Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί να καταγράψει συμπεράσματα από αγώνες στο κλάδο του επισιτισμού στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία τρία χρόνια. Λόγος λοιπόν, θα γίνει για τους αγώνες που η γράφουσα συμμετείχε ή/και παρακολούθησε από πολύ κοντά και όχι για όλους, για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω.

— ❦ —

Αρχικά μια σύντομη εισαγωγή: δε χρειάζεται να πούμε ότι οι συνθήκες στον κλάδο πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο τα τελευταία χρόνια, αυτό είναι κοινός τόπος σε όποιον/α πουλάει την εργατική του δύναμη για να ζήσει. Αυτό που αξίζει να επισημανθεί, είναι ότι οι αγώνες οι οποίοι θα αναφερθούν δε θα είχαν ξεκινήσει, ή τουλάχιστον κυκλοφορήσει στη δημόσια σφαίρα, αν δεν υπήρχαν δύο συλλογικότητες που παρεμβαίνουν στον κλάδο της πόλης: η παράταξη της Αντεπίθεσης στον Επισιτισμό, συνδικαλιστικό «όχημα» της ΟΚΔΕ (και η οποία παρεμβαίνει στο «επίσημο» Συνδικάτο Επισιτισμού-Τουρισμού, το οποίο ελέγχεται από το ΠΑΜΕ), και το Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων Θεσσαλονίκης (που είναι σωματείο βάσης).

Ας γίνει και μια επιπλέον διευκρίνιση: υπήρξαν διάφοροι αγώνες οι οποίοι έληξαν πολύ σύντομα, αφού πετύχαιναν τους στόχους που είχαν θέσει οι εργαζόμενοι/ες σε αυτούς, συνήθως σε μικρά μαγαζιά του κλάδου, οι οποίοι όπως είναι φυσικό δεν πήραν τόσο μεγάλη έκταση αλλά ούτε και ξεδίπλωσαν σχέδια απάντησης από τη μεριά της εργοδοσίας, όσο άλλοι που διήρκεσαν περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, το ΣΣΜ-Θ προσπαθούσε να τους κυκλοφορεί, και μπορείτε να δείτε στα κείμενά του αναφορές (ομοίως και η Αντεπίθεση). Ωστόσο οι αγώνες που κράτησαν αρκετό καιρό είναι αυτοί που είναι και οι περισσότερο γνωστοί και «οικείοι» εντός και εκτός Θεσσαλονίκης, άρα λοιπόν θα γίνουν πολλές αναφορές σε αυτούς.

Έτσι λοιπόν, παρατηρούμε πως οι αγώνες που ξέσπασαν τα τελευταία χρόνια περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα των δεδουλευμένων που δεν καταβάλλονταν και των απολύσεων, με τις εξαιρέσεις των Goody’s και της Pizza Hut όπου το επίδικο ήταν οι επιχειρησιακές συμβάσεις. Ίσως, σε κάποιους και κάποιες τα παραπάνω σαν περιεχόμενο (επί της αρχής τουλάχιστον, μιας και ένας αγώνας μετασχηματίζει στη διάρκειά του και τα περιεχόμενά του) να φαίνονται μερικά ή ανεπαρκή. Σε ένα κλάδο όμως που τα αφεντικά ορίζουν μονοσήμαντα τα φτηνά, μαύρα μεροκάματα, ενίοτε και με τη συνδρομή μπράβων, η ανάδυση στη δημόσια σφαίρα τέτοιων αιτημάτων από τη μεριά των εργαζομένων αποτελεί διεκδίκηση του πλούτου που κλέβουν τα αφεντικά, έναν τρόπο ανατίμησης της εργασίας, αλλά και θέση μάχης. Πράγματι, σε διάφορες περιπτώσεις («Banquet», «Ζωή και Κότα», αλλά και άλλα, «αφανέστερα» περιστατικά) η διεκδίκηση δεδουλευμένων αποτελούσε απάντηση σε απολύσεις που ακολουθούσαν διεκδικήσεις μέσα στο χώρο εργασίας.

