Κείμενο που μοιράστηκε στο Μουσικό Καφενείο της ΣΚΥΑ της 16ης/1ου στο Αυτόνομο Στέκι. Μπορείτε να το κατεβάσετε και σε μορφή pdf εδώ.

kaf

Τα παρακάτω κείμενα γράφτηκαν από ένα/μία/@/[they] queer που εκτέλεσε 120 ώρες κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτική ποινή την άνοιξη του 2013, σε ένα πρόγραμμα μη αμειβόμενης εργασίας για την ‘terrible community’ [1]. Τα άρθρα αποτελούν μια σύντομη ανάλυση των πτυχών της κοινωφελούς εργασίας, των εργασιών που εκτελούνται και των επιπτώσεών τους και γενικότερα μια περιγραφή από-τα-μέσα αναφορικά με το τι είναι τελικά αυτό το χάλι.

Πηγή: http://thesituationlondon.wordpress.com , μτφρ: ρενέ

Μέρος 1: Μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια

Ας μπω κατευθείαν στο ζουμί, δεν έχει και τόση σημασία πώς βρέθηκα σε αυτό το σημείο: από τα χέρια των τραμπούκων με τις μπλε στολές, στη στοργική αγκαλιά του σάπιου δικαστικού συστήματος που αποφασίζει εναντίον των φτωχών/μη λευκών και γενικά όποιου δεν ταιριάζει στο καθιερωμένο καλούπι του ‘εργοστασίου πολιτών’, έπειτα στα χέρια της αδιάφορης υπηρεσίας επανένταξης που ενδιαφέρθηκε περισσότερο για το λόγο για τον οποίο είμαι queer στο γένος και τη σεξουαλικότητα από ότι για την κατάστασή μου, τον σπασμένο μου καρπό ή για το ποια δουλειά θα ήθελα να κάνω. Και τελικά σε μια δημόσια υπηρεσία στο Sydenham (Νότιο Λονδίνο) όπου πρέπει να καθαρίζω τα κάγκελα χωρίς να πληρώνομαι, για 7 ώρες την ημέρα, με μισή ώρα διάλειμμα και θεωρητικά ακόμη δύο διαλείμματα των δεκαπέντε λεπτών, ενώ κάποιοι μεσήλικες wannabe φύλακες με πρήζουν κάθε φορά που ξεχνάω κάποιο κομμάτι.

Φτάνω στις 08:55 και περνάω δέκα λεπτά ψάχνοντας για το χώρο που υποτίθεται ότι πρέπει να είμαι. Όταν τον βρίσκω έχει πάει 09:10 – σήμερα ειδικά η δουλειά έχει ιδιαίτερη αξία και ο επιβλέπων αποφάσισε ότι ο χρόνος θα αφαιρεθεί από τις συνολικές ώρες, άρα θα πρέπει να καθίσω παραπάνω. Ξαφνικά συμβαίνει μια έκρηξη, πέντε παιδιά (δύο από τα οποία κυριολεκτικά πηδάνε από τις θέσεις τους) αρχίζουν να διαμαρτύρονται, υποστηρίζουν την πλευρά μου και λένε στον γαμημένο επόπτη ότι δεν πρέπει να χάσω τα δεκαπέντε λεπτά και ότι πρέπει να με αφήσουν να κάνω διάλειμμα. Μετά από περίπου δέκα λεπτά η ένταση υποχωρεί και τελικά μου δίνονται οι ώρες μου – με τέτοια διάθεση ξεκινάει η μέρα, τώρα νιώθω ότι ανήκω στη φυλή.

Μετά από καναδυό μέρες βρίσκομαι σε άλλη θέση σε κάποιο άλλο μέρος της πόλης, καθόμαστε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, όλοι μας (είμαστε τέσσερις) κατάδικοι, καπνίζουμε χόρτο και μιλάμε για τα εγκλήματά μας. Νιώθω περισσότερο σαν το σπίτι μου εδώ, καλύπτουμε εναλλάξ τα νώτα η μία του άλλου, παίρνουμε τη σκυτάλη αυτού που στρίβει το τσιγάρο και βοηθάμε όταν κάποια θέλει να κλέψει κάτι από το μαγαζί (αδίκημα που μπορεί να σε στείλει πίσω, κάτι το οποίο σημαίνει επιστροφή στο δικαστήριο και ενδεχομένως φυλάκιση). Όλοι εδώ είναι φιλικοί και εξυπηρετικοί, από τα παιδιά που έχω γνωρίσει σε αυτά τα ‘πρότζεκτ’ κανένα δεν έχει βλάψει άλλο άτομο, όλοι μας είμαστε θύματα ενός συστήματος που μας κατηγορεί για τη φτώχεια μας, την εθνικότητα ή την έλλειψη συναίνεσης στην καταπίεσή μας – για την άρνησή μας να αφομοιωθούμε.

