file.php

Δύο χρόνια έχουν περάσει από το τελευταίο μου κείμενο [1] σε σχέση με τον κοινό αγώνα ντόπιων και μεταναστών στην ασοεε. Αρκετοί μετανάστες τις συνέλευσης κατάφεραν να περάσουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης, άλλοι πάλι αναγκάστηκαν, λόγω συλλήψεων, να γυρίσουν στις χώρες τους. Η καταστολή την προηγούμενη χρονιά συνεχίστηκε με αποκορύφωμα τις συλλήψεις 12 μεταναστών και ενός φοιτητή στις 8/4/14 λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές όπου το ζήτημα του »παραεμπορίου» στην ασοεε ήταν κομβικό θέμα στην πολιτική ατζέντα των υποψηφίων δημάρχων. Το καινούριο σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε συλλήψεις 3 μεταναστών μερικούς μήνες πιο πριν είναι η χρήση της διοικητικής κράτησης. Όπως έγραφε και ένα κείμενο της συνέλευσης «Οι μπάτσοι ενεργοποιώντας μια σειρά από ρατσιστικούς διοικητικούς νόμους (π.δ.113/2013, ν.3386/2005) τους έκριναν «επικίνδυνους για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια». Η αστυνομία δηλαδή μπορεί να συλλάβει έναν μετανάστη, ακόμα και σε περιπτώσεις που έχει χαρτιά, να του φορτώσει ό,τι κατηγορίες θέλει (όπως πολύ καλά ξέρει να κάνει) και μετά να αποφασίσει ότι η σύλληψη αυτή τον καθιστά “κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια της χώρας” και άρα συντρέχει λόγος κράτησης και απέλασης». Έτσι αντί να κρατηθούν, μέχρι την δίκη, μόνο οι συλληφθέντες οι οποίοι δεν είχαν χαρτιά κρατούνται όλοι και στέλνονται, κάποιοι στην Αμυγδαλέζα, άλλοι στο κέντρο κράτησης του Ελληνικού, ενώ κάποιοι κρατούνται στο Α.Τ. Ομονοίας.

Ξεκινάει μια περίοδος συνεχούς τρεξίματος με επισκεπτήρια, διαρκείς διαβουλεύσεις με δικηγόρους για το τι πρέπει να γίνει και τρέξιμο για τα διάφορα χαρτιά που χρειάζονται είτε για αιτήσεις ασύλου είτε για προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια ώστε να πέσει η διοικητική κράτηση. Η κατάσταση θα χαλαρώσει μόλις το Φθινόπωρο του 14 όπου θα αποφυλακιστούν σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι. Θα πρέπει να πούμε ότι οι διάφορες κινήσεις αλληλεγγύης στηρίχθηκαν από συγκεκριμένη και σχετικά μικρή, σε σχέση με την σημασία του αγώνα της ασοεε, μερίδα του κινήματος, στάση η οποία θα συνεχιστεί και σε επόμενες κινήσεις σε σχέση με το μεταναστευτικό [2]. Σημαντικότατη θα πρέπει να πούμε πως ήταν η οικονομική βοήθεια από διάφορες συλλογικότητες και συντρόφους/ισσες καθώς τα δικαστικά και τα έξοδα διαβίωσης των κρατούμενων μεταναστών ήταν μερικές χιλιάδες ευρώ.

