Η τελευταία λέξη

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΞΗ1

Απολογισμός του λόγου και της δράσης της συνέλευσης για την κυκλοφορία των αγώνων
(2009-2021)

Μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά
[…]
Μεταξύ σύλληψης
και δημιουργίας
μεταξύ συναισθήματος
και ανταπόκρισης
πέφτει η σκιά

Η ζωή είναι πολύ μακριά

T.S. Eliot, “Οι κούφιοι άνθρωποι”, 1925

Το κείμενο αυτό αποτελεί το καταληκτικό, απολογιστικό κείμενο της Συνέλευσης για την Κυκλοφορία των Αγώνων (Σ.Κυ.Α.), καθώς τα μέλη που συμμετείχαμε σε αυτήν στην τελευταία μορφή της αποφασίσαμε συλλογικά ότι έχει κλείσει ο κύκλος δράσης της. Μέσα από μια διαδικασία εσωτερικών συζητήσεων, κατά την ψυχοφθόρα περίοδο του δεύτερου lockdown (Νοέμβρης 2020 – Μάιος 2021), κρίναμε σωστό να προχωρήσουμε στην αυτοδιάλυσή της. Στο εν λόγω κείμενο, εξηγούμε τους λόγους που μας οδήγησαν στην απόφαση κλεισίματος του εγχειρήματος εν μέσω της κρίσης της πανδημίας Covid19 που διανύουμε, καθώς και ποια σημεία θέλουμε να κρατήσουμε ως σταθερές παρακαταθήκες στις μελλοντικές μας περιπέτειες. Σε αυτό το κείμενο θα μιλήσουμε λίγο πιο αναλυτικά σε πρώτο πρόσωπο για το ποιες και ποιοι είμαστε, τι κάναμε και τι δεν κάναμε ως συλλογικό σώμα στα 12 χρόνια παρουσίας μας στον κοινωνικό ανταγωνισμό.

Η επιλογή της συγγραφής ενός απολογιστικού / αυτοκριτικού κειμένου, για εμάς σχετίζεται άμεσα με την όλη πολιτική αντίληψη που εξέφραζε η Σ.Κυ.Α. όλα αυτά τα χρόνια περί της σημασίας της κριτικής ανάλυσης και καταγραφής της ίδιας της εμπειρίας των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Κόντρα στο παγιωμένο σύμπαν των πολιτικών ταυτοτήτων και ιδεολογιών που παντού και πάντα δικαιολογεί την «επαναστατικά» αυτοαναφορική σημασία των πολιτικών ομάδων / κομμάτων και που σχεδόν ποτέ δε μας εξηγεί με μη αλληλοσπαρακτικούς όρους τις διασπάσεις και τους άδοξους επίλογους αυτών των συλλογικοποιήσεων «εμείς υπερασπιζόμαστε επί της αρχής τη δημόσια κριτική στο κίνημα κι αυτό γιατί δεν το αντιλαμβανόμαστε σαν μια κλειστή πολιτικο-ιδεολογική οικογένεια, αλλά σαν μια ιστορική διαδικασία που τοποθετείται εντός των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, προσπαθώντας να τις μετασχηματίσει σε απελευθερωτική κατεύθυνση. Για να γίνουμε πιο ακριβείς, η κριτική των αγώνων και των πολιτικών τους μορφών ήταν ανέκαθεν συγκροτητικό στοιχείο του επαναστατικού κινήματος στην προσπάθειά του να αποφύγει την επανάληψη λαθών του παρελθόντος. Δηλαδή, μεταξύ άλλων, στην προσπάθειά του να αποφύγει η συμμετοχή των πολιτικοποιημένων στους αγώνες να γίνεται αποκλειστικά με συναισθηματικούς όρους».2