Όμοια με το χώρο εργασίας ή την κοινωνία, η οργάνωση επιτυγχάνεται μέσα από τις φιλικές σχέσεις και μέσω αυτής είμαστε πιο δυνατοί. Όπως και στο χώρο εργασίας, η οργάνωσή μας είναι πιο εμφανής όταν είμαστε σε αντιπαράθεση, όταν πρέπει να αγωνιστούμε για την επιβίωσή μας, όταν ερχόμαστε σε άμεση σύγκρουση με τις αρχές που μας καταπιέζουν. Όταν ένας επόπτης θέλει να διώξει έναν συνάδελφο γιατί δεν εργάζεται αρκετά γρήγορα, η συλλογική μας δράση, η φιλία μας και η συνειδητοποίηση του τι σημαίνει αυτό, μας κάνουν ικανές να αντισταθούμε αποτελεσματικά στις επιδιώξεις του επόπτη (ο οποίος στην περίπτωση αυτή δεν έχει καμία ιδέα για τη μοναξιά και την αποξένωση της αίθουσας του δικαστηρίου, την προκατάληψη του δικαστή, ή την πραγματικότητα της φυλακής) και έτσι προστατεύουμε τον σύντροφό μας με την απειλή της μη συμμόρφωσης.

Η απομόνωση είναι κατάρα. Στην πορεία προς τη σημερινή μας κατάσταση, ο καθένας μας διαχωρίστηκε, ξεχώρισε από την ομοιογενή μάζα από μια κάμερα, από το κράτος – κακοποιό, τον φρουρό, την μπάρα των εισιτηρίων, την τράπεζα. Απομονωθήκαμε από τις φίλες μας, τις συντρόφους μας, τους εραστές μας (σωματικά στο κελί, τη φυλακή, το Δικαστικό Μέγαρο και ψυχικά στο βαθμό που οι κατηγορίες και οι καταδίκες μας είναι ο προσωπικός σταυρός που κουβαλάμε) και καταφέραμε να μείνουμε εξατομικευμένοι, δαιμονοποιημένοι και μόνοι. Με το να βρισκόμαστε, να μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας και να διεξάγουμε μαζί τον αγώνα, ερχόμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην απελευθέρωσή μας τόσο σε φυσικό επίπεδο όσο και από τις υποσυνείδητες σκέψεις ότι είμαστε οι απόκληρες. Τα πορτοκαλί μπουφάν που φοράμε γίνονται σύμβολο της αδελφοσύνης μας, ενώ είχαν σκοπό να μας περιθωριοποιήσουν και να μας διαχωρίσουν, και επιστρέφουν τη δύναμη από τα χέρια των καταπιεστών μας πίσω σε μας.

Στηριζόμαστε στη φιλία – μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια. Πολλές φιλίες δημιουργούνται στα ‘πρότζεκτ’ μας και συνεχίζονται πέραν του επτάωρου που αναγκαζόμαστε να βρισκόμαστε μαζί. Πολλοί συνάδελφοι μεταφέρουν άλλους προς και από την καθημερινή σκλαβιά, κοινωνικοποιούμαστε μετά τη ‘δουλειά’ και μαθαίνουμε για την περίπτωση της καθεμιάς, χτίζουμε την αλληλεγγύη, συμβουλεύουμε η μία τον άλλον για την διεκδίκηση επιδομάτων, για την προσωπική ασφάλεια ενάντια στην κρατική κυριαρχία καθώς και για τις βασικές μεθόδους επιβίωσης απέναντι στο κεφάλαιο. Μαζί γινόμαστε δυνατότεροι.

