poreia-gia-dolofonies-metanaston-14-2-2013-11Το τελευταίο μου κείμενο σε σχέση με τον κοινό αγώνα ντόπιων και μεταναστών στην ασοεε είχε γραφτεί ένα ολόκληρο χρόνο πριν, όταν η συνέλευση μεταναστών και αλληλέγγυων έκανε ακόμα τα πρώτα της βήματα. Από τότε έχουν συμβεί πολλά: συνεχείς, και κατά καιρούς καθημερινές, αστυνομικές επιθέσεις με ξυλοδαρμούς και συλλήψεις, καθώς και αρκετές συγκρούσεις με ματ, μηχανόμπατσους και ασφαλίτες, με τους τελευταίους να παίρνουν πόστα γύρω από την σχολή ή κάτω από σπίτια μεταναστών από τις 6 το πρωί σε καθημερινό επίπεδο. Οι αστυνομικές επιχειρήσεις συνοδεύονται επίσης από πολεοδομικές “παρεμβάσεις”: η στάση του λεωφορείου απομακρύνθηκε από τη σχολή και χτίστηκαν παρτέρια με εντολή της πρυτανείας με σκοπό να περιοριστεί ο χώρος των μικροπωλητών. Αποκορύφωμα αυτής της επίθεσης ήταν η εισβολή της αστυνομίας στη σχολή, μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων, κατά την οποία συνελήφθησαν 16 μετανάστες-μικροπωλητές και έψαξαν το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι, τα γραφεία όλων των παρατάξεων αλλά ακόμα και τις αίθουσες πληροφορικής και άλλα γραφεία στην προσπάθεια τους να βρούνε τις “αποθήκες” όπου στοιβάζουν την πραμάτεια τους οι μικροπωλητές. Ακολούθησε η δολοφονία του Σενεγαλέζου μικροπωλητή Babacar Ndiaye στο Θησείο και οι δράσεις της συνέλευσης** σε απάντησή της, με άμεση μικροφωνική και πορεία μερικές εβδομάδες μετά. Ανάμεσα σε όλα αυτά, είχαμε δεκάδες πολύωρες παρουσίες στα δικαστήρια για τις κατά καιρό συλλήψεις, και ταυτόχρονα μια εβδομαδιαία κοινή συνέλευση ντόπιων και μεταναστών, η οποία έθετε και θέτει πάμπολους πρωτόγνωρους προβληματισμούς καθώς παρόμοιες εμπειρίες του κινήματος είναι πολύ λίγες. Όπως είναι κατανοητό, μια πλήρης και διεξοδική αποτίμηση του έως τώρα αγώνα θέλει πολλές σελίδες και αυτό λογικά θα γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον από την ίδια την συνέλευση. Στο παρακάτω κείμενο θα προσπαθήσω να εκθέσω κάποια από τα σημαντικότερα ζητήματα, προβληματισμούς ή εμπειρίες που έχω βιώσει από την συμμετοχή μου στην κοινότητα αγώνα της ασοεε. Κυρίως αυτά τα οποία πιστεύω ότι έχουν κάποια χρησιμότητα για το κίνημα σήμερα.

Στη συνέλευση συμμετέχει η πλειοψηφία των μεταναστών-μικροπωλητών που εργάζονται έξω από την ασοεε, μετανάστες κυρίως από την Σενεγάλη, το Μπαγκλαντές και την Νιγηρία, καθώς και κάποιοι Σενεγαλέζοι μετανάστες που δεν εργάζονται έξω από τη σχολή, αλλά γνώρισαν τη συνέλευση από τις διευρυμένες συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την δολοφονία του Babacar Ndiaye. Τέλος, συμμετέχουν και λίγοι/ες αλληλέγγυοι/ες, που προέρχονται από την ασοεε και τις δύο γειτονικές καταλήψεις.