Το διάστημα πριν τις συλλήψεις είχε γίνει προσπάθεια σύνδεσης είτε μέσα από κοινές κουζίνες και συνελεύσεις, είτε με μικροφωνικές σε πλατείες με συντρόφους από τις γειτονίες Αγ. Νικολάου, Κυψέλης και Πατησίων. Στην προσπάθεια αυτή, κάποιοι βλέπαμε τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σχέσεις ανάμεσα σε συντρόφους/ισσες και μετανάστες στην βάση της καθημερινότητας και στα κοινά εδάφη της γειτονιάς στην οποία ζουν μαζί. Οι σχέσεις αυτές θα επέτρεπαν ίσως να χτιστεί μια κοινότητα ντόπιων και μεταναστών, ξεχωριστή από της ασοεε, εάν οι σύντροφοι/ισσες επέλεγαν να την προωθήσουν. Κάτι τέτοιο δυστυχώς δεν προέκυψε για διάφορους λόγους. Στο μεταξύ το Φθινόπωρο του 14 η ίδια η διαδικασία της συνέλευσης είτε λόγω των συνεχών συλλήψεων, είτε λόγω της φυγής μεταναστών που ήταν πιο ενεργοί στη συνέλευση, είτε γιατί οι αλληλέγγυοι/ες δεν φρόντιζαν όσο πριν τη διαφύλαξή της, εμφάνιζε διάφορες παθογένειες. Υπήρχαν για παράδειγμα φορές που πέρα από τις διάφορες ενημερώσεις από ελληνόφωνους, οι συζητήσεις έμεναν χωρίς αντικείμενο, ενώ οι μετανάστες είτε δίσταζαν είτε δεν ήταν σε θέση να πάρουν πάνω τους την κουβέντα. Μια προσπάθεια για να ξεπεραστεί αυτό ήταν να κάνουμε μια φορά το μήνα μια εσωτερική εκδήλωση για κάποιο θέμα το οποίο να αφορά κυρίως τους μετανάστες. Όντως, μια τέτοια πρώτη κουβέντα σε σχέση με τους συλληφθέντες της εξέγερσης της Αμυγδαλέζας, στην οποία είχαν καλεστεί άτομα από τη συλλογικότητα no lager μαζί με δύο από τους κατηγορούμενους για την εξέγερση, είχε αρκετό ενδιαφέρον. Για άλλη μια φορά όμως η επικαιρότητα ήρθε να μας θέσει ζητήματα και να παραμερίσουμε διάφορους στόχους και ιδέες που υπήρχαν. Και λέγοντας επικαιρότητα, εννοώ τις εκλογές του Γενάρη του 15 και την νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Αντίθετα με αρκετές απόψεις του α/α/α «χώρου» που δεν έβλεπαν καμία αλλαγή, οι μετανάστες είτε μέσα στην Αμυγδαλέζα (όπου τη βραδιά των εκλογών ήταν κολλημένοι στις τηλεοράσεις και μετά τα exit poll φώναζαν «τσίπρας-τσίπρας» ενώ οι μπάτσοι τα είχαν χαμένα) είτε στην συνέλευση της ασοεε είδαν – και περίμεναν – κάποιες άμεσες αλλαγές στην καθημερινότητα τους. Οι πρώτες συνελεύσεις μετά τις εκλογές ήταν οι πιο συμμετοχικές μετά από πολύ καιρό. Οι μετανάστες είχαν διαπιστώσει από τις πρώτες μέρες ότι η αστυνομοκρατία και οι καθημερινοί έλεγχοι είχαν χαλαρώσει και μπορούσαν να κυκλοφορήσουν πιο άνετα σε σχέση με πριν. Είχαν την άποψη, που συμμερίζονταν και οι αλληλέγγυοι/ες, ότι τώρα υπάρχει ο χώρος να βγούμε στο δρόμο και να σπάσουμε το φόβο. Να κάνουμε την δικιά μας πορεία και κυρίως να θέσουμε τα δικά μας ζητήματα. Όντως ήδη από την πρώτη συνέλευση οι τρεις άξονες που μπήκαν από τους ίδιους τους μετανάστες ήταν η απαίτηση χαρτιών, το κλείσιμο των κέντρων κράτησης και το ζήτημα του καθημερινού ρατσισμού και διακρίσεων εις βάρος τους.

