Πέρα και πίσω από τα bullets ή για μια κριτική των bullets

Η κατάληψη του περασμένου φθινοπώρου στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο και οι παρακαταθήκες που άφησε

Ο γύρος συνελεύσεων και καταλήψεων του Νοέμβρη-αρχών Δεκέμβρη του 2014, παρότι ήταν μικρής διάρκειας σε σχέση με αναβρασμούς προηγούμενων ετών, είναι αρκετά ενδεικτικός των ορίων και των εμποδίων που καλούμαστε να υπερπηδήσουμε ως υποκείμενα ταξικού ανταγωνισμού στους χώρους ειδικευμένης εκπαίδευσης και παραγωγής έρευνας που συνηθίζουμε να λέμε πανεπιστήμια. Έχοντας συμμετάσχει στις φετινές κινητοποιήσεις ως μέλος της κατάληψης Γεωπονικού, οι εμπειρίες μου προσδοκώ να είναι μία μικρή συμβολή στην ατέλειωτη συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα.

Σε ό,τι αφορά το Γεωπονικό, η απόφαση για κατάληψη πάρθηκε στις 13/11, λίγες ημέρες πριν την επετειακή πορεία της 17ης Νοέμβρη και ανήμερα της μεγάλης φοιτητικής διαδήλωσης στο κέντρο. Αιτία της τελευταίας ήταν η αντικατάσταση των φυλάκων του ΕΚΠΑ με εργολαβικούς-security. Το γεγονός αυτό σήμαινε την αύξηση του επιπέδου καταστολής στο συγκεκριμένο ίδρυμα, όσο και ο «κόκκινος συναγερμός» που σήμανε εκ νέου στο φοιτητικό κίνημα εν όψει των πρώτων διαγραφών φοιτητών που έγινε λίγο αργότερα σε κάποια ιδρύματα. Η στρατηγική του κράτους έκτακτης ανάγκης να εφαρμόσει άγρια καταστολή στις πορείες που έγιναν στις 13,14 [1], καθώς και σε κομμάτι της διαδήλωσης, στα αντιεξουσιαστικά μπλοκ, στην επετειακή στις 17 Νοεμβρίου μετέφερε στους δρόμους του κέντρου το κύριο θέατρο των κινητοποιήσεων την πρώτη εβδομάδα κατάληψης, και έτσι αυτή μπήκε αρχικά σε δεύτερη μοίρα [2] .

Μετά από μικρή διακοπή η κατάληψη συνεχίστηκε στις 21 Νοέμβρη, και σε αυτό το κομμάτι χαρακτηρίστηκε από μια μεγαλύτερη συσπείρωση γύρω της, απόρροια του ότι το πέρας του 3ημέρου του Πολυτεχνείου έφερε πλέον στο προσκήνιο της κατάληψης τις σχετικές με το σήμερα διεκδικήσεις. Βασικός παράγοντας βέβαια, αποτέλεσε και το κλίμα πόλωσης που δημιούργησε η πρώτη φετινή παρουσία της ΠΑΣΠ στη γενική συνέλευση, στην οποία και δέχτηκε έντονη κατακραυγή από σύσσωμο το μπλοκ κατάληψης. Αξίζει να επισημανθεί ότι τότε αποφάσισε να συμμετάσχει οργανωμένα και συλλογικά στην κατάληψη πέραν του μεγαλύτερου μέρους των αριστερών παρατάξεων (κυρίως ΕΑΑΚ μέχρι τότε) και μια νέα πρωτοβουλία που δημιουργήθηκε από ανένταχτους φοιτητές, οι «φοιτητές-τριες ενάντια στην καπιταλιστική εκπαίδευση (στο εξής φ.ε.κ.ε., πλέον έχει μετονομαστεί σε Συνέλευση Αδιαμεσολάβητου Αγώνα Γεωπονικού [3]), η οποία και διαμορφώθηκε μετά από καλέσματα μέσα από γενικές συνελεύσεις ατόμων που ήθελαν να θέσουν πιο οργανωμένα και με ταξικό πρόσημο ζητήματα από αδιαμεσολάβητη σκοπιά και στην οποία συμμετείχα και ο ίδιος. Όσον αφορά την παρουσία του κόσμου στο δρόμο εκείνη την εβδομάδα, αυτή ήταν αρκετά χαμηλή τόσο στην γενική απεργία που είχε προκηρυχθεί εκείνη την εβδομάδα, όσο και στην φοιτητική πορεία την αμέσως προηγούμενη ημέρα.