Όπως γίνεται κατανοητό, μια τέτοια συνέλευση μεταξύ αλληλέγγυων και μεταναστών από διάφορες περιοχές του πλανήτη, με διαφορετικές ιδέες, βιώματα, κοινωνικές σχέσεις και γλώσσες, η οποία δημιουργήθηκε εξαιτίας της καταστολής και για να δώσει έναν αγώνα επιβίωσης, έχει δυστυχώς εξαρχής διαφορετικές ταχύτητες και άτυπες ιεραρχίες. Το βάρος του ξεπεράσματος αυτών των ζητημάτων πέφτει κυρίως στις πλάτες των αλληλέγγυων και όσων, ελάχιστων, μεταναστών έχουν εμπειρία οριζόντιων διαδικασιών. Η λύση που έχει βρεθεί προκειμένου να συζητηθούν όλα αυτά τα ζητήματα, είναι μια τακτική, ξεχωριστή, συνέλευση αλληλέγγυων. Στη συνέλευση αυτή, δίνεται η ευκαιρία να μετρηθούν οι δυνάμεις και να δούμε τί μπορεί να σηκώσει η συνέλευση, να γνωριστούμε καλύτερα και να ανταλλάξουμε απόψεις και οπτικές για τον αγώνα, καθώς οι αλληλέγγυοι δεν αποτελούσαν ποτέ μια συνεκτική πολιτική ομάδα με κοινές απόψεις και maximum συμφωνίες.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της παραπάνω επιλογής, που σπάει κατά κάποιο τρόπο τις διαφορετικές ταχύτητες μέσα στην κοινή συνέλευση, είναι ότι οι αλληλέγγυοι έχουμε έτσι μια κάπως συμφωνημένη, κοινή, θέση για πράγματα που θα συζητήσουμε, και έτσι δε μονοπωλούμε κάθε φορά την συνέλευση με δικές μας διαφορετικές τοποθετήσεις. Όταν ο χρόνος της κοινής συνέλευσης είναι δυο με δυόμισι ώρες και κάθε τοποθέτηση ακούγεται σε πέντε γλώσσες, το
να ανταλλάσσουμε απόψεις μεταξύ μας οι αλληλέγγυοι με τοποθετήσεις που πολλές φορές ίσως ξεκινούν από πολιτικά σκεπτικά τα οποία είναι μακρινά ή άγνωστα για την πλειοψηφία των μεταναστών, σίγουρα δε βοηθάει στο να ξεπεραστούν οι διαφορετικές ταχύτητες. Το να εμπλακούν όσο το δυνατόν πιο πολλά άτομα ενεργά στη συνέλευση, να μιλήσουν και να προτείνουν πράγματα, είναι, επίσης, ένα από τα κρίσιμα στοιχήματα της. Μια τέτοια συνέλευση θα μπορούσε πολύ εύκολα, υπό άλλες συνθήκες, να καταλήξει στο να κάνουν οι μετανάστες ό,τι προτείνουν κάποιοι “αρχηγοί” τους, ή οι αλληλέγγυοι, τους οποίους εμπιστεύονται γιατί είναι ντόπιοι και “ξέρουν καλύτερα” (μια αντίληψη που υπήρχε αρχικά σε μεγάλο βαθμό). Το να μιλάμε οι αλληλέγγυοι λιγότερο, να αφήνουμε χώρο, να μην πιανόμαστε από την πρώτη τοποθέτηση μετανάστη με την οποία για κάποιο λόγο συμφωνούμε και να την προμοτάρουμε με τον λόγο μας, ο οποίος δυστυχώς έχει άλλη βαρύτητα, ήταν μια καλή αρχή.

Ένα άλλο ζήτημα αφορά το κόσμο που μεταφράζει και το γεγονός ότι πρέπει να εναλλάσσεται, όσο αυτό είναι δυνατόν, για να σπάει και αυτός ο ρόλος. Δημιουργήθηκαν, για παράδειγμα, κάποια θέματα στην αρχή, όταν, τόσο αλληλέγγυοι/ες όσο και μετανάστες που μετέφραζαν, τοποθετούνταν αμέσως και πριν μεταφράσουν την προηγούμενη τοποθέτηση, ενισχύοντας έτσι τις άτυπες ιεραρχίες.

Το να βγεί ένα πραγματικά από κοινού κείμενο, ήταν επίσης ένα πράγμα που χρειαζόταν φαντασία, καθώς, πέρα από τις λίγες περιπτώσεις που κάποιος μετανάστης έπαιρνε πρωτοβουλία να γράψει κάτι, η λογική του «εσείς ξέρετε καλύτερα τι να γράψουμε» ήταν αρχικά κυρίαρχη. Επίσης, το να γραφτεί ένα κείμενο που να ξεπερνά την απλή περιγραφή και να έχει μια κάποια ανάλυση για τα γεγονότα, θέλει τον τρόπο του. Με αφορμή τη συγραφή ενός κειμένου, λοιπόν, είτε στη συνέλευση είτε στη μικτή ομάδα εργασίας, αυτό που βρήκαμε οι αλληλέγγυοι ως χρησιμότερο να κάνουμε δεν ήταν να εκφράσουμε πρώτοι την άποψη μας, η οποία έχει προφανώς κάποια συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση από πίσω της, αλλά να βοηθήσουμε τη ροή της κουβέντας, κάνοντας ερωτήσεις με σκοπό να ξεδιπλωθεί πλήρως το σκεπτικό πίσω από κάθε τοποθέτηση:

-»μας την έπεσε η αστυνομία ενώ δουλεύαμε!»