Και τότε δέχομαι ένα πλήγμα από το κράτος. Το τηλέφωνο χτυπάει. ‘Γεια σας κ./κα./N/A ———, παίρνω από το τηλεφωνικό κέντρο απλά για να σας πω ότι μεταφέρεστε σε μια θέση σε άλλον οργανισμό (A.P.) [2]. Από δω και στο εξής θα εργάζεστε την X/Y/Z μέρα σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα. Θα είστε το μόνο άτομο που εργάζεται σε κοινωφελές πρόγραμμα σε αυτό το μέρος.’ Τέλος κλήσης. Διαμαρτύρομαι σε κάθε ιεραρχική βαθμίδα, αλλά αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα, είμαι υποχρεωμέν@ να πέφτω μόν@ στα πόδια του δυνάστη μου, χωρίς οι συντρόφισσές μου να μπορούν να με στηρίξουν και έτσι αναπόφευκτα χάνω τη μάχη και πηγαίνω στο φιλανθρωπικό κατάστημα λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι μου. Η κατάσταση εκεί είναι σχετικά καλή, οι μέρες περνάνε ευκολότερα και ως άτομο δέχομαι δικαιότερη μεταχείριση από εκείνους που έχουν την εξουσία πάνω στο σώμα μου για 7 ώρες τη μέρα από ότι στα ‘πρότζεκτ’, αλλά είμαι απομονωμέν@ και εντελώς μόν@ στον αγώνα ενάντια στην κράτηση. Βρίσκω κάποια παρηγοριά στις αδερφές και τους αδερφούς μου και τους queer που είναι εγκλωβισμένοι στο πρόγραμμα workfare [3],[4] (αυτό που μοιραζόμαστε είναι φυσικά το γεγονός ότι το σώμα μας είναι ιδιοκτησία κάποιου άλλου και ότι η εργασία δε βελτιώνει καθόλου τις συνθήκες ζωής μας), οι οποίοι είναι επίσης θύματα της κακής οικονομικής τους κατάστασης. Αλλά δεν είναι το ίδιο, γιατί οι αγώνες μας δε συνδέονται, δεν οργανωνόμαστε για τα ίδια δικαιώματα ή ενάντια στην ίδια καταπίεση.

Μετά την πρώτη μέρα τηλεφωνώ σε έναν φίλο από ένα παλιό πρότζεκτ. Ανακαλύπτω ότι και αυτός έχει μετακινηθεί σε μια θέση A.P. και βρίσκει την προσαρμογή το ίδιο σκληρή με μένα. Βρισκόμαστε και μιλάμε γι’ αυτό, συμφωνούμε να το πολεμήσουμε, εκφράζουμε ό,τι νιώθουμε. Αλλά η ικανότητά μας να δράσουμε αλληλέγγυα έχει χαθεί και είναι δύσκολο να αισθανθούμε το ίδιο αίσθημα της συντροφικότητας όταν δεν αγωνιζόμαστε πλέον μαζί.

Συναντώ ακόμα τους συναδέλφους από την κοινωφελή εργασία για την ‘terrible community’, και θα συνεχίσω να το κάνω. Το κράτος δεν μπορεί να μας το πάρει αυτό. Θα συνεχίσουμε να μιλάμε, να μοιραζόμαστε και να δημοσιεύουμε μαζί ιστορίες από τη σκλαβιά μας. Ποτέ δε θα παραδοθούμε.

Η συμβουλή μου σε όποιον και όποια ξεκινήσει το πρόγραμμα κοινωφελούς εργασίας είναι να προσπαθήσει όσο το δυνατόν περισσότερο να πάει σε ένα πρότζεκτ και όχι σε ιδιωτικό φορέα (A.P.). Μπορείτε να ενεργήσετε προς αυτή την κατεύθυνση, απαντώντας στο αρχικό ερωτηματολόγιο αξιολόγησης (το οποίο γίνεται με τον υπεύθυνο για την υπόθεσή σας) με τέτοιον τρόπο που να φαίνεται ότι χρειάζεστε επίβλεψη. Αν πιστέψουν ότι είναι πιθανό να κλέψετε κάτι (πάρτε μαζί σας προηγούμενες καταδίκες ή ποινές για κλοπές αν έχετε), να βλάψετε τον εαυτό σας ή κάποιον άλλο ή κάτι παρόμοιο, σχεδόν σίγουρα θα μπείτε σε ‘πρότζεκτ’. Καλή τύχη σε όλους τους μελλοντικούς αγωνιστές και αγωνίστριες. αγωνιστ@ Α. , στρατόπεδο υποχρεωτικής εργασίας Νότιου Λονδίνου.