Η καταγγελία στην επιθεώρηση εργασίας αποτελεί, συνήθως, την πρώτη κίνηση. Όμως, μιας και ο ρόλος της είναι καθαρά γνωμοδοτικός, όσο και αν προς το παρόν τάσσεται υπέρ του εργαζόμενου, πολλές φορές αποτελεί απλά τόπο διαπραγματεύσεων κατόπιν της κινηματικής πίεσης. Μιας, λοιπόν, και τα μαγαζιά του επισιτισμού είναι η «βιτρίνα» τους και το καλό τους όνομα, αυτό αποτελεί και το τρωτό τους σημείο. Η ανάδειξη της υποτιμημένης εργασίας στους πελάτες, η «δυσφήμηση» που γίνεται με αφίσες στην πόλη, κείμενα και παρεμβάσεις έξω από τα καταστήματα, που προφανώς στόχο έχουν να δημιουργούν κλοιό γύρω από την είσοδο ώστε να αποτρέπονται οι πελάτες να μπουν, και όχι απλά να κάνουν φασαρία, είναι τακτικές πίεσης προς τα αφεντικά. Επιπλέον, στο «Ζωή και Κότα» ανασύρθηκε και μια ξεχασμένη μεθοδολογία, πιάνοντας το νήμα από τις απεργίες στην Pizza Hut το 2001: αυτή του τηλεφωνικού «αποκλεισμού» του τηλεφωνικού κέντρου, που αφενός προκαλεί οικονομική ζημία και σπάσιμο νεύρων στον εργοδότη, και αφετέρου απαιτεί πολύ λιγότερη δυναμική από μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή: οι αγώνες που έμεναν στο τρίπτυχο αφίσα-κείμενο-παρέμβαση, αν και πολλές φορές νικηφόροι, είναι και αυτοί που τραβούσαν σε βάθος χρόνου (π.χ. στο «Banquet» ή στα «Goody’s» Λ. Πύργου). Και όπως γνωρίζουμε, σε τέτοιες περιπτώσεις ο χρόνος μετράει υπέρ των αφεντικών. Τόσο από οικονομικής άποψης, αφού π.χ. οι απολυμένοι αναγκάζονται να ψάχνουν για δουλειά από ένα σημείο και μετά, που σημαίνει λιγότερο τρέξιμο στον αγώνα ή να μινιμάρουν τις απαιτήσεις τους ώστε να πάρουν τα χρήματα άμεσα (εδώ βέβαια πρέπει να παίζουν το ρόλο τους κίνημα και ταμεία αλληλοβοήθειας), όσο και από πολιτικής, λόγω απομαζικοποίησης των αλληλέγγυων ή αποθάρρυνσης των αγωνιζόμενων. Συνεπώς, έχουμε δει να δουλεύει καλύτερα από άποψη χρόνου ένας σχεδιασμός κλιμάκωσης της πίεσης με πιο δυναμικές ενέργειες, όπως για παράδειγμα αποκλεισμοί των εισόδων του μαγαζιού, πορείες που να καταλήγουν στο κατάστημα, κείμενα στις διευθύνσεις των πελατών που παραγγέλνουν, αφισοκολλήσεις/σπρέυ/μπογιές στη τζαμαρία του μαγαζιού, «κατάληψη» των εξωτερικών τραπεζοκαθισμάτων από τον κόσμο της παρέμβασης κλπ. Ειδικά σήμερα, που η ροή του χρήματος έχει στενέψει σε σχέση με παλιότερα για αρκετά αφεντικά, όλο και περισσότερο εχθρικά βλέπουν τέτοιου είδους «απαιτήσεις» από τη μεριά των εργαζομένων. Τα παραπάνω βέβαια δεν αποτελούν εγχειρίδιο χρήσης, αλλά αναφέρονται ενδεικτικά και εξαρτώνται από την κάθε περίπτωση.

