Δημοσιεύουμε το κείμενο που μας έστειλε ο σύντροφος Tuiavii, που αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης πάνω στους αυτόνομους αγώνες στα πανεπιστήμια.

— ❦ —

θέσεις για τη λογική του μετώπου, τα πρωτοβουλιακά μορφώματα, το πέρασμα από την αντίσταση στην επίθεση, τους αδιαμεσολάβητους αγώνες, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της αυτονομίας στα πανεπιστήμια

 

Το κείμενο αυτό γράφτηκε ως τοποθέτηση σε μια εσωτερική συζήτηση που ξεκίνησε με αφορμή μια σειρά διαφωνιών που προέκυψαν στο εσωτερικό της αυτονομίας των πανεπιστημίων στη Θεσσαλονίκη. Οι διαφωνίες ήρθαν στην επιφάνεια τον Οκτώβρη του 2012 και αρθρώθηκαν γύρω από τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαγόταν η αλληλεγγύη στον αγώνα των απεργών εργολαβικών εργαζόμενων του ΑΠΘ που συνέβαινε εκείνη την περίοδο. Είχαν στον πυρήνα τους κυρίως τα εξής ζητήματα: 1) το αν θέλουμε να συγκροτούμαστε σε μόνιμες ή περιστασιακές οργανωτικές δομές, 2) το αν θέλουμε οι οργανωτικές δομές μας και οι αγώνες μας να έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή να παίρνουν τη μορφή πολιτικών μετώπων βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα χαρακτηριστικά, 3) το αν σχήματα που προσδιορίζονται ως αυτόνομα αλλά κατεβαίνουν στις εκλογές, μπορούν να θεωρηθούν αυτόνομα και να γίνουν δεκτά σε διαδικασίες συνεργασίας των αυτόνομων σχημάτων καθώς αυτές διέπονται από αδιαμεσολάβητα και αντιιεραρχικά χαρακτηριστικά. Όπως είναι ευνόητο, οι προεκτάσεις της συζήτησης αγγίζουν βαθιά ζητήματα των μεθόδων συγκρότησης και δράσης και οι επιμέρους οπτικές γι’ αυτά δεν είναι ανεξάρτητες από τον τρόπο με τον οποίο αναλύει και ερμηνεύει κανείς τον καπιταλισμό και τις σχέσεις εξουσίας, την τωρινή συγκυρία και το πώς φτάσαμε σε αυτή. Έτσι λοιπόν αυτές οι διαφωνίες αποτέλεσαν και αποτελούν τον κόμβο και την αφορμή ευρύτερων συζητήσεων, εντός των οποίων αυτό το κείμενο αποτελεί μια τοποθέτηση τόσο επί του γενικού όσο και επί του συγκεκριμένου. Η δημοσίευση του γίνεται σε επόμενο χρόνο με την ελπίδα να τροφοδοτήσει τη συζήτηση του ευρύτερου κινήματος.

 

Αντί προλόγου: για τα συμφραζόμενα

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

το κείμενο αυτό έρχεται να συνεχίσει τη συζήτηση που ανέκυψε τον περασμένο Οκτώβρη μεταξύ του κόσμου της αυτονομίας γύρω από τα θεμελιώδη ερωτήματα της συλλογικής δράσης (ποιοι είμαστε, τι θέλουμε να κάνουμε, πώς θα το κάνουμε και μαζί με ποιους θα συνεργαστούμε για να το κάνουμε). Η συζήτηση αυτή δεν κατάφερε να οδηγήσει κάπου στο πρώτο κύκλο διεξαγωγής της και έτσι προκειμένου να μην υπονομευτούν οι αγώνες που έτρεχαν εκείνη την περίοδο (των εργολαβικών εργαζομένων, της λέσχης κλπ) από μια ανάλωση σε εσωστρεφείς θεματικές, αφέθηκε για εμβάθυνση και συνέχιση σε μια επόμενη στιγμή στο μέλλον. Η στιγμή γι’ αυτή τη συζήτηση φαίνεται να πλησιάζει καθώς η διεξαγωγή της αποτελεί ανάγκη πολύ κόσμου, εδώ και πολύ καιρό. Πριν προχωρήσουμε όμως, θα ήθελα να πω δυο πράγματα πιο προσωπικά γιατί το συναισθηματικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο διεξάγουμε τις συζητήσεις μας είναι πολύ σημαντικό να αποφορτίζεται αν θέλουμε να συζητάμε με τρόπο γόνιμο και συνθετικό και όχι κάνοντας παράλληλους μονόλογους.