Όπως πολλά σημαντικά (ή και όχι) πράγματα για τον ταξικό ανταγωνισμό εντός της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, η ιστορία της Σ.Κυ.Α. ξεκινάει σε μια αίθουσα του κτιρίου Γκίνη του ΕΜΠ, όπου η ομάδα «Νομάδες Αντιρροής» έχει καλέσει τον Μάρτη του 2009 άτομα που συμμετείχαν στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και σε εργατικές ομάδες / σωματεία βάσης για να συζητήσουν. Η πρόταση αφορούσε τη δημιουργία ενός νέου εγχειρήματος αγώνα που ως πρώτο του βήμα θα επεξεργαζόταν τις ίδιες τις εμπειρίες των εξεγερμένων / αγωνιζόμενων «δεκεμβριανών» υποκειμένων.3 Είναι προφανές ότι, όπως κι ίδιος ο «Δεκέμβρης» –του οποίου αποτελούσε, αν και ίσως λιγότερο «φασαριόζικο» και πιο «σκεπτικό», περήφανο παιδί– έτσι και η Σ.Κυ.Α. δεν προέκυψε διά της παρθενογένεσης. Η πρώτη συγκροτητική της μορφή ήρθε ως αποτέλεσμα της συνάντησης και πολιτικής σύνθεσης δυο ηλικιακά διαφορετικών «φουρνιών» αγωνιστ(ρι)ών, με κοινά σημεία αντίληψης για τη συμμετοχή μας στους κοινωνικούς / ταξικούς αγώνες. Οι σύντροφοι που έκαναν το αρχικό κάλεσμα μέσα από την ομάδα «Νομάδες Αντιρροής» (που στη συνέχεια αυτοδιαλύθηκε) εξέφραζε μια τάση αγωνιστ(ρι)ών μεγαλωμένων στα «πέτρινα χρόνια» της δεκαετίας του ’90 και ενός μεγάλου μέρους της πρώτης δεκαετίας του 2000. Αυτή η «μαγιά» αγωνιστ(ρι)ών, που είχε «φάει τα μούτρα της» συγκρουόμενη με την πολιτική γκετοποίηση / ιδεολογικοποίηση του αναρχικού και αυτόνομου χώρου της εποχής, συναντήθηκε μέσα από δυο παράλληλες διαδικασίες που χαρακτηρίζονταν από μια νοοτροπία ταξικής αυτοοργάνωσης την οποία συνηθίζουμε να κωδικοποιούμε ως «δουλειά μυρμηγκιού»: στη μια πλευρά υπήρχε η συμμετοχή σε εγχειρήματα βάσης (κυρίως εργατικές ομάδες / σωματεία) και στην άλλη οι πρώτες απόπειρες εργατικής έρευνας.4 Η τάση αυτή είχε την οξυδέρκεια να αντιληφθεί τα σημεία κινηματικής τομής που συνιστούσαν πρώτα οι φοιτητικές καταλήψεις του ’06-’07 και μετέπειτα –και κυρίως– η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, συναντώντας έτσι κάποια «δεκεμβριανά» υποκείμενα που λειτουργούσαν «εντός, εκτός και επί τα αυτά» στον α/α χώρο της εποχής, σε αντιπαράθεση όμως με τη λενινιστική και σεχταριστική κατεύθυνση που εξέφραζε η πλειοψηφία της «παραδοσιακής αντιεξουσίας». «Δεκεμβριανά» υποκείμενα που έφερναν ήδη τις πρώτες εμπειρίες ανοιχτών κοινωνικών διαδικασιών αυτοοργάνωσης σε σχολές και γειτονιές, αλλά κυρίως βίωναν κατά πλειοψηφία την ταξική βία της εργασιακής περιπλάνησης και επισφάλειας, μέσα σε ένα συνεχόμενα αναδιαρθρωτικό περιβάλλον διαμόρφωσης της νέας ταξικής σύνθεσης και των νέων αγωνιστικών χαρακτηριστικών και περιεχομένων του ελαστικά εργαζόμενου ή της διά βίου μαθητευόμενης.