-»γιατί να το κάνει η αστυνομία στα καλά καθούμενα, τι τους φταίτε;»

Κάπως έτσι μέσα από την συζήτηση παράγεται και καταγράφεται ο λόγος των ίδιων των μεταναστών. Μια σαφώς πιο επίπονη, αλλά ταυτόχρονα και ουσιώδης, διαδικασία από το να εκφράσουμε απλώς το πολιτικό μας μανιφέστο (φταίει το κράτος/το κεφαλαίο/ο καπιταλισμος – ή φταίει η κυβέρνηση/η εε/ο καπιταλισμός) και να φορέσουμε ένα ωραιότατο σομπρέρο στη διαδικασία.

Τα βιώματα του τελευταίου χρόνου και η από κοινού συνύπαρξη έχουν καταφέρει να μειώσουν την απόσταση μεταξύ των διαφορετικών ταχυτήτων και να σπάσουν αρκετά οι άτυπες ιεραρχίες. Το πού έχει καταφέρει να φτάσει και τί προβληματικές έχει ακόμα να ξεπεράσει η συνέλευση πιστεύω ότι αντανακλάται και στις συνεντεύξεις που πλαισιώνουν το κείμενο αυτό.

Οι επόμενες παράγραφοι έχουν σκοπό να δείξουν τη βαρύτητα την οποία πιστεύω πως έχει ο αγώνας της ασοεε, κάτι που δε φαίνεται να έχει αναγνωρίσει ακόμα το κίνημα ώστε να βγάλει και τα αντίστοιχα συμπεράσματα.

Καταρχάς βρισκόμαστε στο αστυνομοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας, σε μια περιοχή που εκκενώθηκαν πρόσφατα δύο καταλήψεις ως “χώροι ανομίας”, όπου οι σκούπες του ξένιου Δία στέλνουν καθημερινά μετανάστες στα κέντρα κράτησης. Όπου η αστυνομία βρίσκεται σε κάθε γωνία και παίζεται το μιντιακό παιχνίδι περί καθαρότητας της πόλης. Σε έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της μητρόπολης, λοιπόν, μερικές δεκάδες μετανάστες με τη βοήθεια ελάχιστων αλληλέγγυων μοιράζονται ένα “άνομο” πεζοδρόμιο. Για λίγα μέτρα στην καρδιά της μητρόπολης, ο νόμος του κράτους δεν εφαρμόζεται και όταν πάει να εφαρμοστεί αποκρούεται από μια διεθνή βροχή πετρών. Αυτοί οι μετανάστες εργάζονται τάχα “παράνομα”, όντας δήθεν “λαθραίοι”, για να επιβιώσουν. Ταυτόχρονα βρίσκονται στην ειρωνική θέση να είναι από τους ελάχιστους που υπερασπίζονται έμπρακτα το κοινωνικό άσυλο
του πανεπιστημίου, ένα άσυλο που γενικά είναι υπό εξαφάνιση καθώς όσο περισσότερο αυξάνεται η ρητορική των φοιτητάριων υπερασπιστών του, τόσο περισσότερο αυτοί/ες είναι απόντες/ούσες από την καθημερινή του υπεράσπιση.

Το συμπέρασμα που πρέπει να βγει από το παράδειγμα της ασοεε είναι πως μετανάστες και ντόπιοι μπορούν να βρεθούνε, να συμμετέχουν σε κοινές διαδικασίες και να χτίσουν κοινότητες αγώνα. Μπορεί στην ασοεε το επίδικο να ήταν η ίδια η επιβίωση των μεταναστών και εκ των υστέρων να φαίνεται αυτονόητη αυτή η ένωση με τους αλληλέγγυους/ες. Δείχνει, δηλαδή, η σύνδεση αυτή να είναι γραμμική: οι μετανάστες έχουν ανάγκη, εμείς τους βοηθάμε, και εν τέλει συνδεόμαστε. Ωστόσο, η σύνδεση αυτή δεν ήταν καθόλου έτσι, ούτε για τους/ις αλληλέγγυους/ες, αλλά ούτε και για τους μετανάστες. Σκοπός των αλληλέγγυων δεν ήταν να “προστατέψουν” τους μετανάστες, αλλά να αντισταθούν στην αστυνομοκρατία στην περιοχή τους. Μέσα από τη διαδικασία αγώνων προέκυψε η σύγκλιση με τις ανάγκες των μικροπωλητών για επιβίωση. Δε χρειάζεται να πάμε να “βρούμε” τους μετανάστες, αφού ζουν και δουλεύουν δίπλα μας. Χρειάζεται, αντίθετα, μακρόχρονη, καθημερινή παρουσία και δουλειά στους κοινούς τόπους διαμονής και εργασίας μας.