Τους τελευταίους μήνες λοιπόν και όσον αφορά τη διαχείριση της διαφωνίας μας όσο εκκρεμεί η συζήτηση, πετύχαμε και αποτύχαμε ταυτόχρονα. Από τη μια, στο επίπεδο της δημόσιας κινηματικής δράσης πετύχαμε: σε γενικές γραμμές είχαμε μια αξιοπρεπή συνύπαρξη και κάποιες φορές συμπόρευση και αλληλοστήριξη μεταξύ μας χωρίς να υπάρξουν αλληλοϋπονομεύσεις και πολιτικαντισμοί και αυτό μας τιμά ιδιαίτερα. Από την άλλη, σε επίπεδο καφενείων, παρεών και διαπροσωπικών σχέσεων και παρά την έμφαση που είχε δοθεί σε αυτό το σημείο από την αρχή, δυστυχώς δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και για άλλη μια φορά η κακεντρέχεια, το κουτσομπολιό, η εριστικότητα και οι μικροεγωισμοί περίσσεψαν εντεύθεν κι εντεύθεν. Αυτό είναι κάτι για το οποίο όλοι και όλες έχουμε μερίδιο ευθύνης ανεξαρτήτως της οπτικής που υποστηρίζουμε. Είναι κάτι που δε μας τιμά και για το οποίο ο καθένας και η καθεμιά χρειάζεται να κάνει την αυτοκριτική του. Καμιά επανάσταση δε θα κάνουμε αν δε μάθουμε πρώτα να συζητάμε και να διαχειριζόμαστε τις σχέσεις μας ακόμη και όταν διαφωνούμε. Από πλευράς μου αναλαμβάνω την ευθύνη που μου αναλογεί και αν κάποιος αισθάνεται ότι αδικήθηκε σε προσωπικό επίπεδο από τη συμπεριφορά μου θα ήθελα να μου το πει και να το συζητήσουμε είτε μεταξύ μας είτε ακόμη και δημόσια αν συλλογικά κρίνουμε ότι μια συνέλευση όπου θα συζητήσουμε μεταξύ μας πάνω στις διαπροσωπικές σχέσεις των τελευταίων μηνών θα μπορούσε να είναι χρήσιμη.

Στο ίδιο κλίμα, θα θεωρήσω εξαιρετικά ατυχές το να γίνει το παρόν κείμενο λάδι στη φωτιά των καφενιακών κουτσομπολιών που θα τροφοδοτήσει ένα νέο κύκλο εριστικότητας, κακίας και μικροπολιτικής ίντριγκας. Το κείμενο αυτό είναι πολιτικό και τέτοιο θέλει να παραμείνει και θα εκτιμήσω βαθιά το να λάβουν οι τυχόν απαντήσεις σε αυτό, πολιτικό χαρακτήρα κατάθεσης επιχειρηματολογίας και κόμισης τεκμηρίων και όχι χαρακτήρα επίθεσης στο ήθος του ομιλητή. Όπως έχω αναφέρει επανειλημμένα δεν έχω τίποτα προσωπικό με κανέναν και ακόμη και τα παιδιά από τους Από Κοινού στους χημικούς μηχανικούς με τα οποία έχουμε συγκρουστεί και δημόσια μέσα στις συνελεύσεις, τα εκτιμώ και θεωρώ ότι σε αυτό που πρεσβεύουν έχουν υπάρξει συνεπείς και μάλιστα πιο συνεπείς από πολλούς άλλους με τους οποίους μπορεί να βρισκόμαστε πιο κοντά πολιτικά. Οι όποιες διαφωνίες είναι πολιτικές. Είναι διαφωνίες οπτικής και στρατηγικής για το πώς να κινηθούμε και κατατίθενται ως τέτοιες συνοδευόμενες από την αγωνία για το πώς θα συνεχίσει αυτό το κίνημα μέσα από το οποίο θέλουμε να αλλάξουμε τις ζωές μας, και όχι από οποιαδήποτε αγωνία επίδειξης μαγκιάς, ρεβανσισμού ή αλαζονικής αυτοεπιβεβαίωσης μέσα από τη μείωση και περιφρόνηση ανθρώπων. Γι’ αυτό προσπάθησα καθ ́ όλη τη διάρκεια να γράφω αποφορτισμένα και με ηρεμία, αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους που εκφράζουν διαφορετικές οπτικές με εκτίμηση, ως καλοπροαίρετους και όχι ως δόλιους, υστερόβουλους κλπ. Είναι βαθιά μου πεποίθηση ότι όλοι μας δρούμε καλοπροαίρετα και ότι τα πράγματα τελικά στραβώνουν και μπλέκουν μόνο και μόνο γιατί οι ιδέες που καλοπροαίρετα πιστεύουμε είναι συχνά εσφαλμένες και τελικά στην πρακτική τους εφαρμογή μας οδηγούν σε άλλες κατευθύνσεις από αυτές που θα θέλαμε.