Πίσω στο 2010, λοιπόν, εκείνη η αρχική πολιτική σύνθεση παλιότερων και νεότερων αγωνιστών και αγωνιστριών αποφάσισε, μετά από μια σειρά εβδομαδιαίων συζητήσεων όλο το 2009, να αυτοθεσμιστεί σε μια ανοιχτή συνέλευση αγώνα,5 την οποία, όπως απολογίσαμε η τελευταία σύνθεση της Σ.Κυ.Α., το 2021, έφερε τα εξής βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά που θα θέλαμε να κρατήσουμε στις κινηματικές μας αποσκευές:

  1. την έμφαση στη σημασία των κοινωνικών αγώνων τόσο ως πεδίου πρωτογενούς κινηματικής εμπειρίας όσο και ως σημείου αφετηρίας του μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση

  2. τη διαδικασία κυκλοφορίας των αγώνων6 σε πραγματικό χώρο και χρόνο και την πολιτική κριτική τόσο στις οργανωτικές μορφές όσο και στα πολιτικά περιεχόμενα που επιλέγουν τα αγωνιζόμενα υποκείμενα

  3. την έμφαση στην ανάδυση κοινοτήτων αγώνα και την όσο το δυνατόν αμεσότερη συμμετοχή μας σε αυτές, ως βασικό μέσο για το ξεπέρασμα των στενών ορίων της διαχωρισμένης πολιτικής ταυτότητας, για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής πρακτικής που αρνείται να ενταχθεί στο παγιωμένο σύμπαν των παραδοσιακών πολιτικών ιδεολογιών.

  4. την αντίθεση τόσο σε μια «βαριά» θεωρητική δουλειά που είναι αποκομμένη από την κοινωνική κίνηση όσο και σε έναν αγχώδη πολιτικό ακτιβισμό που τρέχει πίσω από την επικαιρότητα έχοντας πάρει διαζύγιο από τη θεωρητική επεξεργασία.

Με αυτό το πολιτικό στίγμα η Σ.Κυ.Α. εμφανίζεται στη δημόσια κινηματική σφαίρα με την μπροσούρα Remember December Fight Now: Εμπειρίες και Κριτική Αποτίμηση μέσα από τις κοινότητες αγώνα του Δεκέμβρη,7 τον Μάρτιο του 2010, τη στιγμή που ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Γιώργος Παπανδρέου, ανακοίνωνε τα πρώτα μέτρα βαθιάς υποτίμησης για τον εργατικό πληθυσμό της χώρας. Παρακάτω θα προχωρήσουμε σε μια γενεαλογία της δημόσιας παρουσίας της Σ.Κυ.Α., χωρίζοντας τη συνολική δραστηριοποίησή της σε 3 εποχές:

  1. την περίοδο 2010-2012, που το βάρος της λειτουργίας της έγερνε περισσότερο σε μια μορφή συνέλευσης αγώνα στα πλαίσια του «αντιμνημονιακού» κύκλου αγώνων της περιόδου,

  2. την περίοδο 2013-2015, που το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η συμμετοχή σε επιμέρους αγώνες, το άνοιγμα νέων ζητημάτων στον κινηματικό διάλογο και η βαθμιαία «πολιτικοποίηση» της διαδικασίας μέσα από την εκκίνηση της κουβέντας αποτίμησης του πρόσφατου κύκλου αγώνων και των μορφών / ορίων του – αποτίμηση που κατέλαβε μεγάλο μέρος και της επόμενης περιόδου,

  3. την περίοδο 2015-2021, που, παρά τις προσπάθειες κοινωνικής επανοηματοδότησης της διαδικασίας μέσα από τα πολιτικά συμπεράσματα της αποτίμησης του προηγούμενου κύκλου αγώνων, αυτή λειτουργεί περισσότερο ως μια πολιτική ομάδα ιδεολογικής συγγένειας στα χρόνια της κινηματικής άμπωτης που συνιστά η διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΑΝ.ΕΛ.

α) Η περίοδος 2010-2012

Μέσα στο εκρηκτικό περιβάλλον που ενορχήστρωνε η δημοσιονομική κρίση, μαζί με τη ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων που είχε φέρει ο Δεκέμβρης, η Σ.Κυ.Α., το πρώτο διάστημα, προσπαθούσε να λειτουργεί ως ανοιχτή συνέλευση αγώνα και συζήτησης των κινηματικών μας εμπειριών, είτε στον τομέα της παραγωγής (σε εργασιακούς χώρους)8 είτε της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (γειτονιές). Παράλληλα, στο επίπεδο της θεωρητικής ανάλυσης, το πρώτο διάστημα που στεγαζόμασταν στην κατάληψη Σκαραμαγκά, οργανώσαμε μια σειρά αντιμαθημάτων γύρω από τη δημοσιονομική κρίση, μέσα από τα οποία φάνηκε να υπάρχει μια όχι ομοιογενής, αλλά συγκλίνουσα αντίληψη για τον χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης / αναδιάρθρωσης.