Τελικά, την πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη η ΠΑΣΠ πήρε τη γενική συνέλευση και αυτός ο κύκλος αγώνα έκλεισε με το άνοιγμα της σχολής. Βλέποντας πίσω στο σήμερα, μπορούμε πέραν της καθιερωμένης στον φοιτητικό συνδικαλισμό παραίνεσης από αριστερές και λιγότερο από αντιεξουσιαστικές ομάδες για συμμετοχή στις επετειακές πορείες στις 17 Νοέμβρη και 6 Δεκέμβρη, να διακρίνουμε ως πιο «αιχμιακά» αιτήματα της κατάληψης την κατάργηση των διαγραφών φοιτητών και την αλληλεγγύη στον αγώνα φοιτητών και εργαζόμενων του ΕΚΠΑ ενάντια στις εταιρίες security [4], αλλά και την ικανοποίηση των αιτημάτων του απεργού πείνας Νίκου Ρωμανού και των επίσης απεργών πείνας Σύριων προσφύγων τις τελευταίες ημέρες των κινητοποιήσεων [5].

Τα πράγματα όμως είναι πιο περίπλοκα από αυτήν τη γενική εικόνα. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι επιδίωκε ο κόσμος που για 2 εβδομάδες ψήφισε (πόσο μάλλον αν συμμετείχε στην) κατάληψη αξίζει να δούμε το κλίμα μέσα σε αυτήν. Ηλίου φαεινότερο ήταν από ένα σημείο και έπειτα ότι παρά την μεγάλη παρουσία ανένταχτου κόσμου στην πρώτη μετά τις 17 Νοέμβρη επιτροπή κατάληψης, σταδιακά η διαμόρφωση δράσεων θεωρούνταν περισσότερο υπόθεση των οργανωμένων σε παρατάξεις ή συλλογικότητες, και ο τρόπος με τον οποίο η επιτροπή συσκεπτόταν είχε σίγουρα έναν ρόλο σε αυτό. Οι δράσεις που προτεινόντουσαν, ιδίως από τη μεριά της ΕΑΑΚ, είχαν χαρακτήρα «να βάλουμε όσα περισσότερα δικά μας (bullets, προτάγματα και κυρίως δράσεις) μπορούμε», πράγμα που τους έφερνε σε δυσπιστία σε σχέση με άλλες προτάσεις, ειδικά αν εκείνες προέρχονταν από οργανωμένους. Οι τοποθετήσεις τους στην επιτροπή είχαν ως επί το πλείστον χαρακτήρα παρουσίασης προγράμματος λενινιστικού κόμματος και ήταν ξύλινες και κουραστικές, και λέγανε αναλογικά λίγα για το πρακτικό κομμάτι. Το ίδιο συνέβαινε και με τον λόγο που έβγαζε η κατάληψη προς τα έξω (πχ. πανό), ο οποίος πέρα από την θεματολογία, ήταν σε μεγάλο βαθμό προαποφασισμένος και στη συνθηματολογία. Αυτές οι συνθήκες, αν και δεν ήταν το αποκλειστικό αίτιο, ουσιαστικά συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην απομάκρυνση των ανένταχτων από τη δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Οι επόμενες επιτροπές ήταν πολύ πιο απομαζικοποιημένες και ανέγειραν ερωτήματα στην αυτόνομη τάση της κατάληψης σχετικά με το ποιος ήταν ο ρόλος μας εκεί και κατά πόσο μπορούσαμε να επηρεάσουμε τις καταστάσεις. Κάποιες προτάσεις που έγιναν για βήματα προς το ξεπέρασμα της αναθετικής λογικής, όπως η διενέργεια ημερήσιας μίνι-επιτροπής για την προσθήκη και αναπροσαρμογή δράσεων, αντιμετωπίστηκαν με εμφατική και φαινομενικά ανεξήγητη καχυποψία από τους ΕΑΑΚίτες, χαρακτηριζόμενες ακόμα και γραφειοκρατικές (!). Δυστυχώς, η υπόρρητα ιδιοκτησιακή τους αντίληψη για την κατάληψη και τους φοιτητικούς συλλόγους ερχόταν να ενισχυθεί από την ασυνεπή στάση της ανένταχτης τάσης της κατάληψης, της οποίας κομμάτια εκφράζονταν μέσω των φ.ε.κ.ε., και που ως απόρροια της έλλειψης ιδιαίτερου προηγούμενου αγώνων ήταν πολύ δυσλειτουργική στην τήρηση των συλλογικών αποφάσεων. Μάλιστα, ενώ ήταν αυτή η τάση που τόνισε περισσότερο τη σημασία του μπλοκαρίσματος των ερευνητικών προγραμμάτων [6] όλες τις μέρες που εκείνα τρέχουν (και τα Σαββατοκύριακα), στην πράξη λίγο και με αρκετή απροθυμία τήρησε την απόφαση αυτή μην μπορώντας τελικά να εμποδίσει τα προγράμματα πλήρως.