Έτσι, βγήκε ένα πρόγραμμα δράσεων με τρεις μικροφωνικές όπου θα προπαγάνδιζαν μια τελική κεντρική πορεία στις 4 Απριλίου, με κατάληξη την πλατεία Συντάγματος. Επί ένα ολόκληρο μήνα αλληλέγγυοι/ες μαζί με μετανάστες της συνέλευσης πραγματοποιούσαν μοιράσματα στις περιοχές του κέντρου όπου ζουν και κυκλοφορούν μετανάστες/ριες. Τα μοιράσματα στην Ομόνοια, τη Πλ. Βικτωρίας, την Αχαρνών, και την περιοχή πέριξ της Πλ. Αμερικής ήταν στανταράκια στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Όπως και τα στοχευμένα μοιράσματα σε διάφορα υπόγεια τζαμιά που υπάρχουν σε αυτές τις περιοχές κάθε παρασκευή γύρω στις δύο το μεσημέρι, όταν λαμβάνει χώρα η πιο μαζική προσευχή των μουσουλμάνων μεταναστών. Τα μοιράσματα γίνονταν μαζί με μετανάστες της συνέλευσης οι οποίοι είτε προσεύχονταν οι ίδιοι σε αυτά τα τζαμιά είτε ήταν της ίδιας εθνικότητας ώστε να γίνεται κουβέντα με τον κόσμο που θα πάρει το κείμενο. Προφανώς, κείμενα και αφίσες ήταν μεταφρασμένα σε έξι γλώσσες. Ταυτόχρονα με τα μοιράσματα επισκεφτήκαμε και κάποιες κοινότητες μεταναστών με τις οποίες έχουν σχέση μετανάστες της συνέλευσης ή και η ίδια η συνέλευση ως συλλογικότητα. Επισκέψεις οι οποίες από παλιότερα μας είχαν βάλει ζητήματα του πώς πχ. θα καταφέρουμε να πάμε για επίσκεψη τη μέρα όπου θα υπάρχει κάποιο δρώμενο στην κοινότητα και άρα θα μιλήσουμε και θα έρθουμε σε επαφή με αρκετό κόσμο και όχι μόνο με τους ηγέτες της. Πώς θα μιλήσουν παραπάνω από ένα άτομα από εμάς, ή ακόμα καλύτερα οι μετανάστες της συνέλευσης, έτσι ώστε να φανεί στην πράξη αυτό που εξηγούμε όταν μας ρωτάνε αν είμαστε από κάποιο κόμμα ή ποιος είναι ο αρχηγός ότι είμαστε μια κοινή συνέλευση ντόπιων και μεταναστών χωρίς διακρίσεις, αρχηγούς κτλ.

Δυστυχώς δεν πήγαμε σε παραπάνω κοινότητες ή σε κοινότητες που ξέρουμε ότι έχουν σχέση με συγκεκριμένα κόμματα ή φορείς καθώς δεν συζητήθηκε το πώς θα μπορέσουμε να πάμε εκεί χωρίς να ρισκάρουμε την αυτονομία των δράσεων που είχαμε προγραμματίσει αλλά ίσως και την αυτονομία της ίδιας της συνέλευσης σε μελλοντικό χρόνο. Ο λόγος που δεν συζητήθηκε, πέρα από το τρέξιμο της περιόδου, ήταν και επειδή μεταξύ των αλληλέγγυων είχε ξεκινήσει μια μακροσκελέστατη και ιδιαίτερα επίπονη κουβέντα, που συνοδευόταν από το αντίστοιχο βαρύ κλίμα, σχετικά με το γεγονός ότι οι δράσεις που τρέχαμε έβαζαν μπροστά συγκεκριμένα αιτήματα (χαρτιά, κέντρα κράτησης, καθημερινός ρατσισμός). Τα αιτήματα αυτά θεωρήθηκαν πως έθεταν σε κίνδυνο την «αφομοίωση» της συνέλευσης από την αριστερή κυβέρνηση. Μάλιστα, τις περισσότερες ενστάσεις προκάλεσε το αίτημα των μεταναστών για χαρτιά. Ας δούμε όμως τα ζητήματα ένα-ένα.

