Ο τίτλος από στενσιλ στους φλεγόμενους δρόμους της Αιγύπτου

Ο τίτλος από στενσιλ στους φλεγόμενους δρόμους της Αιγύπτου

Δε χρειάστηκε να περάσει ούτε καν ένας μήνας για να επιβεβαιωθεί η «πληροφορία» ότι η καταστολή του κράτους στις καταλήψεις δεν ήταν μια βεντέτα Σαμαρά-Δένδια με τον αναρχικό χώρο, αλλά το αναγκαίο πρελούδιο για ένα κύμα καταστολής απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εργατικής/προλεταριακής αντίστασης στον οδοστρωτήρα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Βρισκόμαστε στην αρχή μιας περιόδου οξυμένης σύγκρουσης όπου το κράτος παίζει «επίθεση, επίθεση, επίθεση» κι εμείς πρέπει ενώ τρώμε γκολ και «παίζουμε άμυνα» να αποκτήσουμε τη διαύγεια να ανιχνεύσουμε τη στρατηγική των αφεντικών και να ξεδιαλύνουμε το χάος που κρύβεται πίσω από την φαινομενική αδυναμία απάντησης της τάξης μας.

Καταρχήν, πολλές φορές οι «κινηματίες» -μετά από «τόσα χρόνια μπάλας που το τέρμα δεν είδαμε» που λεν κι οι Βιλλιώτες- έχουμε την τάση να ξεχνάμε την βασική πρακτική χρησιμότητα της καταστολής: Την αύξηση του κόστους δραστηριοποίησης για τον καθένας μας ατομικά. όταν συμμετέχει σε οποιαδήποτε κινηματική δραστηριότητα. Συμμετοχή σε μια διαδήλωση ή σε έναν αυτοοργανωμένο χώρο μπορεί να συνεπάγεται ξύλο, συλλήψεις, κουκουλονόμο. Συνέχιση της απεργίας στο μετρό παρά την επιστράτευση συνεπάγεται φυλάκιση. Έτσι π.χ. όταν μαζευόμαστε στο ΜΑΧ μετά την εισβολή στην Σκαραμαγκά 1000 άτομα και το σκεφτόμαστε άμα θέλουμε να κάνουμε πορεία στη ΓΑΔΑ γιατί θεωρείται σίγουρο ότι θα μας την ξαναπέσουν οι μπάτσοι και θα συλλάβουν κι άλλο κόσμο, ουσιαστικά είμαστε κοντά στο να απεμπολήσουμε το δικαίωμα στη διαδήλωση λόγω της καταστολής που έχει προηγηθεί κι άρα του φόβου που ενσωματώσαμε. Στο ίδιο πλαίσιο η καταστολή έχει και μια βασική αδυναμία: Σε θεσμικό/στρατιωτικό επίπεδο το κράτος μπορεί να κάνει ότι θέλει σε κάθε μεμονωμένη μονάδα, αλλά δεν μπορεί να κάνει «τα πάντα όλα» απέναντι σε οργανωμένα σύνολα: Δεν μπορεί (αυτή την στιγμή) να εισβάλλει και να διατηρήσει καθημερινά 50 διμοιρίες για κάθε μια κατάληψη σε Αθήνα και επαρχία, δεν μπορεί να φυλακίσει 10.000 διαδηλωτές ή απεργούς, δεν μπορεί να ανοίξει ταυτόχρονα μέτωπο με καταληψίες, εργαζόμενους στα ΜΜΜ, στη ΔΕΗ και αγρότες. Μπορεί να χτυπήσει τον καθένα ξεχωριστά έτσι ώστε να φοβούνται όλοι κι εμείς από την άλλοι μπορούμε να βγούμε όλοι μαζί όποτε χτυπιέται ο ένας. Ένα και ένα κάνουν 2, αλλά δυστυχώς για την τάξη μας η διαίρεση και η αφαίρεση παραμένουν πολύ πιο συνηθισμένες πράξεις από την απλή πρόσθεση.

