βλέπεις φίλους που δε προλάβαινες (γιατί δούλευες, δούλευες…) πας σε συνελεύσεις, σε ολόκληρες συνελεύσεις! Το ταξιδάκι που έλεγες… Ωραία!

Και μετά από λίγο καιρό αρχίζεις χαλαρά την αναζήτηση εργασίας . Αλλά, την πάτησες. Είσαι στη black-list, τόλμησες και έκανες αγωγή στο αφεντικό σου. Μα ποιος νομίζεις πως είσαι; Και αναρωτιέσαι, ο αφελής, αυτή η ερώτηση στις συνεντεύξεις για δουλειά δε θα μπορούσε να λείπει;

-“Που εργαζόσασταν πριν;”

-“Στα κάτεργα ρε φίλε, χέσε μας.” Μια, δυο, τρεις, το συνειδητοποιείς: η καριέρα σου έληξε.

Οπότε ρίχνεις τα στάνταρ σου για ακόμη μια φορά. Πας ξανά στη δουλειά. Δουλειά να ‘ναι και ό,τι να ‘ναι, άλλωστε πρέπει να επιβιώσεις, τώρα πια είσαι σε αυτό το στάδιο. Μόνο που και αυτή η ό,τι δουλειά να ‘ναι δεν έρχεται η γαμημένη.

Και έρχεται ο μεγάλος λιμός! Λεφτά γιοκ! Τα βάζεις με τον εαυτό σου, όταν τα είχες, την είχες δει large και έκανες και ταξιδάκι, δάνειζες δανεικά και αγύριστα, έδωσες από εδώ, έδωσες από εκεί. Μα τι λες; Ούτε κάτι παράλογο έκανες, ούτε σε καμιά πολυτέλεια τα έφαγες, βοήθησες κάποιους ανθρώπους που είχαν ανάγκη και πήγες και ένα ταξιδάκι, αφού επιτέλους είχες χρόνο και χρήματα.

Σύγχυση… αλλά, στο δια ταύτα. Τα λεφτά σώθηκαν και δουλειά δεν παίζει. Τι επιλογές έχεις; Συνδρομή από γονείς; Ούτε να το σκέφτεσαι. Να τους δώσεις και πάτημα για γκρίνια; Να σου θυμίσουν το πόσο “ξεροκέφαλος” είσαι, όταν σου έλεγαν να μπεις στο δημόσιο; Φίλοι, ευτυχώς υπάρχουν οι φίλοι. Αλλά δεν έχεις δανειστεί και ποτέ, άντε ρίξε τα μούτρα σου τώρα. Τι να κάνεις;

Το σκέφτεσαι δεν κοιμάσαι ένα βράδυ, δυο, τρία. Κρατάς τα ελάχιστα χρήματα που σου ‘μειναν για το νοίκι, τρως μακαρόνια και φρυγανιές μια εβδομάδα, σε ταΐζει κάνας φίλος, πετάγεσαι και μια βόλτα από τα παιδιά στην κατάληψη και τρως μαζί τους… για πόσο όμως; Τελικά δανείζεσαι.., άντε βγήκε και αυτός ο μήνας!

Αλλά ακόμη είσαι σε άρνηση. Δεν το πιστεύεις αυτό που σου συμβαίνει και δε θες να το συζητήσεις, νιώθεις ότι τα έχεις σκατώσει. Και αρχίζουν να σου φταίνε όλα. Και σου χτυπάει την πόρτα η μοναξιά, όχι αυτή που θες, η άλλη η πουτάνα, αυτή που σε τρώει. Και δε μιλάς και το παίζεις τρελίτσα. Πας σε συνελεύσεις και μιλάς για τα προβλήματα της κοινωνίας λες και εσύ είσαι έξω από αυτή, για προβλήματα επιβίωσης λες και εσύ δεν έχεις. Βγαίνεις σε καφενεία με φίλους και το παίζεις χορτάτος και ότι δεν έχεις όρεξη να πιεις για να τη βγάλεις με κάνα 2ευρω το πολύ. Και μιλάς για τα προβλήματα των άλλων…

Αλλά μέσα σου λιώνεις. Γιατί ξέρεις τα σκάτωσες. Και απομονώνεσαι, είσαι με τους άλλους αλλά είσαι μόνος. Κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει, σε παίρνει από κάτω, κοιμάσαι με άγχος (όταν καταφέρνεις να κοιμηθείς), ξυπνάς με άγχος. Διώχνεις όλους τους κοντινούς ανθρώπους, γιατί δε θες να τους φορτώνεις τα δικά σου. Απομόνωση, κατάθλιψη. Χαλάς τις σχέσεις με τους γύρω σου (ή έτσι νομίζεις), την ψυχή σου, το σώμα σου, μαραζώνεις και φυσικά που δουλειά; Έτσι όπως έχεις καταντήσει μια κινητή μιζέρια. Και το χειρότερο δεν το καταλαβαίνεις ή ακόμα χειρότερα κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις τι σου συμβαίνει. Και κάπου εκεί ξεμένεις και από λεφτά για το νοίκι. Και τι κάνεις; Πας να μείνεις σε φίλους; Όχι. Που να φορτώνεσαι; Ούτε λεφτά να πας στο σουπερμάρκετ δε θα έχεις! Μα τι λες; Λες και τους νοιάζει τους φίλους σου αν θα φέρνεις ψώνια στο σπίτι. Μπα όχι άσε θα νιώθεις βάρος, άχρηστος. Στους γονείς; Μόνο που το σκέφτεσαι ανεβαίνουν οι σφυγμοί, νομίζεις πως θα πεθάνεις, άσε που κάνεις και βήματα πίσω και είναι σαν να τους δικαιώνεις ότι χωρίς αυτούς δεν τα κατάφερες… Όχι, όχι. Μήπως να πας σε κατάληψη; Και πώς να πας να μείνεις σε κατάληψη όταν αλλιώς έχεις μάθει; Γιατί όλοι εμείς ή έστω η πλειοψηφία από εμάς προτάσσουμε το συλλογικό τόσα χρονιά, αλλά μήπως το προτάσσουμε ο καθένας από το σπιτάκι του, τη δουλίτσα του, την οικογένεια του, τη ζωή του γενικότερα, τον μικρόκοσμο του; Άσε που μετά το πας πιο πέρα και σκέφτεσαι… Μήπως και όλοι αυτοί που ζούνε σε καταλήψεις ζουν και πράττουν συλλογικά; Όχι με άλλους όρους θα ήθελες να το κάνεις και όχι στα ζόρια σου καβάτζα η κατάληψη!

Οπότε πάλι χάος. Ξανά μόνος να τρως τους τοίχους με το βλέμμα. Ξανά κοιτάς το σημειωματάριο με τα έξοδα και τα χρωστούμενα… Αύριο βγαίνει η εφημερίδα με τις καινούργιες αγγελίες.

τ.τ.

Απρίλιος 2012

Σχετικές δημοσιεύσεις