Η κατάσταση αυτή ήταν κατά τη γνώμη μου αρκετά ενδεικτική των ορίων αυτού του κύκλου αγώνα. Ο τερματισμός του έγινε με εξίσου κωμικοτραγικό τρόπο και επισφραγίστηκε από την γνωστή εμμονή των αριστερών παρατάξεων να περάσουν στα πλαίσια κατάληψης γενικότερες θέσεις του πολιτικούς τους φορέα. Μοναδικό σχεδόν θέμα της τελευταίας επιτροπής κατάληψης ήταν τελικά η αντιπαράθεση των κεντρικο-πολιτικών τους θέσεων με αφορμή το πλαίσιο που θα κατέβαινε στη συνέλευση [7], καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση πάνω στα περιεχόμενα της κατάληψης ή στο πως θα μπορούσε να συνεχιστεί ο αγώνας μετά από ενδεχόμενη νίκη της ΠΑΣΠ στη γενική συνέλευση.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τους ευρύτερους λόγους που ώθησαν κάποιους φοιτητές/τριες σε συμμετοχή στην κατάληψη. Αν για ένα κομμάτι των φοιτητών, τους λεγόμενους «ανοιχτοσχολάκηδες», η εντατικοποίηση έχει εκληφθεί ως αποδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας που προβάλλει ως μέγιστη αξία την συλλογή ακαδημαϊκών και εργασιακών «προσόντων», και άρα την αποστολή στον καιάδα (διαγραφές) όσο δεν «βγαίνουν» ή δεν θέλουν να ακολουθήσουν αυτή τη διαδικασία, ο αγώνας ενάντια στις διαγραφές αποτέλεσε μια αντίστροφη ερμηνεία αυτής της διαδικασίας. Πέρα από το μπλοκάρισμα του νόμου για τις διαγραφές εκφράζει μια συνολικότερη άρνηση: «Μας λένε ότι πρέπει επί 3 χρόνια να προετοιμαζόμαστε για τις πανελλήνιες στα λύκεια, να δίνουμε εξεταστικές 3 φορές το χρόνο, να τελειώσουμε τη σχολή σε ν+2 χρόνια, και ενώ προηγουμένως έχουμε γίνει φτηνό δυναμικό μέσω των πρακτικών, πτυχιακών και πιθανώς συμπληρωματικής απασχόλησης και στο τέλος μας λένε ότι αυτή η διαδικασία είναι δίκαιη. Κάτι πρέπει να κάνουμε.» Πέρα λοιπόν από την ανάγκη να πολεμηθεί μακροπρόθεσμα η αναδιάρθρωση, η κατάληψη συντελούσε να κερδίσουμε χρόνο άμεσα. Αντίστοιχη ήταν και η ανάγκη να δώσουμε τη δική μας αξία χρήσης πέρα από την ρουτίνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στους χώρους του πανεπιστημίου, όπως έγινε τόσο με τη συνεχή παραίνεση για δράσεις μέσα στην κατάληψη όπως αυτή εκφράστηκε στην πρώτη επιτροπή της, όσο και για την πιο «ανεπίσημη» συζήτηση για το αν μπορούν να αξιοποιηθούν από εμάς διάφορα κτήρια μέσα στο ίδρυμα. Ακόμα και οι ουσιαστικά σκέτα «αντι-ΠΑΣΠ» ψήφοι στην κατάληψη παρότι αμφιλεγόμενου χαρακτήρα, αν μη τι άλλο δείχνουν μια τάση εναντίωσης στο προαναφερθέν κυρίαρχο παράδειγμα που πρεσβεύει. Το μίσος για την ΠΑΣΠ και τη ΔΑΠ δεν ήταν απλά πολιτικό αλλά υπόρρητα ταξικό.

Ο προσδιορισμός του ρόλου της έρευνας στο καπιταλιστικό πανεπιστήμιο είναι ακόμα δύσκολο να ψηλαφηθεί σε μαζικό ακροατήριο, εξαιτίας της αρκετά μικρής ιστορίας αυτού του εγχειρήματος. Ωστόσο η κατάληψη άφησε κάποιο πρόσφορο έδαφος. Η ανεπαρκής είναι η αλήθεια συζήτηση που πάντως άνοιξε στην κατάληψη σχετικά με το πώς μπορούν αυτά τα προγράμματα να μπλοκαριστούν μέσα στην κατάληψη πέρα από συμβολισμούς και ημίμετρα αφήνει μια μικρή παρακαταθήκη. Θετική ήταν και η στάση του συνόλου σχεδόν [8] της επιτροπής κατάληψης που τελικά εμπόδισε ένα συνέδριο που είχε προγραμματιστεί παρουσία όχι μόνο μεγαλοκαθηγητών αλλά και 4 μεγάλων τραπεζών να γίνει μέσα σε αυτήν.