Η δυνατότητα της απλής πρόσθεσης είναι πάντως ο λόγος που η καταστολή αποτελεί για το κράτος ένα πάντα αναγκαίο αλλά όχι αποκλειστικό όπλο. Χρησιμοποιείται συμπληρωματικά μαζί με άλλες τακτικές διάσπασης κι απομόνωσης της συλλογικής μας δύναμης ως τάξης. Ας αναφέρουμε δυο βασικές κατηγορίες: Ιδεολογική προπαγάνδα, λάσπη και κοινωνικός αυτοματισμός (ΜΜΕ), θεσμική διαμεσολάβηση με στόχο την ενσωμάτωση και την εκτόνωση (κόμματα, συνδικάτα). Στη περίοδο που διανύουμε αυτοί οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες φουλ, αλλά το αποτέλεσμα που παράγεται δε νομίζουμε ότι είναι το επιθυμητό. Π.χ. ο κοινωνικός αυτοματισμός της «ταλαιπωρίας των πολιτών» που έπαιζαν πρωί-μεσημέρι-βράδυ τα media δεν κατάφερε να στραφεί ενάντια στην απεργία των εργατών του μετρό, παρά την υπαρκτή ταλαιπωρία. Οι εργατοπατέρες από την άλλη που όρμησαν σαν τα κοράκια για να «στηρίξουν» την απεργία μπορεί να κατάφεραν για άλλη μια φορά τον σκοπό τους (να επιδείξουν αγωνιστικό προφίλ, συνεισφέροντας στη δημιουργία μιας τρύπας ακόμα στο νερό του ταξικού ανταγωνισμού), γνωρίζουν όμως πολύ καλά ότι έχουν απαξιωθεί πλήρως στην συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών αυτής της χώρας (γεγονός που οδηγεί μερικές φορές μαζί με «ξερά» του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού να καίγονται και τα «χλωρά» μέσων πάλης που χρησιμοποιούν, όπως οι απεργίες).

Αυτοί οι μηχανισμοί χειραγώγησης δεν μπορούν να αποσπάσουν την συναίνεση των υποτελών τάξεων λόγω των υλικών αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Όσο και να το θέλει ο Πρετεντέρης δεν μπορεί να πείσει 1,5 εκατομμύρια ανέργους ότι φταίνε οι απεργοί που δεν μπορούν να πάνε στις δουλειές τους, ενώ και η ενοποίηση της εργατικής τάξης σε συνθήκες μισθολογικής φτώχειας δυσκολεύει την προπαγάνδα περί «ρετιρέ» του δημοσίου. Ο χ, ψ εργατοπατέρας του δημοσίου πώς θα καταφέρει και να επιδείξει αγωνιστικό προφίλ και να διατηρήσει τη θεσούλα του στο πλάι των αφεντικών, όταν τα αφεντικά πετάνε τις συλλογικές συμβάσεις, το κύριο παράγοντα ύπαρξης των συνδικάτων, στον κάλαθο των αχρήστων; Αυτοί οι μηχανισμοί τα κατάφερναν κουτσά-στραβά στο προηγούμενο στάδιο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, τώρα χρειάζονται reboot στις νέες συνθήκες μαζικής καταστροφής εργατικής δύναμης. Τα μιντια να καθορίζουν τα όρια νομιμότητας και ανομίας, γνωρίζοντας ότι μεγάλο κομμάτι του κοινού τους μπαίνει defacto στη δεύτερη κατηγορία και τα συνδικάτα να μετατραπούν σε ΜΚΟ/πολιτιστικές λέσχες των στελεχών που θα προσφέρουν ελαστική εργασία σε κανάν άνεργο.Η καταστολή και στις νέες συνθήκες θα παραμείνει ως στρατηγική (μη προσωρινή) επιλογή των αφεντικών απέναντι στη διόγκωση του περισσευούμενου προλεταριακού πληθυσμού.