Σημειώσεις:

[1] Tiqqun, ‘Theses on the terrible community’ http://theoaklandcommune.files.wordpress.com /2011/03/tiqqun-theses-on-the-terrible-community-1.pdf

[2] Το Agency Placement (A.P.) είναι ένα πρόγραμμα εργασίας που δεν εποπτεύεται άμεσα από την κρατική επιχείρηση υπηρεσιών Serco ή το κράτος. Έχει ανατεθεί σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα ή άλλον οργανισμό που θεωρεί ότι μπορεί να επωφεληθεί από την καταναγκαστική μας εργασία προκειμένου να μειώσει τα λειτουργικά του έξοδα και να μεγιστοποιήσει το κέρδος. Από την οπτική της Serco αυτές οι θέσεις είναι θησαυρός, αφού μειώνουν σε μεγάλο βαθμό το κόστος προσωπικού (απαλάσσοντάς την από την ανάγκη για επόπτες εργασίας, μεγάλο κομμάτι υποδομών κλπ.), ενώ από τη σκοπιά του κράτους αποτελούν άριστα εργαλεία απομόνωσης, αποξένωσης και μείωσης της δύναμής μας: αν δε βλέπουμε η μία την άλλη, δεν μπορούμε να οργανωθούμε.

[3] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το workfare, δες http://johnnyvoid.wordpress.com/

[4] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το workfare, δες http://www.boycottworkfare.org/

Μέρος 2: Πούστης μέχρι θανάτου

Το να είμαι Queer δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα εύκολο κομμάτι στη ζωή μου – μεγάλωσα σε μια εργατογειτονιά, όπου η ομοφυλοφιλία θεωρείται είτε πρόβλημα ψυχικής υγείας είτε μολυσματική ασθένεια, δέχτηκα την κοινωνική απομόνωση της gay κοινότητας επειδή μου αρέσουν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες, έχω δεχτεί επιθέσεις επειδή φορούσα φορέματα και είχα μακριά μαλλιά ενώ ταυτόχρονα είχα πέος. Η ζωή πλέον έχει γίνει ευκολότερη, είναι πολύ απλό να χρησιμοποιείς την προσωπική αντωνυμία ΑΥΤΟ, να πηδιέσαι με άντρες και να φοράς μέικαπ όταν ζεις στο περιβάλλον των queer καταλήψεων και έχεις φίλες/συντρόφους που υποστηρίζουν την queer θεωρία, αλλά η επανένταξη στη mainstream κουλτούρα μέσω της κοινωφελούς εργασίας ήταν μια πολύ δύσκολη δοκιμασία και πρόκληση για την queer ταυτότητα και πολιτική μου.

Η πρώτη φορά που ήρθα αντιμέτωπ@ με αυτό ήταν η πρώτη μου μέρα στην υπηρεσία επανένταξης: κάθομαι σε ένα γραφείο και αρχίζω να συμπληρώνω το εικοσασέλιδο ερωτηματολόγιο για το φύλο μου, τη σεξουαλικότητά μου, τη χρήση ναρκωτικών κλπ, έτσι ώστε να μπορούν να έχουν όλα τα στοιχεία για την ένταξη, την ενσωμάτωση και την ασφαλή φύλαξή μου. Κάθομαι για αρκετά λεπτά σκεπτόμεν@ τι πρέπει να απαντήσω για το φύλο μου – εννοώ ότι σίγουρα (τουλάχιστον μέχρι σήμερα, όταν παρουσιάζομαι στους περισσότερους ανθρώπους) φαίνομαι σαν άντρας, έχω τα ίδια προνόμια με τους υπόλοιπους άντρες και οι περισσότεροι (που δεν με ξέρουν) θα χρησιμοποιήσουν τις λέξεις αυτός/τον/του. Αλλά δεν είναι έτσι, δεν είμαι αυτ@, ούτε αισθάνομαι έτσι ούτε θέλω να με βλέπουν με αυτό τον τρόπο. Έχω αγωνιστεί σκληρά και έχω βρει κοινότητες που δέχονται την ταυτότητα την οποία αισθάνομαι δική μου: ένα γαμημένο ΑΥΤΟ, ανώμαλο, που φοράει φορέματα κάποιες μέρες και τζιν κάποιες άλλες, και πηδιέται με ανθρώπους που του αρέσουν, ανεξάρτητα από το φύλο τους.