Όπως γράφεται και στο συλλογικό κείμενο του τεύχους, υπάρχει ένα πάγιο ζήτημα της ανάλυσης του α/α/α χώρου το οποίο λέει ότι όποιος «περιορίζεται» σε αιτηματικούς αγώνες με συγκεκριμένα επίδικα είναι ρεφορμιστής, ή είναι εύκολο να αφομοιωθεί. Η εμμονή αυτή στο «κεντρικό πολιτικό», κατά την οποία ο χώρος αποτελεί το «ριζοσπαστικό» κομμάτι που θέτει τα «επαναστατικά» αιτήματα και συγκρούεται με λογικές αφομοίωσης, δεν επιτρέπει να εξεταστούν σοβαρότατα ζητήματα που προκύπτουν μέσα από την τριβή με τους ίδιους τους μετανάστες: πώς εν τέλει οργανώνονται αυτοί οι «αιτηματικοί» αγώνες και τι σχέσεις έχουν μεταξύ τους αυτοί που αγωνίζονται; Είναι ίδιες οι σχέσεις που υπάρχουν μέσα στη συνέλευση της ασοεε, ή αυτές που χτίζει με άλλους μετανάστες, με αυτές πχ. που έχει το ΚΕΕΡΦΑ; Είναι ίδιος ο τρόπος που οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν οι δράσεις της ασοεε με το πως οργανώνονται οι πορείες ενάντια στα κέντρα κράτησης του No Detention; Και στην τελική τα «αιτήματα» ήρθαν ως έτοιμη πλατφόρμα από τους πολιτικοποιημένους που γνωρίζουν από πριν ποια είναι τα ζητήματα των μεταναστών ή προέκυψαν μέσα από τις τοποθετήσεις των μεταναστών και καλύπτουν καθημερινές τους ανάγκες; Πόσο πιο σημαντικό δεν είναι άραγε να μιλάς για τις ανάγκες αυτές, όταν τα κείμενα και οι αφίσες στοχεύεις να έχουν σαν αποδέκτη τους ίδιους τους μετανάστες/ριες, οι οποίοι θα βγουν και θα παλέψουν για αυτά – και όχι την ελληνική κοινωνία η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα δει τα αιτήματα των μεταναστών με φιλανθρωπική διάθεση;

Ειδικά το αίτημα των χαρτιών που έθεσαν οι μετανάστες συνάντησε μεγάλη αντίσταση μεταξύ των αλληλέγγυων. Η συνέλευση των αλληλέγγυων σπατάλησε αρκετό χρόνο να συζητά το γεγονός ότι απαιτούσαμε χαρτιά «πράγμα που λένε οι αριστεροί τόσα χρόνια», ενώ «εμείς μιλάμε για ένα κόσμο δίχως σύνορα όπου κανείς άνθρωπος δεν είναι λαθραίος και δεν γίνεται να εξαρτώνται οι επιθυμίες από ένα χαρτί» (και όλα αυτά συζητούνταν από ανθρώπους που είχαν ήδη μια μπλε ταυτότητα στην κωλότσεπη). Οι συζητήσεις διήρκεσαν όσο χρειάστηκε ώστε να βρεθούν εκείνες οι φράσεις που θα χωράνε και εμάς τους αλληλέγγυους στην αφίσα και στο κείμενο. Το παράλογο της ένστασης αυτής, είναι ότι τη θέταμε εμείς οι ίδιοι οι αλληλέγγυοι/ες, που τόσα χρόνια είχαμε δει από πρώτο χέρι την αξία αυτών των χαρτιών και είχαμε τρέξει από επιτροπή ασύλου σε δικηγορικά γραφεία και από εκεί στην οθόνη του υπολογιστή μας για να δούμε τις συνθήκες στην εκάστοτε χώρα ώστε να προετοιμαστεί όσο το δυνατόν καλύτερα η εκάστοτε συνέντευξη και πάλι πίσω στις επιτροπές ασύλου και την Κατεχάκη. Η καθημερινή μας δράση αντιλαμβανόταν την ανάγκη των μεταναστών να έχουν χαρτιά και τη στήριζε. Όταν όμως οι ίδιοι το έθεσαν ως πρόταγμα, προσέκρουσαν στην πολιτική μας ιδεολογία.