Ας φύγουμε λοιπόν από την ασοεε και ας πάμε στις γειτονιές του κέντρου, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων είναι μετανάστες και οι φασίστες προσπαθούν να στήσουν τις επιτροπές κατοίκων τους, ενώ οι μπάτσοι μαζεύουν κατά δεκάδες όσους δεν έχουν χαρτιά. Άραγε, στις γειτονιές αυτές δεν τίθεται ζήτημα επιβίωσης τόσο των μεταναστών όσο και των ντόπιων (σ’ ένα μικρότερο προφανώς βαθμό); Ο αντιφασιστι-κός αγώνας στις περιοχές του κέντρου προς το παρόν έχει μείνει σε πορείες και μικροφωνικές, που σκοπό έχουν να εκφοβίσουν τους φασιστοκάτοικους ώστε να μην οργανωθούν και επίσης να δώσουν “δύναμη” στους μετανάστες. Πράγματι, είναι αδιαμφισβήτητη η χρησιμότητα αυτών των άμεσων αντιφασιστικών κινήσεων, σίγουρα όμως το κίνημα δεν πρέπει να μείνει σε αυτές. Δε γίνεται όταν οι φασίστες προσπαθούν να οργανώσουν τους φασιστοκάτοικους τις περιοχής και να αποκτήσουν κοινωνικά ριζώματα, όπως παλιότερα στον Άγιο Παντελεήμονα, οι αντιφασίστες να απαντούν μονάχα με πορείες, συνθήματα, αφίσες, μικροφωνικές και να μην προσπαθούν να χτίσουν σχέσεις με την γειτονιά. Και ποια είναι τελικά αυτή η γειτονιά; Οι μετανάστες! Η εμπειρία της ασοεε και τα σκεπτικά που ανταλλάσσουμε δείχνουν ότι αρκετοί μετανάστες θέλουν να βρεθούν με τους ντόπιους που αγωνίζονται σε αυτές τις γειτονιές. Πρέπει όμως το ίδιο να επιλεγεί και από την άλλη πλευρά. Η συνταγή δεν είναι σίγουρη, αλλά καλύτερα να υπάρξει αποτυχία σε κάτι καινούργιο που έχει άλλες δυνατότητες, παρά να ακολουθούνται συνταγές του παρελθόντος που έχουν γνωστά, συγκεκριμένα όρια.

Τέλος, θέλω να βάλω ένα προβοκατόρικο ερώτημα στο παιχνίδι. Αν το κίνημα που τότε επέλεξε να πραγματοποιεί αλεξιπτωτιστικές πορείες και συγκεντρώσεις στον Άγιο Παντελεήμονα απελευθερώνοντας για λίγα λεπτά μια πλατεία, μια παιδική χαρά και ρίχνοντας και καμιά ψιλή σε κάνα φασίστα είχε επίσης προσπαθήσει να βρεθεί με την πλειοψηφία των κατοίκων της γειτονιάς που ήταν μετανάστες και έκανε κάτι μαζί τους μήπως η κατάσταση θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά; Αν μάλιστα αυτή η λογική υπήρχε αρκετό καιρό πριν φανεί ο κίνδυνος της Χ.Α.; Προφανώς κάποιος μπορεί να πει ότι τότε δεν υπήρχε τέτοια εμπειρία και άρα φυσικά ακολουθήθηκε η πεπατημένη. Αλλά ποίος μπορεί να ισχυριστεί το ίδιο σήμερα; Τελικά οι αντιφασίστες-αντιφασίστριες θα περιμένουμε να αρχίσουν πάλι τις κινήσεις τους οι φασίστες σε κάποια άλλη γειτονιά του κέντρου, για να ακολουθήσουμε την ίδια πεπατημένη, ή θα προσπαθήσουμε και κάτι καινούργιο ταυτόχρονα; Ο αντιφασιστικός αγώνας στο κέντρο της Αθήνας δε νοείται χωρίς πραγματικές σχέσεις και διασυνδέσεις με τους μετανάστες που κατοικούν σ αυτό. Στην τελική, όταν φωνάζουμε το σύνθημα “με τους μετανάστες είμαστε μαζί”, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν όντως, με πραγματικούς και όχι συμβολικούς όρους, είμαστε και δίνουμε αγώνες μαζί.