Αρχίζω να σκέφτομαι μήπως φταίω τελικά εγώ. Έχω μπει μέσα σε αυτή τη μικρή καταληψιακή/αναρχική φούσκα, έξω από ερωτηματολόγια, θέσεις εργασίας, έξω από τη mainstream straight κουλτούρα και έτσι ξέχασα τι υπάρχει εκεί έξω, πώς είναι να αισθάνεσαι διαφορετικός/ή/@ για τον τρόπο που νιώθεις το σώμα και τη σεξουαλικότητά σου και πώς είναι να συγκρούεσαι με την ετεροκανονικότητα [1] και το δυαδικό γένος [2]. Αυτή είναι η πρώτη μου σκέψη, αυτό το μικρό κουτάκι σε ένα ηλίθιο γαμώχαρτο με έχει πραγματικά προβληματίσει. Τελικά, γράφω ένα μικρό όμορφο n (neither/neutral) στο κενό δίπλα στην ερώτηση – κανένα/ουδέτερο γένος. Μπορεί να ακούγεται αξιολύπητο και εφηβικό, αλλά για μία όμορφη στιγμή ένιωσα σαν να έκανα μια μικρή πράξη queer εξέγερσης, αντίστασης στη straight κουλτούρα. Περνάω την επόμενη ερώτηση (μετά την προηγούμενη πράξη μου), ‘είσαι gay, straight, bi, άλλο;’ με ένα γρήγορο τικ στην επιλογή ‘άλλο’ και με το υπόλοιπο του φύλλου (κυρίως άχρηστες πληροφορίες για τις ιστορίες μου με τα ναρκωτικά και την ψυχική μου υγεία, και στα δύο ψεύδομαι ασύστολα) και δίνω το ερωτηματολόγιο στον υπεύθυνο.

Ακολουθεί μια σύντομη παύση ενώ ο υπεύθυνος κοιτάζει το χαρτί, μετά με κοιτά για ώρα και με ρωτά τη μοιραία ερώτηση, μια ερώτηση που για τους straight [3] αναγνώστες ίσως φαίνεται ταπεινή και ασήμαντη, αλλά που σπάει την αποφασιστικότητα των προηγούμενων απαντήσεών μου και μου θυμίζει τα χρόνια τέτοιων ερωτήσεων, ‘αλλά μοιάζεις με αγόρι’, ‘αφού δείχνεις πολύ straight για να είσαι… ‘, ‘τα αγόρια δεν μπορούν να το κάνουν αυτό’, – ‘Γιατί έβαλες Ν εδώ;’ Για λίγη ώρα, περιγράφω με περηφάνεια και λεπτομερώς πώς μου πήρε 21 χρόνια, τις ιδιαίτερες στιγμές αυτού του αγώνα και όλους τους λόγους που μισώ την ανδρική ταυτότητα. Αλλά στο τέλος κλαψουρίζω ότι ‘απλά δε θεωρώ τον εαυτό μου άντρα’ και ο αρμόδιος για την υπόθεσή μου με κοιτάζει λίγο περίεργα και (όπως κατάλαβα στο μέλλον από τις αναφορές/σημειώσεις του για μένα) με καταχωρεί ως άντρα. Ακολουθεί η δύσκολη εξήγηση της άλλης επιλογής. Εδώ ο υπεύθυνος τουλάχιστον δεν είναι προκατειλημμένος, αλλά ενδιαφέρεται να μάθει. Με ρωτάει για το τι σημαίνει αυτό, εξηγώντας ότι νοιάζεται για αυτά τα θέματα (εγώ νιώθω κάτι μεταξύ εκτίμησης για το ενδιαφέρον και σαν ζώο στο ζωολογικό κήπο) και θέλει να μάθει περισσότερα. Εξηγώ πιο λεπτομερώς, με παραδείγματα και αναλύοντας την ταυτότητα του queer και τους λόγους που επιλέγω αυτή αντί για την bi/gay, κάνω κάποιες ερωτήσεις και προχωράμε.

Συνεχίζω με τα πιο ενδιαφέροντα σημεία.