Εκτός από τα παραπάνω, αξίζει να σημειωθεί ότι από τις κατά τόπου συζητήσεις γινόταν φανερό ότι κάποια από τα αιτήματα που εκφράζονταν στο επικυρωθέν αριστερό πλαίσιο [9] (σίτιση-στέγαση-χαμηλά κόστη σπουδών) μας ενδιέφεραν πολύ περισσότερο σε σχέση με άλλα, όπως εκείνο των «ισχυρών πτυχίων». Η εκπαιδευτική και καπιταλιστική αναδιάρθρωση έφερε στο επίκεντρο της καθημερινότητας το πρόβλημα του υψηλού κόστους σπουδών, καθιστώντας το φανερό ακόμα και για όσους μπορεί προς στιγμή να μην το βιώνουν τόσο άμεσα.

Τα παραπάνω φέρνουν στο επίκεντρο μια μεγάλη συζήτηση. Τελικά είναι κάποιες παράγραφοι αιτημάτων (bullets) που σχετίζονται με την κεντρική πολιτική σκηνή αυτές που επηρεάζουν τη σχέση της με έναν αγώνα; Ίσως θα πρέπει να σκεφτούμε την πιθανότητα ένας οικονομικός/κοινωνικός αγώνας να ασκεί ούτως άλλως πίεση σε αυτή τη σκηνή, πίεση που έγκειται στο κατά πόσο το σύστημα θα μπορέσει να ελέγξει τις μορφές που θα πάρει ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Η συμβολή για παράδειγμα του πρόσφατου φοιτητικού κινήματος του 2011 ενάντια στο ν. Διαμαντοπούλου σε συνδυασμό με άλλους αγώνες στην πτώση της τότε κυβέρνησης Παπανδρέου δεν έγκειται στα σχετικά bullets των αριστερών πλαισίων, όσο στο ότι ο μέχρι τότε κυβερνητικός σχηματισμός δεν μπορούσε πια να εγγυηθεί την κανονικότητα και την ομαλή εξέλιξη της αναδιάρθρωσης και υπό την συνεχή πίεση έπεσε.

Τελικά, πέτυχε κάτι ο αγώνας του περασμένου φθινοπώρου; Θεωρώ πως ναι. Πέραν κάποιων μικρών συμβολικών νικών όπως το μπλοκάρισμα του συνεδρίου που προαναφέρθηκε, ο ρόλος των κινητοποιήσεων στην κατάργηση του ν+2 όσο και των Συμβουλίων Ιδρύματος (Σ.Ι.) δεν μπορεί να αγνοηθεί. Φυσικά, το ξεφούσκωμα αυτού του αγώνα που οδήγησε στην (και εν μέρει προκλήθηκε από την) διαμεσολάβηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι χωρίς κόστος, συνέβαλε στην αποκατάσταση των σχέσεων ανάθεσης αφού όσον αφορά για παράδειγμα την κατάργηση των Σ.Ι., αυτή έγινε προς όφελος της προηγούμενης επίσης προβληματικής ρύθμισης, της συνδιοίκησης [10]. Οι παραπάνω σκέψεις δεν προσφέρονται για αφοριστικές απαντήσεις, επιδιώκουν όμως να περιγράψουν το υπάρχον πλαίσιο στη δύσκολη φάση ύφεσης των αγώνων που βιώνουμε και για την οποία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, ακόμα και ελλείψει γενικών συνελεύσεων. Στο πανεπιστήμιο του κυνηγιού προσόντων, των εργολαβιών και της έρευνας και γνώσης για λογαριασμό των λίγων πρέπει να βρούμε πώς θα επιλύσουμε συλλογικά τα καθημερινά μας προβλήματα.