Στα εργασιακά, τα μέλη της Σ.Κυ.Α. προσπάθησαν να εμπλακούν σε μια πρωτοβουλία δικτύωσης και συντονισμού εργατικών ομάδων και σωματείων βάσης, ερχόμενα πολύ σύντομα σε σύγκρουση με τη λογική της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας των πολιτικών χαρακτηριστικών του α/α χώρου στις εργατικές συλλογικότητες και αποχωρώντας έτσι από εκείνη την διαδικασία που αργότερα μετεξελίχθηκε στην «Εργατική Ομοσπονδία Βάσης». Παράλληλα, κυκλοφορήσαμε την πρώτη μας αφίσα για την απεργία των Αιγύπτιων αλιεργατών στη Μηχανιώνα, καταδεικνύοντας (όπως και με την στήριξή μας στην απεργία πείνας των 300 μεταναστών στην «Υπατία») την κεντρικότητα που αποδίδουμε στο ζήτημα της πολυεθνικής σύνθεσης της σύγχρονης εργατικής τάξης.9 Προσπαθήσαμε επίσης, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να οργανώσουμε μια σειρά αντιμαθημάτων για την κατανόηση, από εργατικής πλευράς, των νομικών αλλαγών που φέρνουν τα μνημόνια.

Στον τομέα της αναπαραγωγής, πολλά μέλη της Σ.Κυ.Α. συμμετείχαν σε συνελεύσεις γειτονιάς που είτε υπήρχαν από τον Δεκέμβρη είτε δημιουργήθηκαν με το κύμα των καταλήψεων πλατειών τον Μάιο του ’11 είτε απλά συγκροτήθηκαν για κάποιο «μερικό» ζήτημα στο πεδίο της καθημερινότητας (π.χ. ενάντια σε κεραίες κινητής τηλεφωνίας). Η δραστηριοποίησή μας στο κίνημα των πλατειών –με την κριτική των πολιτικών ταυτοτήτων που έφερε ως δομικό, αλλά και αντιφατικό χαρακτηριστικό– αποτέλεσε μεγάλο στοίχημα για τη «νεαρή» Σ.Κυ.Α., η οποία προσπάθησε να εμπλακεί στο Σύνταγμα, ερχόμενη σε σύγκρουση τόσο με τα μικροαστικά / εθνικιστικά χαρακτηριστικά της «πάνω πλατείας», όσο και με την αριστερή ηγεμονία στην «κάτω πλατεία», σε διαδικασίες και πολιτικά περιεχόμενα περί «λογιστικού ελέγχου του χρέους». Φτιάξαμε ένα πανό που έλεγε «το χρέος καταργείται στα οδοφράγματα»,10 λίγο αργότερα κυκλοφορήσαμε μια συλλογική προκήρυξη με τον ίδιο τίτλο, υπογράφοντας ως μέλη των συνελεύσεων γειτονιάς που συμμετείχαμε11 –γεγονός που ενόχλησε τους διάφορους υπερασπιστές της «δεν μιλάμε πολιτικά» αντίληψης– και, τέλος, κολλήσαμε μια αφίσα που υποστήριζε ότι, σε μια περίοδο γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης, η «ειρήνη» των πρώτων ημερών της πλατείας αποτελούσε μόνο μια στιγμή του πολέμου που ακολούθησε. Σε επίπεδο τακτικής, δώσαμε έμφαση στη συμμετοχή σε τοπικές συνελεύσεις και όχι στο πιο διαμεσολαβημένο και άγονο έδαφος πολιτικής αντιπαράθεσης που έπαιζε στην κεντρική συνέλευση του Συντάγματος, κόντρα στην πατριωτική ρητορική του «να καταλάβουμε το Κοινοβούλιο να φύγουν οι προδότες με ελικόπτερα».