Η αφίσα και τα κείμενα βγήκαν τελικά και ακολούθησαν και τα μοιράσματα που περιγράφησαν παραπάνω. Διοργανώθηκαν τρεις μικροφωνικές στην Πλατεία Αμερικής, στο Σύνταγμα και την Ομόνοια. Στις πρώτες δύο είχε αποφασιστεί να γίνουν μικρές πορείες σε περίπτωση που έχει αρκετό κόσμο. Πράγματι, στην Πλατεία Αμερικής πραγματοποιήθηκε πορεία γειτονιάς από περίπου 100 άτομα, στην συντριπτική πλειοψηφία τους μετανάστες, που έδιναν ένα δυνατό παλμό καθώς συνθήματα στα μπαγλαντεσιανά και γαλλικά δονούσαν τον αέρα. Έτσι και στο Σύνταγμα, όπου περίπου 250 άτομα, κυρίως μετανάστες, πορεύτηκαν μετά την μικροφωνική μέσω της Ερμού μέχρι και την Σοφοκλέους, περιοχή που υπάρχουν πολλά μαγαζιά μεταναστών και σταθερό σημείο παρέμβασης μας εκείνη την περίοδο. Η κεντρική πορεία στις 4 Απρίλη ξεκίνησε από την πλατεία Βικτωρίας και διαμέσου της Αχαρνών και των στενών πέριξ της ομόνοιας όπου, κυκλοφορούν κυρίως μετανάστες, κατέληξε στο Σύνταγμα. Το μέγεθος της πορείας αυξομειώθηκε καθώς μετανάστες που έβλεπαν την πορεία έμπαιναν και ξαναέβγαιναν όταν αυτή έφευγε από τα πιο ασφαλή μέρη για αυτούς. Στο αποκορύφωμά της αριθμούσε πάνω από 500 άτομα, με τους μισούς να είναι αλληλέγγυοι. Ο ρυθμός ήταν πάλι πολύ δυναμικός και το σύνθημα που κυριάρχησε ήταν το «Είμαστε τι; Άνθρωποι. Θέλουμε τι; Χαρτιά!»

Αν τελικά οι καινούργιες σχέσεις και γνωριμίες που αναπτύχθηκαν αυτό το διάστημα βαθύνουν με καθημερινές μικρές κινήσεις, ώστε τυχόν μελλοντικές δράσεις να είναι πιο μαζικές και επικίνδυνες, μένει να φανεί στο μέλλον. Κάποιοι καινούριοι μετανάστες πάντως ήρθαν να δουν από κοντά την συνέλευση η οποία σίγουρα έχει πλέον μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα στις κοινότητες των μεταναστών. Οι μπάτσοι από την άλλη έχουν ξανά μια μικρή παρουσία στα πέριξ της σχολής, που αν πλησιάσει τα παλαιότερα επίπεδα καταστολής είναι πιθανό να καταδικάσει την συνέλευση σε εσωστρεφείς και αμυντικές κινήσεις. Η αρχή πάντως έγινε. Πραγματοποιήθηκαν τρεις αυτόνομες πορείες μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας μετά από κάμποσα χρόνια. Αυτόνομες πορείες μεταναστών όπου σε αντίθεση με πολλές άλλες οι μετανάστες, μαζί με τους αλληλέγγυους, ήταν αυτοί που την έτρεξαν, την οργάνωσαν, έθεσαν τα αιτήματα και το πλαίσιο αντί οι αλληλέγγυοι να τους υποκαταστήσουν με τον λόγο, την δράση και την πολιτική τους ανάλυση.