Βενιαμίν Ντουνιάς

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] . Το λιγότερο προβληματική ήταν πάντως η διαχείριση του ζητήματος της καταστολής από τα μπλοκ καταλήψεων εκείνες τις 2 ημέρες. Σε σχέση με τα γεγονότα στις 13/11 βλ. και το κείμενο της Ελευθεριακής Παρέμβασης Φιλοσοφικής «Ημερολόγια για μια φωτεινή νύχτα και μια “πεφωτισμένη” φυγομαχία» http://epf72.squat.gr/archives/961  []

[2]. Σε αυτό βέβαια έπαιξε ρόλο και η απόφαση του πλαισίου της ΕΑΑΚ για «μεταφορά της κατάληψης στο 3ημερο του Πολυτεχνείου» που ουσιαστικά την αναιρούσε αφήνοντας και ελεύθερο το πεδίο να τρέξουν τα ερευνητικά εκείνες τις μέρες. []

[3]. Για μια παρουσίαση κάποιων θέσεων της Σ.ΑΔ.Α. βλ. και την εισήγηση μας στην εκδήλωση που κάναμε την 1/4 σχετικά με το κίνημα του ’06-’07 και τη σύνδεση του με το σήμερα, η οποία υπάρχει, μεταξύ άλλων, και εδώ. []

[4]. Την ίδια εποχή βέβαια στο ΕΚΠΑ δινόταν από τους ίδιους ανθρώπους και σε συνεργασία με συλλογικότητες γειτονιάς άλλος ένας αγώνας ενάντια σε εργολαβία για το άδειασμα σκουπιδιών μέσα στο ίδρυμα (!), ο οποίος όμως προβλήθηκε λιγότερο ευρύτερα και δεν πήρε πολύ μεγάλες διαστάσεις. []

[5]. Ο χώρος του κειμένου δυστυχώς δεν μου επιτρέπει να μιλήσω αναλυτικότερα για αυτά τα 2 ζητήματα. []

[6]. Η οικονομική ζημιά που προκαλείται σε μεγαλοκαθηγητές-εργολάβους και εμπλεκόμενες εταιρίες από αυτή την ενέργεια είναι προφανής και καθοριστικός παράγοντας πίεσης για την ικανοποίηση των διεκδικήσεών μας. []

[7]. Οι μεν ΕΑΑΚίτες δεν έκαναν κανένα ουσιαστικό βήμα πίσω στο 5σέλιδο (!) πλαίσιο τους, οι δε ΑΡΕΝίτες, που γενικά λίγο συμμετείχαν στην κατάληψη, είχαν στην συγκεκριμένη επιτροπή ως μοναδικό σκοπό την διάσωση της υπόληψης του ΣΥΡΙΖΑ, τραβώντας την κόντρα στα άκρα ενώ ήταν εμφανές ότι δεν οδηγούσε πουθενά. Αποτέλεσμα; Τουλάχιστον 4-5 ώρες κουβέντα όπου στο τέλος έμειναν λιγότερα από 10 άτομα για να μην προκύψει τελικά πλαίσιο επιτροπής κατάληψης. []

[8]. Εξαιρούνται οι ΑΡΕΝίτες που αντιτάχθηκαν στην απόφαση. Ειπώθηκε τότε μεταξύ σοβαρού και αστείου «ας δώσει κανά αμφιθέατρο της η τράπεζα Πειραιώς να γίνει το συνέδριο εκεί». Τραγική ειρωνεία είναι ότι τελικά αυτό ακριβώς συνέβη. Όξυνση του ταξικού ανταγωνισμού και συνδιαλλαγή με «αριστερούς πρυτάνεις» όπως αυτός του Γεωπονικού δεν πάνε μαζί. []

[9]. Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο Μια συνάντηση που δεν έγινε: «Τα πλαίσια δίνουν μια πλασματική εικόνα. Απλώς αντανακλούν αυτό που σε μια συγκεκριμένη συγκυρία επικύρωσαν όσοι παρευρέθησαν σε μία συνέλευση. Το γεγονός ότι το επικυρώνουν, ότι δηλαδή επιλέγουν να συμφωνήσουν με ένα έτοιμο κείμενο μπορεί να βασίζεται στη συμφωνία τους με αυτό, μπορεί να βασίζεται στην κεκτημένη ταχύτητα, στη συμπάθεια ή τέλος στην ανοχή προκειμένου να ψηφιστεί η κατάληψη». []

[10]. Συνδιοίκηση είναι η «ισότιμη» συμμετοχή των φοιτητών στα όργανα λήψης αποφάσεων με τους μεγαλοκαθηγητές, τους ίδιους εκείνους ανθρώπους για τους οποίους εργαζόμαστε και οι οποίοι καρπώνονται την έρευνα που παράγουμε σε αγαστή συνεργασία με εκδοτικούς οίκους και ιδιωτικά συμφέροντα, μιας ομάδας ανθρώπων δηλαδή με τους οποίους το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών δεν έχει κοινά ταξικά συμφέροντα. []