Μετά την αστυνομική καταστολή του Συντάγματος, τα μέλη της Σ.Κυ.Α. συνέχισαν την παρέμβασή τους στα πεδία της άρνησης πληρωμών και της δημιουργίας δομών αλληλεγγύης, παρακολουθώντας το συντονιστικό συνελεύσεων γειτονιάς που συγκροτήθηκε στο Πάντειο και που εντέλει «έσβησε» μετά την εκλογική άνοδο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., την άνοιξη του 2012, αφού είχε προηγηθεί η πολιτική ήττα στον δρόμο, στο αποκορύφωμα του συγκρουσιακού / εξεγερσιακού κρεσέντο της 10ης Φεβρουαρίου 2012. Παράλληλα με την πρακτική εμπλοκή μας σε αυτούς τους αγώνες, κυκλοφορήσαμε, μαζί με κάποιες συνελεύσεις γειτονιάς, τη μετάφραση του βιβλίου Οριζοντιότητα της Μαρίνα Σιτρίν12 για το κίνημα συνελεύσεων γειτονιάς στην εξέγερση της Αργεντινής το 2001, προσπαθώντας να μπολιάσουμε τις κοινότητες αγώνα μας με περισσότερο ανοιχτά χαρακτηριστικά αυτοθέσμισης που να ξεφεύγουν από τις τετριμμένες μορφές των πολιτικοποιημένων.

Με το πιο ουδέτερο βλέμμα ανάλυσης που αποκτάς δέκα χρόνια, δυο κρίσεις και μια κινηματική ήττα μετά, θα θέλαμε να σημειώσουμε δυο ζητήματα από εκείνη την περίοδο. Ένα συμπέρασμα αφορά την ίδια τη μορφή της ανοιχτής συνέλευσης αγώνα, η οποία είναι σίγουρα χρήσιμη για την αλληλοενίσχυση των αγώνων σε περιόδους «κινηματικής άνοιξης», ωστόσο εμφανίζει κάποια πολιτικά όρια στο σημείο της συγκρουσιακής κορύφωσης. Πολλές φορές συζητήσαμε το ενδεχόμενο να κατεβαίνουμε στις γενικές απεργίες μαζί ή να υπογράφουμε μια προκήρυξη δρόμου με το όνομα «Σ.Κυ.Α.» και ποτέ δεν το κάναμε, αφενός επειδή δεν θέλαμε να λειτουργήσουμε πιο «κομματικά», ερχόμενοι/ες έτσι σε αντίφαση με όσα υποστηρίζαμε για την κεντρική πολιτική σημασία της συμμετοχής μας σε επιμέρους κοινότητες αγώνα κι αφετέρου επειδή η ίδια η εμπλοκή μας σε άλλες διαδικασίες βάσης μάς ικανοποιούσε την ανάγκη πρωτοβάθμιας πολιτικής έκφρασης. Χωρίς να έχουμε μετανιώσει για τη συνεπή στάση της μη παρέμβασης με εξωτερικούς / ιδεολογικούς όρους στους αγώνες και στις διαδικασίες της βάσης, εκφράζουμε την επιφύλαξη ότι η κινηματική κουλτούρα και πολιτική αντίληψη ταξικής αυτονομίας που μοιραζόμασταν δεν αρθρωνόταν με τη συλλογική τόλμη που έφερε εντός των επιμέρους κοινοτήτων αγώνα του καθενός και της καθεμίας – ένα τίμημα που πληρώσαμε την περίοδο ήττας και ενσωμάτωσης των αγώνων που ακολούθησε.