Ελπίζω να κατάφερα να αποτυπώσω στο ύφος του κειμένου αυτή τη στάση απέναντι στα πράγματα και να μην υπάρχουν σημεία που κάποιος θα αισθανθεί να αδικείται. Αν πάλι δεν το κατάφερα, να ξέρετε ότι αυτή ήταν και είναι η πρόθεσή μου οπότε παρακαλώ διαβάστε το κείμενο καλοπροαίρετα.

Κάτι ακόμη που θέλω να πω είναι ότι αυτή η συζήτηση έρχεται να συνεχιστεί στη σκιά μιας ήττας βαριάς. Της ήττας του αγώνα των εργολαβικών. Ο αγώνας αυτός ήταν μια μεγάλη ευκαιρία για όλους μας και η ήττα του είναι ήττα ολονών μας ανεξαρτήτως του αν συμμετείχαμε στη πρωτοβουλία αλληλεγγύης ή όχι. Κάθε φορά που ένα κομμάτι της τάξης αποτυγχάνει, χάνουμε όλοι μας ανεξαρτήτως αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τη στρατηγική του. Το λέω αυτό για να ξεκαθαρίσω ότι το κείμενο αυτό δεν είναι ένα κείμενο που έρχεται να πανηγυρίσει την ήττα του αγώνα των εργολαβικών για να κάνει στη συνέχεια πολιτική πάνω της. Ο κριτικός αναστοχασμός πάνω σε αυτόν τον αγώνα γίνεται με την αγωνία να διαυγάσουμε τα λάθη μας προκειμένου να μην τα επαναλάβουμε στο μέλλον. Και αν στον αγώνα αυτό αφιερώνεται ένα μεγαλύτερο κομμάτι του κειμένου σε σχέση με άλλους αγώνες, είναι μοναχά
γιατί αποτέλεσε της πρόσφατη κοινή εμπειρία όλων μας.