Ας φύγουμε όμως από την ασοεε και ας δούμε λίγο τι κινήσεις πραγματοποιήθηκαν από τον α/α/α χώρο σε σχέση με τα κέντρα κράτησης. Καταρχήν να πούμε ότι την άνοιξη του ‘14 έγινε μια προσπάθεια με πρωτοβουλία της συλλογικότητας no lager να υπάρξει ένας συντονισμός συλογικοτήτων, οι οποίες θα ήταν σε εγρήγορση ώστε να πραγματοποιηθούν άμεσα κινήσεις αλληλεγγύης σε περίπτωση νέας εξέγερσης ή απεργίας πείνας στην Αμυγδαλέζα. Συντονισμός ο οποίος απέτυχε ουσιαστικά εν τη γενέσει του κατά την ολιγοήμερη απεργία πείνας τον Ιούνη του ‘14 στην Αμυγδαλέζα και δεν λειτούργησε κατά την εξέγερση του Αυγούστου ενώ ως ευρύτερη δικτύωση κατάφερε μόλις να συμφωνήσει σε ένα κλειστό κάλεσμα έξω από την Αμυγδαλέζα το Φλεβάρη του ‘15 όταν επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ αυτοκτόνησε ο 28 χρόνος Μοχάμεντ Ναντίν. Όπως είναι και το σύνηθες δεν έγινε ποτέ μια κουβέντα απολογισμού αυτών των συλλογικοτήτων, ούτε κατατέθηκε ποτέ κανένα κείμενο αυτοκριτικής για την ανεπάρκεια μας. Αντίθετα, στο μάζεμα του Φλεβάρη φάνηκε ήδη από τις ατομικές τοποθετήσεις που κατατέθηκαν το τι θα ακολουθούσε. Δηλαδή ένα πάγωμα όλων των δράσεων [3] σε σχέση με τα κέντρα κράτησης καθώς για την κατάργηση τους μιλούσε πλέον και η ίδια η κυβέρνηση και άρα το φάντασμα της «αφομοίωσης» επανήλθε δριμύτερο. Χαρακτηριστικό της παγωμάρας, αλλά και της παντελούς έλλειψης σχέσεων των αλληλέγγυων με μετανάστες/ριες, είναι πως από τους 100 περίπου που βρεθήκαμε έξω από την Αμυγδαλέζα η πλειοψηφία δεν ένιωθε άνετα να φωνάξει στα αγγλικά τη λέξη «freedom» που φώναζαν από μέσα και οι μετανάστες, κάτι που ήταν γραμμένο ακόμα και στο πανό του no lager. Αντίθετα, προτιμούσε να φωνάξει έξω από ένα κέντρο κράτησης μεταναστών πως «το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι» ή ότι «με τους μετανάστες είμαστε μαζί», ένα σύνθημα κενό περιεχομένου για τους πιο πολλούς/ες που ήταν εκεί καθώς παραμένει συμβολικό, όσο δεν είμαστε με πραγματικούς όρους μαζί με τους μετανάστες και και δεν δίνουμε κοινούς αγώνες. Ενάντια δε, στον κίνδυνο «να μας περάσουν για συριζαίους», επιστρατεύτηκε ένα πανό, το οποίο δεν μεταφράστηκε ούτε καν στα αγγλικά, που ενημέρωνε τους μετανάστες ότι δεν θέλουμε ούτε κέντρα κράτησης ούτε φιλοξενίας, ώστε να μην μας μπερδέψουν με το ΣΥΡΙΖΑ.