Δεύτερον, εκκινώντας από μια αντι-λενινιστική θέση περί αυτονομίας του κοινωνικού και του εργατικού συμφέροντος έναντι των διαμεσολαβήσεων των πολιτικών μορφών, όπως είναι τα κόμματα / συνδικάτα, υποτιμήσαμε την αυτονομία της πολιτικής διαμεσολάβησης να επιβάλλεται ακόμη και στις πιο φαινομενικά εχθρικές γι’ αυτήν συνθήκες. Η εκκίνηση της θέσης μας ήταν λογική, αν κρίνουμε την διαμόρφωσή μας ως πολιτικά υποκείμενα την περίοδο πριν τον κύκλο αγώνα 2008-2012, σε αντιπαράθεση με την πρωτοκαθεδρία του πολιτικού / κομματικού που έφερε η αριστερά κι ο α/α/α χώρος στους αγώνες στο κοινωνικό έδαφος. Φετιχοποιώντας όμως την κοινωνική ταυτότητα ως κάτι ουσιαστικά «καθαρό» από τις διαμεσολαβήσεις των πολιτικών ταυτοτήτων, δεν είδαμε έγκαιρα τις δυναμικές τόσο της εκμοντερνισμένης σοσιαλδημοκρατίας που εξέφραζε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όσο και του παραδοσιακού φασισμού που ξεπηδούσαν μέσα από τις «αυθόρμητες» κι «ανεξάρτητες» διαδικασίες του κοινωνικού γίγνεσθαι που συμμετείχαμε. Καθώς το κίνημα δεν απαντούσε «από μόνο του» στις εξωτερικές προκλήσεις των καιρών, η ίδια η προσπάθεια να αλληλεπιδράσουμε με την ταυτότητα του εργαζομένου / ανέργου ή της κατοίκου γειτονιάς, βάζοντας τα ταξικά συμφέροντα μπροστά από τους πολιτικαντισμούς, έβαζε ταυτόχρονα όρια στην αναγκαία –όπως αποδείχθηκε– αντιπαράθεση με αυτές τις παραδοσιακές πολιτικές μορφές που κυριάρχησαν με ακαριαίο τρόπο ένα χρόνο μετά την «άνοιξη των πλατειών».

β) Η περίοδος 2013-2015

Μετά το «σφίξιμο της τανάλιας» για τους ταξικούς αγώνες –που συνιστούσε η αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής διαμεσολάβησης μέσα από την ανάδειξη του σοσιαλδημοκρατικού «ρεαλισμού» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε αξιωματική αντιπολίτευση και η κοινοβουλευτική εκτίναξη και το «κουστουμάρισμα» του παρακρατικού / ναζιστικού υποκόσμου– η Σ.Κυ.Α. μπαίνει για πρώτη φορά σε μια διαδικασία εσωτερικού διαλόγου για τη σχέση της κινηματικής «γραμμής» αυτονομίας των αγώνων που υπερασπίζεται με τα περισσότερο πολιτικά «αγκάθια» του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Ενώ η γενική δομή της συνέλευσης αγώνα διατηρείται, ουσιαστικά συντελείται μια βαθμιαία «πολιτικοποίηση» της διαδικασίας. Αυτή αποτυπώνεται στην έκδοση της μπροσούρας για την άνοδο της Χ.Α. και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ζήτημα του αντιφασισμού εντός των κοινοτήτων αγώνα μας,13 καθώς και στο πρώτο κεντρικό μας κείμενο απολογισμού του προηγούμενου κύκλου αγώνων, στο περιοδικό μας, τη Σφήκα. Εκεί βλέπουμε τη λογική της «Μεγάλης Νύχτας», που επικρατούσε στις πλατείες, ως καθοριστικής σημασίας για την κυβερνητική άνοδο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.14 Παρ’ όλα αυτά, η σχέση μας με τη βάση του κοινωνικού ανταγωνισμού διατηρείται μέσα από τη συμμετοχή / ενίσχυση επιμέρους αγώνων των μελών (π.χ. τους «μικρούς αγώνες» σε Κέντρα Υγείας) και τον υποστηρικτικό / πρωταγωνιστικό ρόλο που αναλαμβάνουμε σε δυο κυρίως κοινωνικά μέτωπα: την πολιτική και έμπρακτη στήριξη της κοινότητας αγώνα ντόπιων αλληλέγγυων και μεταναστών-μικροπωλητών που δραστηριοποιείται γύρω από την ΑΣΟΕΕ και έπειτα την οργάνωση αγώνων στο νέο επισφαλές τοπίο υποτίμησης και αποδόμησης των εργασιακών δικαιωμάτων που συνιστούν τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας / voucher για άνεργους/ες, μέσα από τη Συνέλευση Ανέργων και Εργαζομένων στην Κοινωφελή Εργασία (ΣΥΝΕΚΟΧ). Όσον αφορά αυτά τα τελευταία, τα βιώματα της εργασίας ως «αόρατης» εργασιακής εκμετάλλευσης μαζί με τη συσσωρευμένη κινηματική εμπειρία (κατακτήσαμε επίπεδα γνώσεων εργατολόγου!) από τη συμμετοχή σε αγώνες ενάντια στις νέες μορφές εργασίας οδηγούν στην, παράλληλη με τη δουλειά βάσης, πιο «θεωρητική» δουλειά του ανοίγματος ενός νέου πεδίου ανάλυσης στον κινηματικό διάλογο, μέσα από την έκδοση δυο μπροσούρων για το «workfare».15