Είναι επίσης πιθανόν ένα κομμάτι του κόσμου που συμμετείχε στην πρωτοβουλία αλληλεγγύης στους εργολαβικούς, να αισθάνεται πικρία για το γεγονός ότι κάποιος κόσμος δε συμμετείχε στην πρωτοβουλία αλληλεγγύης και δε στήριξε με όλες του τις δυνάμεις την αλληλεγγύη στον αγώνα των εργολαβικών. Πάνω σε αυτό θέλω να εξηγήσω λίγο τη δική μου στάση για να μην υπάρχουν κενά και παρερμηνείες. Όταν βρεθήκαμε στις πρώτες συναντήσεις για την οργάνωση της αλληλεγγύης στον αγώνα και συζητούσαμε για τα χαρακτηριστικά που θα πάρει το μόρφωμα που θα διεξάγει την αλληλεγγύη, βρέθηκα εκεί και κατέθεσα μαζί με κάποιους και κάποιες συντρόφους και συντρόφισσες ακόμα, συνοπτικά την εμπειρία του παρελθόντος και μια οπτική για τα πράγματα προτείνοντας η συνέλευση αλληλεγγύης να πάρει ορισμένα χαρακτηριστικά γιατί αλλιώς η εμπειρία έλεγε ότι ο αγώνας είχε πολύ μεγάλες πιθανότητες να οδηγηθεί σε αδιέξοδο και να ηττηθεί. Σύντομα έγινε φανερό ότι ο υπόλοιπος κόσμος δεν ήθελε να δράσει με αυτά τα χαρακτηριστικά και τότε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με επιλογές που η μια ήταν χειρότερη από την άλλη: Η πρώτη επιλογή θα ήταν να παγώσει η διαδικασία της αλληλεγγύης και να μπούμε σε μια εσωτερική συζήτηση όπου θα γινόταν μια αναλυτική μεταφορά της εμπειρίας και μια κατάκτηση αναλυτικών εργαλείων (αυτό που προσπαθεί να ξεκινήσει αυτό το κείμενο) προκειμένου να υπάρξει μια επεξήγηση των θέσεων που εκφράστηκαν συνοπτικά γύρω από τα χαρακτηριστικά λειτουργίας των διαδικασιών. Αυτή η διαδικασία ίσως να βοηθούσε και να οδηγούνταν τελικά σε σύνθεση αλλά εν τω μεταξύ θα είχε περάσει τουλάχιστον ένας μήνας και η αλληλεγγύη στον αγώνα των εργολαβικών θα είχε πάει κατά διαόλου γιατί θα είχε απορροφηθεί από τη εσωστρεφή συζήτηση. Η δεύτερη επιλογή ήταν να συνεχίσουμε να συμμετέχουμε στο μόρφωμα της αλληλεγγύης με τα χαρακτηριστικά που τελικά αυτό πήρε και να αφιερώσουμε χρόνο και δυνάμεις σε μια κατεύθυνση που θεωρούμε ότι αυτή η αφιέρωση είναι ένα μάταιο ξόδεμα και σπατάλη γιατί γνωρίζαμε από τις προηγούμενες εμπειρίες ότι αυτός ο δρόμος κατά πάσα πιθανότητα βγάζει σε ήττα, αλλά και να μη βγάλει σε ήττα σίγουρα μας βγάζει πολύ μακριά από εκεί που θέλουμε να τείνουμε με τις εκάστοτε προσπάθειές μας. Και όταν σπαταλάς δυνάμεις και ενέργεια σε αδιέξοδες κατευθύνσεις για πολλά χρόνια, από ένα σημείο και μετά δε θες πια να το κάνεις για λόγους αυτοσεβασμού και προστασίας της ψυχοσυναισθηματικής σου ισορροπίας από το αίσθημα της ματαίωσης. Η τρίτη επιλογή που είχαμε ήταν να συνεχίσουμε να συμμετέχουμε στην πρωτοβουλία αλληλεγγύης με πολιτικάντικους όρους: να κάνουμε δηλαδή ότι συμφωνούμε με τα χαρακτηριστικά της, αλλά να προσπαθούμε διαρκώς με έμμεσους τρόπους να σύρουμε την πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση που εκτιμούσαμε ότι έχει νόημα να κινηθεί. Φυσικά αυτό το ενδεχόμενο το αρνηθήκαμε για λόγους αξιοπρέπειας και συντροφικότητας προς τον κόσμο που ήθελε να τρέξει τον αγώνα αλλιώς. Τέλος η τελευταία επιλογή που απόμενε (και η πιο σωστή πολιτικά από τη σκοπιά μας) ήταν το να καλέσουμε μια δεύτερη συνέλευση αλληλεγγύης με τα χαρακτηριστικά που προτείναμε αλλά αυτό θα έκανε τα πράγματα εκρηκτικά στο βαθμό που η συζήτηση δεν είχε ολοκληρωθεί και το τοπίο παρέμενε θολό. Μια τέτοια κίνηση θα ήταν αντισυντροφική προς το κομμάτι εκείνο των συντρόφων και συντροφισσών που δεν είχαν ξεκάθαρο στο μυαλό τους αν προτιμούν το ένα μοντέλο λειτουργίας ή το άλλο, καθώς θα ήταν σαν να τους εκβίαζες να πάρουν θέση ενώ η συζήτηση δεν είχε ολοκληρωθεί. Έτσι μπροστά σε όλους αυτούς τους δρόμους που ο ένας ήταν πιο αδιάβατος από τον άλλο, τελικά επιλέξαμε να αποστασιοποιηθούμε και να αφήσουμε τον κόσμο να κινήσει την αλληλεγγύη όπως ήθελε παραπέμποντας τη συζήτηση στο μέλλον. Φυσικά αυτή η αποστασιοποίηση σήμαινε από τη μια ότι ο κόσμος της πρωτοβουλίας αλληλεγγύης θα μπορούσε να κινηθεί απερίσπαστος από εσωτερικές τριβές στη διαδικασία ή από ανταγωνιστικές συνελεύσεις αλληλεγγύης, αλλά από την άλλη σήμαινε και ότι επειδή ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη η αλληλεγγύη δε μας εξέφραζε, η στήριξή μας θα ήταν χλιαρή.