Συνοψίζοντας, για να ξαναγυρίσουμε στην ασοεε και στον αγώνα που δίνεται εκεί, θα πρέπει να καταλάβουμε πως έχει σίγουρα ένα κύκλο ο οποίος κάποτε θα κλείσει, καθώς είτε λόγω της κρίσης, είτε λόγω της καταστολής, οι μικροπωλητές που δουλεύουν εκεί μπορεί να αναγκαστούν να φύγουν και να γυρίσουν στις χώρες τους ή να δοκιμάσουν την τύχη τους στην Ευρώπη, πράγμα που κάποιοι ήδη έχουν κάνει. Σκοπός λοιπόν των αλληλέγγυων, και του ανταγωνιστικού κινήματος γενικότερα, δε μπορεί να είναι η αέναη υπεράσπιση ενός χώρου, όσο δυναμικές κ αν είναι οι αναλογίες. Ο αγώνας της ασοεε θα θεωρείται πραγματικά κερδισμένος μόνο όταν το παράδειγμα του ακολουθηθεί και δημιουργηθούν και άλλες κοινότητες αγώνα ντόπιων και μεταναστών σε άλλες περιοχές.

scar

Ιούνιος 2013

 

Σημειώσεις:

[*] Οι μπάτσοι στα μπαγκλαντεσιανά. Στο άκουσμα αυτής της λέξης όλοι οι μικροπωλητές της ασοεε ενωμένοι παίρνουν θέσεις μάχης απέναντι στην αστυνομία.

[**] Την επόμενη της δολοφονίας σε έκτακτη συνέλευση, πλαισιωμένη από αρκετούς Σενεγαλέζους που έμαθαν μέσω φίλων τους ακόμα και την τελευταία στιγμή, αποφασίζεται μικροφωνική στο Θησείο. Σε αυτή την συνέλευση συμμετέχουν και κάποιοι από τους αρχηγούς μιας θρησκευτικής κοινότητας των Σενεγαλέζων (μέλη της οποίας είναι αρκετοί από τους μετανάστες της συνέλευσης ασοεε), οι οποίοι δεν ήθελαν να γίνει η μικροφωνική, καθώς κάποιος αρχηγός τους είχε εκείνη την ώρα ραντεβού με τον Πέτρο Κωνσταντίνου του ΣΕΚ για “να δούνε τι θα κάνουνε”. Στην δεύτερη διευρυμένη συνέλευση της ασοεε, που συμμετείχαν πάνω από 200 μετανάστες, ο αλληλέγγυος κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος για τα παιχνίδια της κοινότητας, καθώς ήταν μια εντελώς πρωτόγνωρη εμπειρία. Έχοντας λοιπόν ήδη κανονίσει συγκέντρωση με το ΣΕΚ έξω από το δημαρχείο, με αίτημα να ζητήσει συγνώμη ο Καμίνης και δήθεν συζήτηση μαζί του για άδειες μικροπωλητών, οι αρχηγοί της κοινότητας δε θέλανε να γίνει κάτι διαφορετικό όπως η πορεία που προτάθηκε από τους αλληλέγγυους. Το αμφιθέατρο θύμισε φοιτητική συνέλευση, με τους αρχηγούς της κοινότητας να παίζουν τον ρόλο των εαακ, προσπαθώντας με διάφορους τρόπους να φυλλορροήσει η συνέλευση πριν αποφασιστεί οτιδήποτε και να φοβίσει τους μετανάστες που δε γνώριζαν την συνέλευση της ασοεε με τοποθετήσεις που καταδίκαζαν την βία και δεν αναγνώριζαν καμιά αστυνομική αδικία. Ενδιαφέρον σε εκείνο το σημείο είχαν κάποιες τοποθετήσεις μεταναστών, τόσο της ασοεε αλλά και άλλων που μίλησαν για τις επιθέσεις και το ρατσισμό της αστυνομίας που βιώνουν καθημερινά. Οι αλληλέγγυοι τελικά δεν καταφέραμε να παρακάμψουμε τα παιχνίδια της κοινότητας και αναλωθήκαμε σ έναν τσακωμό προσπαθώντας να ξεσκεπάσουμε στα μάτια όλων τον πραγματικό ρόλο των αρχηγών της κοινότητας. Τελικά η πορεία αποφασίζεται από επόμενη διευρυμένη συνέλευση, με μικρότερη προσέλευση, και γίνεται δύο βδομάδες μετά την δολοφονία. Λόγω της καθυστέρησης, της ορμής που χάθηκε και του βροχερού καιρού, δεν είχε τη δυναμική που θα μπορούσε να έχει, αλλά η όλη διαδικασία ήταν σίγουρα μια πολύτιμη εμπειρία.

Σχετικές δημοσιεύσεις