Αν αυτό είναι το οπλοστάσιο του δικού μας στρατοπέδου, αυτό των αφεντικών είναι πολύ ισχυρότερο. Πέρα από τις εκδικητικές απολύσεις σε όσους και όσες βάζουν ζητήματα στο χώρο δουλειάς, οι μηνύσεις σε εργαζόμενους ή αλληλέγγυους και οι ανάλογες αυτόφωρες συλλήψεις, όπως και τα ασφαλιστικά μέτρα είναι πλέον αυτονόητα σε οποιαδήποτε σχεδόν διεκδίκηση δε λήξει εντός λίγων παρεμβάσεων. Κάτι το οποίο εμπεριέχει προσωπικό κόστος όσο τρέχει ο αγώνας, τόσο στο ποινικό κομμάτι, όσο και στο οικονομικό. Ακριβώς το ίδιο αυτονόητη είναι και η παρουσία μπράβων, είτε με προφανή παρουσία ως πλανόμενη απειλή, είτε με ρόλο πυροδότη εντάσεων ώστε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση ποινικά η κατασταλτικά το αφεντικό. Το lock out, δε, που έγινε στο «Banquet», αποτέλεσε κίνηση ματ από τη μεριά των αφεντικών, αφού εξάλειψε την εστία συνάντησης των εργαζομένων και άρα την κοινότητα αγώνα που είχαν δομήσει, αλλά και, με έναν τρόπο, απεδαφικοποίησε τον αγώνα. Χρησιμοποιήθηκε επιπλέον αποτελεσματικά και επικοινωνιακά. Είναι μια κίνηση ωστόσο όχι χωρίς κόστος, ακριβώς λόγω των «πάντα διαθέσιμων υπηρεσιών» που παρέχουν τέτοιου είδους επιχειρήσεις και στον κλάδο στη Θεσσαλονίκη δεν έχει συναντηθεί ξανά προς το παρόν.

Περισσότερο ενδιαφέρον έχει, από άποψη στρατηγικής, η ενεργοποίηση των διάφορων δικτύων σχέσεων των αφεντικών. Για παράδειγμα, είδαμε στο «Banquet» πληρωμένα πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα «Μακεδονία», επερωτήσεις βουλευτών της ΝΔ, κείμενα στους πελάτες στο «Blé» ενάντια στους διαδηλωτές συνταγμένα από τους διαφημιστές της επιχείρησης ή τοπικά μέσα πληροφόρησης που αναδημοσίευαν κείμενα των «πραγματικών εργαζόμενων» της εκάστοτε επιχείρησης που πλήττονταν από τις κινητοποιήσεις. Στα δίκτυα αυτά σχέσεων, με ελάχιστη επιτυχία προς το παρόν, πρέπει να αναφερθούν και οι προσπάθειες σύνδεσης των εργοδοτών μεταξύ τους, από ανταλλαγή εμπειριών για αντιμετώπιση κινητοποιήσεων και επαφές με την ίδια δικηγόρο έως αποτυχημένες (υπό το φόβο της μεταφοράς των κινητοποιήσεων και στα δικά τους μαγαζιά, και αυτό έχει μια αξία) απόπειρες συνασπισμού με άλλους εργοδότες στην ίδια γειτονιά.

Κι όταν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν, επιστρατεύονται οι χρυσαυγίτες; Προφανώς, ο λόγος γίνεται για την περίπτωση του «Ζωή και Κότα». Βλέποντας πίσω, δε θεωρούμε ότι υπήρχε μια ξεκάθαρη στρατηγική από τη μεριά των αφεντικών (π.χ. προβοκάτσια για καταστολή), όσο η απόπειρα ενός εκ των συνεταίρων να χαράξει σκληρή γραμμή απέναντι στις διεκδικήσεις, ως λάθος εκτίμηση της κατάστασης και των αντιδράσεων των αλληλέγγυων. Από τη μεριά της Χ.Α., μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Επιχειρεί ενδεχομένως να στήσει δίκτυα με μαγαζάτορες ως ο θεματοφύλακας της σιγής νεκροταφείου στους εργασιακούς χώρους, ή ακόμη και να αποκτήσει ριζώματα στη Ροτόντα ενάντια στους «ταραχοποιούς».