Οπότε η καταστολή απομένει το μοναδικό όπλο στα χέρια των αφεντικών; Μακάρι να ήταν έτσι, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά, η καταστολή θα οδηγούσε σε ριζοσπαστικοποιήση του «99%» του «λαού» που κάποια στιγμή θα αφόπλιζε το «1%» της «πλουτοκρατίας» και θα ζούσαμε ευτυχισμένοι στις καταλήψεις μας μετά την επανάσταση. Στην πιο περίπλοκη κοινωνική πραγματικότητα της κρίσης υπάρχει ένα ευάριθμο και υπολογίσιμο κοινωνικό κομμάτι που ψάχνεται να προσδεθεί στις νέες συνθήκες της κρίσης/καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Μπορεί να μην ξαναφάει με χρυσά κουτάλια, αλλά τουλάχιστον δεν θα μπει στην κατηγορία των «άνομων» που χρήζουν κατασταλτικής διαχείρισης. Θα έχει μια δουλίτσα και στρεφόμενο ενάντια στους «άνομους» θα απολαμβάνει τα προνόμια της τηλεοπτικής ησυχίας της καπιταλιστικής τάξης και της αστυνομικής ασφάλειας, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα βρούμε αγοραστές για τα πετρέλαια και τα ακίνητα του κέντρου, για να ξαναρχίσει η ανάπτυξη με τη βοήθεια του Θεού, που λέει κι ο Αντώνης. Το κομμάτι αυτών των «νοικοκυραίων» προσπαθεί να αναπληρώσει τα υλικά προνόμια που χάνει με μεταφυσικά φούμαρα εθνικοφροσύνης/νομιμοφροσύνης, που θα του αποφέρουν μια μίνιμουμ εγγύηση κρατικής ασφάλειας σε περίοδο κοινωνικής καταστροφής. Αυτό το κομμάτι προσπαθεί να κερδίσει η Νέα Δημοκρατία, η Χρυσή Αυγή και δευτερευόντως (τους «αντιφασίστες» νοικοκυραίους) ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜ.ΑΡ. και ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας ότι όσο περισσότερο νοιώθει απειλούμενο από τις ταραχές των προλετάριων τόσο περισσότερο θα συσπειρώνεται στην αναδιαρθρωτική στρατηγική.

Η καταστολή δε λειτουργεί απλά εναντίον μας αλλά και ενισχυτικά ως προς το κοινωνικό κομμάτι της τάξης/αντιεξέγερσης που συγκροτείται με εμφυλιοπολεμικούς όρους απέναντι μας και στο πλάι των αφεντικών. Η αριστερά του κεφαλαίου (ΣΥΡΙΖΑ) και οι δημοκράτες θιασώτες της θεωρίας των δυο άκρων το γνωρίζουν αυτό και το μεταφράζουν ως «μην κουνιέστε γιατί ενισχύετε τους φασίστες/νοικοκυραίους (και χάνουμε ψήφους)». Το θέμα προφανώς δεν είναι να δείξουμε «καλά παιδιά» στους αστούς και τους συμμάχους τους. Το θέμα είναι να καταλάβουμε που βρίσκεται η δύναμη της τάξης μας και που βρίσκεται η δύναμη της τάξης τους. Η δικιά μας δύναμη βρίσκεται στην κοινωνική συνεργασία των παραγωγικών δυνάμεων (στην απλή πρόσθεση που λέγαμε πριν), η δικιά τους δύναμη βρίσκεται στην (ένοπλη/στρατιωτική) ισχύ των παραγωγικών σχέσεων. Όσο το ερώτημα είναι ποιος έχει την κοινωνική δύναμη, μπορούμε να διεμβολίσουμε/απομονώσουμε το στρατόπεδο της τάξης/αντιεξέγερσης (αφού εξαρτάται όπως όλα στον καπιταλισμό από την συνεργασία των παραγωγικών δυνάμεων). Αν το ερώτημα γίνει ποιός έχει την στρατιωτική ισχύ, θα καταποντιστούμε στο πρώτο 10λεπτο, σπρώχνοντας κοινωνικά κομμάτια που δεν τους ψήνει η ιδέα να είναι με την πλευρά των αποδεκατισμένων στην αγκαλιά των κυρίαρχων. Εκεί είναι που η στρατηγική της έντασης λειτουργεί ενισχυτικά ως προς το κράτος, όσο παραμένουμε διασπασμένοι ως τάξη, ο καθένας μόνος του απέναντι σε ΜΑΤ, ΕΚΑΜ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ. Τη στιγμή που η ηλιθιότητα της διαίρεσης αποτελεί την κύρια στρατηγική της τάξης μας απέναντι στην επίθεση των αφεντικών, είναι λογικό να υπάρχουν κι αρκετοί ηλίθιοι ανάμεσα μας που πιστεύουν ότι οι «πολύμορφες» επιθέσεις με καλάσνικοφ και κατσαρόλες αποτελούν την κατάλληλη τακτική απέναντι στον σε στρατιωτικό σχηματισμό μάχης των αφεντικών. Και η ηλιθιότητα όπως πάντα είναι αρκετά επικίνδυνη.