Αλλά πριν συνεχίσω, ένα πράγμα που πρέπει να πω εδώ στους αρνητές των φύλων, τους πούστηδες φίλους μου, τις φεμινίστριες, τους αντιρατσιστές και άλλα άτομα που εναντιώνονται στις κυρίαρχες συμπεριφορές και πρέπει να δουλέψουν σε κοινωφελή εργασία είναι ότι υπάρχει μια συνεχής διαμάχη (τουλάχιστον για μένα) και αγώνας για την αντιμετώπιση σεξιστικών/ομοφοβικών συμπεριφορών που μπορεί να θεωρούνται ασήμαντες (πχ. βρισιές με βάση το φύλο/σεξουαλικότητα) και για την αντίδραση σε πιο σοβαρές (παρενόχληση στο δρόμο, απειλές βίας κλπ). Αυτό που κατάλαβα, είναι ότι μερικές φορές πρέπει να αφήνεις τις εκφράσεις/συμπεριφορές να συμβαίνουν (ενώ εξακολουθείς να μην τις αποδέχεσαι, αρνούμενη να συνομιλήσεις/γελάσεις με τα αστεία), ενώ κανονικά θα έπρεπε να αντιδράσεις, έτσι ώστε να μη χαρακτηριστείς ως παράξενος/αυτός που έχει πρόβλημα με όλα, και έτσι όταν συμβαίνει κάτι πιο σοβαρό να μπορείς να παρέμβεις πιο αποτελεσματικά. Εν συντομία, συχνά πρέπει να κερδίσεις τη φιλία/εμπιστοσύνη του δρόμου για να κάνεις αποδεκτές τις αρχές σου και να είσαι σε θέση να εμποδίσεις αποτελεσματικά κάποια παρενόχληση/καταπίεση.

Περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα βρίσκομαι να μαζεύω σκουπίδια και να καθαρίζω ένα παλιό νεκροταφείο. Ακούγονται οι κλασικές συζητήσεις των μπαρ για τους ομοφυλόφιλους, τους άντρες που γαμάνε και τις διάσημες αδερφές της επικαιρότητας, και ως συνήθως κάθομαι σιωπηλά στη γωνία αρνούμεν@ να συμμετέχω στο καλαμπούρι, αλλά και χωρίς να θέλω να αντιδράσω τόσο υπό το φόβο της αποξένωσης (που δέχομαι ότι είναι αδυναμία αλλά και το μόνο δυνατό αφού φαίνεται ότι εύκολα έρχεται η ενσωμάτωση), αλλά και επειδή ξέρω ότι κάποιος θα πει κάτι πολύ άσχημο και θα πρέπει να παρέμβω. Στη συνέχεια, ένας από τους ανθρώπους της ομάδας πράγματι το κάνει: ‘Πιστεύω προσωπικά ότι θα πρέπει να πυροβολάμε όλους τους gay, εννοώ όταν φιλιούνται μπροστά μας, είναι τόσο αηδιαστικό, γιατί το κάνουν; Πρέπει να τους πυροβολάμε’.