Σε όλους αυτούς τους αγώνες το ΠΑΜΕ, που ελέγχει και το «επίσημο» Συνδικάτο, ήταν στην καλύτερη απών, κάτι που αποτέλεσε και την πιο συνηθισμένη συνθήκη, ενώ στη χειρότερη μπλεκόταν με άθλιο τρόπο. Όπως στο «Banquet» για παράδειγμα που προσπάθησε να κάνει υπόγειες συνεννοήσεις με τους εργοδότες (αλλά και γενικά με τις αναμενόμενες καταγγελίες απέναντι στο συνδικαλιστικό αντίπαλο της «Αντεπίθεσης»).

Ωστόσο και ο τρόπος που η ίδια η «Αντεπίθεση» βλέπει τους αγώνες είναι πολλές φορές προβληματικός. Κατά τη γνώμη της γράφουσας, πέρα από την ανάθεση των ίδιων των υποκειμένων, την οποία καλλιεργεί, στο παλιό καλό ερώτημα γύρω από το κοινωνικό και το πολιτικό, γύρω από το κόμμα και το κίνημα, τον αγώνα και την οργάνωση, οι ίδιοι δίνουν την επίσης παλιά καλή λενινιστική απάντηση. Αυτό φάνηκε όχι μόνο στο «Banquet», όπου η Επιτροπή Αλληλεγγύης, από την οποία είχε ήδη αποχωρήσει κόσμος εκτός ΟΚΔΕ, ζητούσε τελικά επαναπρόσληψη (γιατί αυτός πρέπει να είναι ο τρόπος να παλεύουμε τις απολύσεις), ενώ οι απολυμένοι δεν είχαν σκοπό να γυρίσουν, αλλά και στον αγώνα στα «Goody’s» Λ. Πύργου. Ενώ ο αγώνας έτρεχε ήδη από την «Αντεπίθεση», καλέστηκαν και άλλοι/ες αλληλέγγυοι/ες που παρόλες τις επιφυλάξεις θεώρησαν ότι ένας εργατικός αγώνας μας αφορά όλους/ες και πρέπει να στηριχτεί. Αποτέλεσμα ήταν το κοινά διαμορφωμένο κείμενο να μη μοιραστεί ποτέ σε παρέμβαση, αφού αποσύρθηκε άμεσα από την «Αντεπίθεση» μιας και ήταν εκτός γραμμής, το ίδιο και τα κοινά συνθήματα. Εφόσον, λοιπόν, εγκαταλείφθηκε έτσι μόνιμα και η προοπτική της ενότητας στη δράση, δεν μπορεί να υπάρξει αποτίμηση αγώνων όπως «Goody’s» Λ. Πύργου, «Pizza Hut» κλπ.

Και λίγα σχόλια για το πώς έβλεπαν οι εργαζόμενοι/ες τους αγώνες. Είναι αδύνατον να βγει ένα γενικό συμπέρασμα, εξαρτάται από το κάθε μαγαζί και τις σχέσεις που είχε καταφέρει να στήσει ο καθένας και η καθεμία στους χώρους δουλειάς πριν την έναρξη της διεκδίκησης. Σίγουρα, δεν είναι άσχετο πάντως το πώς έβλεπαν τον αγώνα και το πόσο τον έτρεχαν με τα υποκείμενα της αλληλεγγύης και την αλληλεπίδραση μαζί τους (ανάθεση ή ανάληψη ευθυνών, δημόσιος λόγος ή μεσολάβησή του, λόγος για την πορεία του αγώνα κλπ). Επιπλέον, στη διάρκεια των αγώνων μετασχηματίζονταν αντιλήψεις (ή τουλάχιστον έμπαιναν ζητήματα), όπως για παράδειγμα γύρω από την αστυνομία ή γύρω από τα αφεντικά. Ενδιαφέρον είχε, πάντως, πώς αυτοί οι αγώνες πυροδότησαν άλλους «μικρότερους» και πώς συναντήθηκαν αυτά τα υποκείμενα, στηρίζοντας οι μεν τους δε, π.χ. στο «Καφεναί» ενόσω έτρεχε το «Banquet», ή στο καφέ ενός παιδότοπου ακριβώς μετά τα «Blé». Όπως ενδιαφέρον έχει και η συγκρότηση του εργοδοτικού μπλοκ μέσα στα μαγαζιά και η ανάδυσή του στη δημόσια σφαίρα. Είτε με λόγο ταυτιζόμενο με τα συμφέροντα του αφεντικού και με κύριο επιχείρημα «οι κινητοποιήσεις στέλνουν κι άλλους εργαζόμενους στην ανεργία», είτε με φυσική παρουσία ενάντια στις παρεμβάσεις που θα υπερασπιστεί μέχρι και με τη βία την επιχείρηση ή τον εργοδότη.