Ο λόγος που περιγράφτηκαν όλα τα παραπάνω, πέρα από την αξία της κριτικής καταγραφής των κινήσεων μας, είναι γιατί ουσιαστικά διαφαίνεται ο τρόπος με τον οποίο πιάνεται το ζήτημα των κέντρων κράτησης από την συντριπτική πλειοψηφία του α/α/α χώρου. Ουσιαστικά είναι ένα ακόμα ζήτημα στην πολιτική ατζέντα [4] για το οποίο αισθανόμαστε πως πρέπει να βγάλουμε λόγο χωρίς όμως να μπαίνουμε στην διαδικασία να έρθουμε σε ουσιαστική επαφή με το ίδιο το υποκείμενο που το αφορά και αγωνίζεται για τα ζητήματά του. Γιατί αν υπήρχαν πραγματικές σχέσεις αγώνα με τους μετανάστες μέσα και έξω από τα κέντρα κράτησης δεν θα είχαν παγώσει όλες οι δράσεις και δεν θα ψάχναμε επί 5 μήνες το πώς θα συνεχιστεί ο αγώνας ενάντια στα κέντρα κράτησης τώρα που και η κυβέρνηση προτάσσει την «κατάργησή τους». Το γεγονός μάλιστα ότι για να αφεθούν άμεσα μετανάστες έπρεπε να υπάρξει η αυτοκτονία του Μοχάμεντ Ναντίν και η εξέγερση των μεταναστών στην Αμυγδαλέζα, ή το γεγονός ότι πλέον η κυβέρνηση λέει ανοιχτά πως δεν θα κλείσουν όλα τα κέντρα κράτησης, δεν φαίνεται να αλλάζει την αμηχανία του χώρου απέναντι «στην αφομοίωση των αιτημάτων από το ΣΥΡΙΖΑ».

Αλλά ακόμα και χωρίς αυτά τα προφανή γεγονότα, αν υπήρχαν οι σχέσεις με τους μετανάστες θα αναγνωρίζαμε αμέσως ποια είναι άλλα επίδικα του συγκεκριμένου αγώνα. Καταρχήν το ζήτημα πως δεν γνωρίζουμε με τι χαρτιά βγαίνουν από τα κέντρα κράτησης και τι αγώνες μπορούν να γίνουν ώστε αυτά να είναι όσο πιο μακροχρόνια, αν όχι μόνιμα, γίνεται και όχι απλά λίγων ημερών ή μηνών. Το τι θα γίνει με τους μετανάστες που αποφυλακίζονται όσον αφορά την καθημερινή αναπαραγωγή τους. Να υπάρξουν δηλαδή κρατικές παροχές ή επιδόματα. Άλλα πέρα από τους μετανάστες που αποφυλακίστηκαν υπάρχουν και αυτοί που θα συνεχίσουν να έρχονται για τους οποίους ο σχεδιασμός είναι τα ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας. Κέντρα φιλοξενίας τα οποία θα είναι κοντά στα σύνορα και θα έχουν ενσωματωμένες υπηρεσίες ασύλου ώστε με fast-track διαδικασίες να απελαύνονται όσοι δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα ασύλου.

Η απάντηση ότι δεν θέλουμε ούτε κέντρα φιλοξενίας βασισμένη στις θεωρίες μας περί λογικών εγκλεισμού και διαχείρισης ανθρώπων από το κράτος είναι ασφαλώς μια εύκολη λύση που μας βγάζει από τις συμπληγάδες της αφομοίωσης και των αιτημάτων. Ωστόσο, οι ίδιοι οι μετανάστες/ριες μας θέτουν και πάλι νέα ζητήματα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Τι προτάσσουμε εμείς πχ; Να κάνουν μαζί μας καταλήψεις με το που έρθουν στην Ελλάδα; Κάποιοι σύντροφοι/ισσες κάναν ένα πρώτο βήμα ώστε να ψάξουν να βρουν μια απάντηση, και δημιούργησαν δομές αλληλεγγύης στις οποίες οικογένειες Σύρων προσφύγων έχουν ήδη στεγαστεί (Ασύρματος-Μπραχάμι, Υπόστεγο-Αργυρούπολη, εργατική λέσχη Νέας Ιωνίας, λυόμενα Ιλισίων). Το σίγουρο όμως είναι πως το κίνημα δεν έχει τις δομές να στεγάσει όλον τον κόσμο που έρχεται. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: μπορούν οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα από τέτοιες δράσεις και δομές να οδηγήσουν σε αγώνες μαζί με τους μετανάστες για τα επίδικα που θέτουν οι ίδιοι; Αγώνες δηλαδή που να εξασφαλίζουν ότι τα κέντρα φιλοξενίας είναι μέσα στον αστικό ιστό, να μπλοκάρουν τις fast-track [5] διαδικασίες ασύλου και να εξασφαλίζουν παροχές προς τους μετανάστες/ριες; Εν τέλει αυτό που διακυβεύεται είναι το αν θα αρκεστούμε στο να διαχειριστούμε τη φτώχεια μας μαζί με τους μετανάστες ή αν θα μπορέσουμε να θέσουμε τις υλικές συνθήκες για διεκδικητικούς αγώνες που να έχουν πραγματικά επίδικα.