Φλιπάρω, πετάγομαι και φωνάζω ‘εντάξει τρομερέ άντρα, θέλεις να με σκοτώσεις, πάρε το κωλόφτυαρό σου και σκότωσε έναν γαμημένο gay τότε, γιατί αν θες να μάθεις είμαι πούστης μέχρι θανάτου και (γυρνώντας στους άλλους και προσπαθώντας να κάνω ένα μικρό αστείο για να ξεφτιλίσω αυτόν τον μαλάκα) αν θες να κάνεις αυτό που είπες ας είναι σήμερα!’ Όλοι εκνευρίζονται και αρχίζουν να πετάνε ερωτήσεις, ‘δηλαδή χώνεις αληθινά πουλιά στο στόμα και τον κώλο σου’, ‘στ’ αλήθεια γαμιέσαι με αγόρια;’, ‘πώς μπορείς και το κάνεις αυτό’, ‘γιατί δε διαλέγεις απλά να είσαι straight’. Για να είμαι ειλικρινής, αυτά τώρα μου φαίνονται αρκετά φυσιολογικά και μάλιστα τέτοιες συζητήσεις αποτελούν πλέον πρόκληση, μπορώ να αναπτύσσω την εκπαιδευτική διαδικασία για τους ανθρώπους με τους οποίους συζητώ και ταυτόχρονα να γελάω με αυτό ή να κάνω τους ομοφοβικούς να νιώθουν όσο πιο άβολα γίνεται. Το αποκορύφωμα αυτής της κατάστασης έρχεται όταν κάποιος με ρωτάει αν όταν έπεσα από τον τοίχο και έσπασα τον καρπό μου το αγόρι μου ήταν εκεί για να με πιάσει – ‘Όχι’, απαντάω ήρεμα, ‘προσγειώθηκα στο όρθιο πουλί του, διέλυσα την κωλοτρυπίδα μου και μου σκίστηκε η σπλήνα, ξέρεις είναι φυσιολογικό επίσης να έχουμε τους χειρότερους τραυματισμούς εμείς οι gay, γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι με το να βάζουμε πράγματα στον κώλο μας που δεν μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε κάνουν οι straight χωρίς κάποιος να πάθει χαλάρωση σφιγκτήρα’. Υπάρχει μια γενική έκρηξη γέλιου, αηδίας και τελικά απρόθυμης αποδοχής – μερικές φορές όταν λες τα πιο ακραία πράγματα, οι άνθρωποι σε αποδέχονται πιο εύκολα (βέβαια θα πρέπει να λες κάτι τέτοιο μόνο αν αισθάνεσαι εντελώς άνετα και αν ξέρεις ότι μπορεί να παλέψεις ή να σε χτυπήσουν γι’ αυτό), τουλάχιστον στην κοινωφελή εργασία που όλα έχουν να κάνουν με το πρόσωπο και τη συμπεριφορά.

Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω στο ‘πρότζεκτ’ όπου συνέβησαν όλα αυτά, ένιωθα ότι στο τέλος της μέρας είχα κάνει πραγματικά κάτι, ότι οι άνθρωποι αποδέχονταν την ύπαρξή μου σαν κάτι κανονικό, ότι ίσως μαθαίνανε κάποια πράγματα. Δυστυχώς με μετακίνησαν στο ήσυχο φιλανθρωπικό κατάστημα για το οποίο μίλησα πριν, σε ένα ήσυχο περιβάλλον της μεσαίας τάξης με τον gay διευθυντή και μια γενική αποδοχή της αφομοιωμένης ομοφυλοφιλίας – όπου αν δεν μιλάς πολύ για τις ιδιαιτερότητές σου ή δε φιλάς άτομα του ίδιου φύλου όλα είναι ελεύθερα. Στα θετικά, μπορώ να δραπετεύω πίσω στο άσυλο των μικρών queer κύκλων μου, όπου όλοι/ες/@ με υποστηρίζουν στις δυσκολίες που αντιμετωπίζω και οι άνθρωποι έχουν παρόμοιες εμπειρίες με τη δικιά μου, αλλά αυτό δε μου φαίνεται αρκετό, εννοώ ότι σίγουρα νιώθω ασφαλής και άνετα και γαμάτα, αλλά επίσης αισθάνομαι ότι στα ‘πρότζεκτ’ μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω, να επηρεάσω άλλο κόσμο και να παλέψω υπέρ του αγώνα των queer. Πραγματικά δεν ξέρω ποια είναι η απάντηση, αλλά ελπίζω κάτι από όλα αυτά να είναι χρήσιμα για άλλους…

Πούστης μέχρι θανάτου

Σημειώσεις:

[1] Ετεροκανονικότητα είναι η υπόθεση που κάνει ο κόσμος όταν βλέπει έναν άντρα και συμπεραίνει ότι έλκεται από γυναίκες και το αντίστροφο.
[2] Το δυαδικό σύστημα για το γένος είναι η κοινωνική αντίληψη ότι υπάρχουν μόνο δύο γένη, αρσενικό και θηλυκό. Η queer θεωρία υποστηρίζει ότι αυτό δεν ισχύει, ότι υπάρχει ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών σχέσεων στην ταυτότητα των ανθρώπων και ότι η ταυτότητα αυτή δε θα πρέπει να καθορίζεται από το γεννητικό μας όργανο.
[3] Ως straight ορίζεται ο άνθρωπος που ζει και θέλει να ζει σύμφωνα με το κοινωνικό φύλο που προσδιορίζεται από το φυσικό του φύλο, την κοινωνικοποίηση κλπ.

Σχετικές δημοσιεύσεις