Ο α/α/α χώρος στην πλειοψηφία του δεν φαίνεται να τσίμπησε στο δόλωμα των αφεντικών. Η επανακατάληψη της Βίλλας και οι κινήσεις που ακολούθησαν με αποκορύφωμα την μαζική πορεία του Σαββάτου 12/1 ανέβασαν την ένταση στο δικό μας γήπεδο της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας και της κοινωνικής διεισδυτικότητας των εγχειρημάτων που χτυπήθηκαν. Εκεί, στην αλληλεπίδραση του με το ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα, πρέπει να εντοπίσουμε τις αιτίες που ο α/α/α χώρος χτυπιέται δεύτερος, μετά τους μετανάστες και πριν τους απεργούς. Φαινομενικά ισχύει είτε ότι χτυπιέται επειδή αποτελεί την «επαναστατική πρωτοπορία», είτε επειδή αποτελεί τον πιο απομονωμένο πολιτικό χώρο σε σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που πλήττονται από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Το δεύτερο ισχύει (ειδικά για το άσχετο με τις κινηματικές διεργασίες ακροδεξιό πολιτικό προσωπικό), όσο ισχύει και το ότι το ρεπερτόριο της δράσης του και η μαχητικότητα του απέναντι στην καταστολή, αποτελούν επικίνδυνα (για το κράτος) παραδείγματα προς τα υπόλοιπα κοινωνικά κομμάτια (φανταστείτε π.χ.τους απεργούς του μετρό να αντιμετώπιζαν την κατασταλτική απειλή με την συλλογική αυταπάρνηση με την οποία πραγματοποιήθηκε η επανακατάληψη της Villas). Το ακανθώδες ζήτημα είναι να ενισχυθούν ανάλογες κοινωνικές ζυμώσεις, στις οποίες συνήθως στέκει ανάχωμα η πολιτική/κομματική ταυτότητα βάση της οποίας συγκροτούνται, διαφοροποιούμενες από τους υπόλοιπους προλετάριους, δομές όπως οι καταλήψεις και οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι.

Τελος, πρέπει να έχουμε καλά στο μυαλό μας ότι διανύουμε μια περίοδο κινηματικής ήττας/ οπισθοχώρησης όχι επειδή μας λείπει η διάθεση για αγώνα και το κοινωνικά εύφλεκτο υλικό, αλλά επειδή το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών επισφράγισε το κλείσιμο ενός κύκλου αγώνων που από τα φοιτητικά του 06-07, τον Δεκέμβρη του 08, μέχρι τις πλατείες και την 12η Φλεβάρη του 12 έδειξε τα αγωνιστικά του όρια. Το πιο εύκολο είναι να καταφεύγουμε στα φαντάσματα του παρελθόντος (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ…), στον οργανωτισμό της κατάλληλης οργάνωσης/ομοσπονδίας/συντονισμού που δεν έχουμε προσφέρει ως έτοιμη λύση στην εργατική τάξη, στον ιδεαλισμό των συνθημάτων/ποίησης γ’ κατηγορίας, σε ένα συναισθηματικό εκκρεμές που τη μια στιγμή αγγίζει τον αντικοινωνικό μηδενισμό, την άλλη την επαναστατική αυταρέσκεια των «10.000 αναρχικών» που αφού «ξεφτύλισαν το κράτος και την καταστολή» ακούνε την ηχώ των συνθημάτων τους κάτω από μια γέφυρα. Το πιο δύσκολο είναι να βάλουμε το δάχτυλο βαθιά μέσα στις πληγές μας, στις πρακτικές δυσκολίες που συναντάνε οι προσπάθειες σύνδεσης και οργάνωσης της πολυδιασπασμένης τάξης μας στα υπαρκτά μέτωπα του σήμερα, στους εργασιακούς χώρους,στις γειτονιές, στην οργάνωση των ανέργων, στην άρνηση πληρωμών κτλ.Όσο περιμένουμε το επόμενο κάλεσμα της ΓΣΕΕ για να ενωθούν οι αγώνες μας θα είμαστε καταδικασμένοι να διανύουμε αυτόν τον μακρύ χειμώνα της ήττας, όσο συνεχίζουμε να καλλιεργούμε το γόνιμο έδαφος της προλεταριακής αυτονομίας μπορούμε να έχουμε την σιγουριά ότι η επερχόμενη άνοιξη θα είναι θερμή και θα διαρκέσει πολύ παραπάνω από μια «μεγάλη νύχτα».

πολυεργαλείο

Σχετικές δημοσιεύσεις