Είναι άραγε «αφομοίωση» αν οι μετανάστες αποκτήσουν χαρτιά ή το να γίνουν αγώνες, ταυτόχρονα με την απαίτηση για κλείσιμο των κέντρων κράτησης, ώστε τα κέντρα φιλοξενίας να είναι μέσα στον αστικό ιστό; Η απάντηση είναι όχι, γιατί αφομοιώνεται κανείς όταν σταματά τον αγώνα. Αφομοιώνεται όταν επαφίεται στην ανάθεση στο ΣΥΡΙΖΑ ή σε οποιοδήποτε άλλο μικρό ή μεγάλο κόμμα. Αφομοιώνεται όταν κάνει αγώνες που εντείνουν τους διαχωρισμούς μεταξύ ντόπιων και μεταναστών. Αλλά ακόμα και αν ένας αγώνας πετύχει μια νίκη, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα αφομοίωση και τέλος του αγώνα. Εκεί βρίσκεται η ευθύνη των κοινοτήτων αγώνα που πρέπει να διευρύνουν διαρκώς τα ζητήματα και να τα ριζοσπαστικοποιούν εκκινώντας από τις ανάγκες, αλλά έχοντας σαν πυξίδα τον μετασχηματισμό των σχέσεών μας.

scar

Ιούνιος 2015

Σημειώσεις:

1Κοινοί αγώνες ντόπιων και μεταναστών (και πανκ καταστάσεις στην ασοεε) και Από την Ντάκα έως το Ντακάρ απέναντι στους Ντάνγκα είμαστε μαζί. Κάποιες σκέψεις και προσωρινά συμπεράσματα για τον αγώνα ντόπιων και μεταναστών στην ΑΣΟΕΕ

2 Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα είναι η δίκη των εξεγερμένων μεταναστών της Αμυγδαλέζας, το Φθινόπωρο του 14, όπου σε 8 συνεδρίες παραβρέθηκαν μάξιμουμ 150 διαφορετικά άτομα.

3 Πέρα από δράσεις συλλογικοτήτων από τις γειτονιές πέριξ του κέντρου κράτησης του Ελληνικού.

4 Πρόσφατο παράδειγμα οι δράσεις που γίνονται αυτή την περίοδο σε σχέση με την δολοφονία των 4 εργατών στα ΕΛ.ΠΕ.

5 Μπορεί κάτι τέτοιο να ακούγεται οξύμωρο, όμως αν και η ταχύτητα των διαδικασιών ασύλου είναι κάτι το οποίο βοηθάει τον κόσμο που έρχεται από εμπόλεμες περιοχές ο οποίος έχει μια μικρή ελπίδα να πάρει άσυλο δεν είναι κάτι θετικό για τους μετανάστες/ριες οι οποίοι δεν προέρχονται από τέτοιες περιοχές και στους οποίους το κράτος δεν έχει σκοπό να δώσει χαρτιά. Για την πλειοψηφία των μεταναστών δηλαδή, αυτή ακριβώς η καθυστέρηση των συνεντεύξεων ήταν που τους έδινε μια δυνατότητα να έχουν έστω μια ροζ κάρτα η οποία ανανεώνονταν ανά εξάμηνο. Υπάρχει πολύς κόσμος που κατάφερε να έχει χαρτιά με αυτό τον τρόπο εδώ και 6-7 χρόνια.

Σχετικές δημοσιεύσεις