Από την άλλη, αν και αυτοί οι αγώνες κυκλοφορούν, και ένας από τους στόχους τους είναι ακριβώς αυτός, είναι πολύ δύσκολο να σηκωθεί κόντρα στους χώρους δουλειάς που να προκύπτει απλά από την τρέχουσα διεκδίκηση. Για παράδειγμα, στη «Ροτόντα», λόγω του ότι οι διανομείς, από τη φύση της δουλειάς τους δεν είναι αναγκασμένοι να περνάνε ώρες μέσα σε ένα μαγαζί, αλλά αντίθετα κυκλοφορούν και έτσι γνωρίζονται και με τους υπόλοιπους διανομείς της «πιάτσας», γνώριζαν και τα αιτήματα των τριών απολυμένων του «Ζωή και Κότα» (και ακριβώς λόγω της προσωπικής σχέσης με άλλα μαγαζιά όπου υπήρχαν διεκδικήσεις) όπως και τη θετική έκβαση του αγώνα. Όμως, πέρα από το απέναντι αφεντικό που κόλλησε ένσημα εν μέσω κινητοποιήσεων και τα εύσημα του τύπου «καλά του κάνατε», δεν υπήρχε έμπρακτη αντιπαράθεση με τους εργοδότες. Το ίδιο συνέβη και σε άλλες πιάτσες που έχουν υπάρξει είτε δυναμικές παρεμβάσεις, είτε αγώνες. Έπρεπε να υπάρχει ήδη η «μαγιά» που θα ξεχείλιζε όταν δίπλα είχε σκάσει αγώνας. Είναι δύσκολο για έναν τόσο κατακερματισμένο κλάδο να σηκώσει αντιστάσεις, πόσο μάλλον και δημόσιες, όταν μεγάλο κομμάτι των θέσεων εργασίας καλύπτεται μέσω προσωπικών δικτύων και επαφών, ειδικά μέσω κρίσης. Ωστόσο, καλλιεργούν μια κουλτούρα ότι τα αφεντικά δεν είναι ανίκητα, ότι συλλογικά κόσμος σπάει την αίσθηση του φόβου και της ήττας, κι ότι ούτε είναι πάντα πρόθυμοι/ες οι εργαζόμενοι/ες να βάλουν πλάτη για τα μαγαζιά.

Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου είδους «χτυπήματα», τέτοιου είδους αγώνες, μαζί με το χτίσιμο σχέσεων με τους συναδέλφους στους χώρους εργασίας, είναι αυτά που έχουν νόημα. Δεν έχει σημασία το να φανταζόμαστε γενικές απεργίες ή πλατιές εργατικές μάζες του επισιτισμού, ούτε τα παραπάνω αποτελούν manual για κάθε περίπτωση. Νόημα έχει όταν αυτές οι εμπειρίες κυκλοφορούν, αφήνοντας παρακαταθήκη για άλλους καταπιεζόμενους και εκμεταλλευόμενους, κι όταν κι εμείς εμπνεόμαστε πιάνοντας το νήμα που συνδέει τους αγώνες μας.

Cheerfulness

Μάρτιος 2014

Σχετικές δημοσιεύσεις