∆υστυχώς αυτό ήταν ατυχές για τον ίδιο τον αγώνα και τους εργαζόμενους αλλά δεν είχαμε και πολλές διεξόδους. Η κίνηση της αποστασιοποίησης δεν είχε χαρακτήρα εγκατάλειψης του τύπου «ας τους να κάνουν ότι καταλαβαίνουν, να χάσουν και θα τα πούμε μετά». Έγινε με μεγάλη αγωνία και στενοχώρια τόσο για το γεγονός ότι ένας αγώνας πολύ σημαντικός οδηγούνταν μέσα και από τις επιλογές των αλληλέγγυων σε αδιέξοδο δρόμο και για το ότι λόγω όλων αυτών των εσωτερικών αντιθέσεων ήμασταν εγκλωβισμένοι και ο αγώνας δεν τύγχανε όσης στήριξης θα μπορούσε. Αλλά με όλους τους παραπάνω δρόμους κλειστούς, δεν είχαμε πολλές επιλογές. ∆ε γνωρίζω για τα υπόλοιπα σχήματα και συνελεύσεις αδιαμεσολάβητου αγώνα (ΣΑΑ), αλλά για τη ΣΑΑ του φυσικού τουλάχιστον μπορώ να πω ότι σε κάθε μας συνέλευση αναρωτιόμασταν πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τον αγώνα και τι μπορεί να γίνει με δεδομένους τους αδιάβατους δρόμους, που να έχει νόημα και να μην είναι τουφεκιά στον αέρα. ∆ε μπορέσαμε να βρούμε πολλά. Γράψαμε συνθήματα, βγάλαμε ένα κείμενο υπεράσπισης της απεργίας όταν άρχισε η φλυαρία και η πρακτική της απεργοσπασίας, μπλοκάραμε κατά το δυνατόν κινήσεις μαζέματος τον σκουπιδιών, στηρίξαμε με τη φυσική μας παρουσία κάποιες πορείες, συγκεντρώσεις και άμεσες δράσεις της πρωτοβουλίας αλληλεγγύης και ήμασταν στη σχολή μας τη μέρα της μεγάλης απεργοσπασίας με το κωδικό όνομα «εθελοντικός καθαρισμός». Θέλαμε και μπορούσαμε να κάνουμε πολύ περισσότερα, αλλά οι επιλογές των συντρόφων και των συντροφισσών δε μας έδωσαν τη δυνατότητα.

Και εδώ θα ήθελα να πω ότι η υπάρχει και αυτή η πικρία. Αν πικρία αισθάνθηκαν αυτοί που μας είδαν να μη στηρίζουμε δυναμικά την καμπάνια αλληλεγγύης, πικρία αισθανθήκαμε και εμείς που είδαμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες με τους οποίους με πολύ κόπο και αφιέρωση δυνάμεων και χρόνου έχουμε σμιλεύσει σχέσεις και έχουμε στήσει διαδικασίες και αγώνες από κοινού στο παρελθόν, να μη μας εμπιστεύονται, να θεωρούν λες και γνωριστήκαμε χθες ότι η οπτική μας πηγάζει από μια ιδεολογική περιχαράκωση και όχι από τη διάθεση να μην κάνουμε τα ίδια λάθη και τελικά να επιλέγουν μια κατεύθυνση που δε μας χωρά για χάρη της σύναψης περιστασιακών σχέσεων με κόσμο που ούτε καν τον γνώριζαν.

Φυσικά το ζήτημα τελικά δεν είναι συναισθηματικό. Όλες οι συμπεριφορές εντεύθεν και εντεύθεν πήγασαν από πολιτικές θέσεις και θεωρήσεις και κανείς δε θα είχε νόημα να αξιώσει από τους άλλους να ακολουθήσουν κάτι που δεν πίστευαν προκειμένου να μην πικραθεί. Οι συλλογικές διαδικασίες στήνονται πάνω στο τι θέλεις να κάνεις και όχι πάνω στο να μην πικραθούν οι μεν ή οι δε. Αν στήνονται πάνω στο δεύτερο τότε απλά δεν προχωρούν, γιατί το προχώρημα περνά από το να ξέρεις τι θέλεις να κάνεις και να δρας συγκεκριμένα πάνω στο συγκεκριμένο, πράγμα που πολλές φορές περνά και μέσα από τη ρήξη. Έτσι λοιπόν η ουσία του ζητήματος έγκειται στο να καταφέρουμε να συνθέσουμε αυτές τις αποκλίνουσες θέσεις και θεωρήσεις. Αν αναφέρω το συναίσθημα της πικρίας είναι μόνο για να υπάρξει μια εξισορρόπηση, να αντιληφθούμε ότι δεν υπάρχουν κάποιοι πιο πικραμένοι και αδικημένοι από τους υπόλοιπους, να μπορέσουμε να αφήσουμε το αίσθημα πικρίας στην άκρη, να αποφορτιστούμε και έτσι να συνεχίσουμε στην κυρίως συζήτηση χωρίς φόβο και πάθος που λένε.

Από πλευράς μου δεν έχω να εκφράσω κάτι παραπάνω, οπότε στη συνέχεια θα περάσω στην πολιτική διάσταση της συζήτησης. Θέλω μόνο να πω ότι είναι σημαντικό, όλες αυτές οι επιμέρους συναισθηματικές εντάσεις να εκφραστούν από τον καθένα και τη καθεμιά γραπτά ή προφορικά ώστε να υποσταλθούν οι σημαίες του εγωισμού και να συζητήσουμε επί της ουσίας και όχι με παράλληλους μονόλογους με σκοπό την επιβεβαίωση της περηφάνιας μας. Προχωρώ λοιπόν έχοντας εμπιστοσύνη και περιμένοντας τις φωνές των συντρόφων και των συντροφισσών επί του συναισθηματικού, αλλά και επί του συνόλου…

Το κείμενο αυτό χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος πραγματεύομαι τα όρια και τις αδυναμίες των πρωτοβουλιών και των πολιτικών μετώπων. Στο δεύτερο μέρος ξεκινώντας από μια ανάλυση της συγκυρίας στο φως της ιστορικής εξέλιξης που οδήγησε στην τωρινή στιγμή καταθέτω μια οπτική για τις κατευθύνσεις στις οποίες έχει νόημα να κινηθούν οι αγώνες σήμερα. Τέλος στο τρίτο μέρος, συνθέτω τις οπτικές αυτές με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τις αυτονομίας, τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά μας και τις επιλογές που καλούμαστε να κάνουμε.

Tuiavii

Θεσσαλονίκη

Μάρτιος 2013

Η συνέχεια του κειμένου σε μορφή pdf εδώ

Σχετικές δημοσιεύσεις