Η «αγκυροβόλησή» μας στα προγράμματα επιδοτούμενης ανεργίας και στην πολυεθνική κοινότητα αγώνα της ΑΣΟΕΕ δεν μπόρεσε όμως να αναπληρώσει τη σταδιακή απομάκρυνσή μας από εργατικές ομάδες / σωματεία και συνελεύσεις γειτονιών, που ήρθε ως αποτέλεσμα της κριτικής που ασκούσαμε εντός τους, προϊούσης της εντεινόμενης κομματικοποίησής τους και της σταδιακής μετατροπής τους σε συνδικαλιστικά παραμάγαζα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ή του α/α/α χώρου. Τον Μάρτιο του 2013 δεν κρύψαμε τις διαθέσεις μας για το «κλείσιμο» και τη στροφή πολλών αυτοοργανωμένων διαδικασιών στον ακτιβισμό / μιλιταντισμό μέσα από την προκήρυξη Για μια ελάσσονα στρατηγική, με αφορμή την επίθεση στις καταλήψεις και τις απαντήσεις που δόθηκαν.16 Η δημόσια πολιτική κριτική που ασκήσαμε μαζί με την επιμονή μας για πραγματικά οριζόντιες, ανοιχτές και συμπεριληπτικές διαδικασίες είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αποχώρησή μας από διαδικασίες βάσης ή και την εκδίωξή μας, με το γνωστό εξουσιαστικό τρόπο που χειρίζονται οι ομάδες του α/α/α χώρου τις πολιτικές διαφωνίες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απομάκρυνσή μας από τον εγχώριο ανταγωνισμό συντελείται την ίδια περίοδο που αρχίζουμε να συγκροτούμε ένα δίκτυο επαφών με συντρόφους και συντρόφισσες στο εξωτερικό με τους οποίους και τις οποίες αντιλαμβανόμαστε ότι μας ενώνει μια λίγο-πολύ κοινή αντίληψη για τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Ερχόμαστε σε επαφή με τη γαλλική κομμουνιστική ομάδα Mouvement Communiste, μετά τη μετάφραση ενός κειμένου τους για τη χρηματοπιστωτική κρίση τον Απρίλιο του 2012.17 Η έκδοση του βιβλίου Το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, τον Ιούνιο του 2013, που αποτελεί μετάφραση του 5ου τεύχους (Γενάρης 2012) της αμερικανικής ριζοσπαστικής επιθεώρησης Insurgent Notes, μας φέρνει σε επαφή με συντρόφους από την Αμερική, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με συντρόφισσες από την Τουρκία, μετά την έκδοση της μπροσούρας Σημειώσεις για την εξέγερση στην Τουρκία τον Ιούνιο του 2014, που αποτελεί μετάφραση κειμένου της τουρκικής κομμουνιστικής ομάδας Dunya Devrimi. Τέλος, μέσα από την ενασχόλησή μας με τις συνελεύσεις γειτονιών και τις κινήσεις αυτομείωσης, ερχόμαστε σε επαφή με συντρόφισσες και συντρόφους από το Μιλάνο, στην Ιταλία.

Συνοψίζοντας, αν η πρώτη περίοδος διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά της Σ.Κυ.Α. ως συνέλευσης αγώνα, σε αυτή την περίοδο συντελείται μια μεγαλύτερη πολιτική ομογενοποίηση της διαδικασίας, μέσα από την κριτική μας στη σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό, τον αντιφασισμό και την αυτοαναφορικότητα του «χώρου», όπως επίσης συγκροτείται ένα κοινό βλέμμα πάνω σε κάποιες πλευρές της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μέσα από το πρίσμα των νέων εργασιακών σχέσεων. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, πάντως, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι πιο πολύ μας ενοποιούσε μια κοινή κινηματική κουλτούρα κριτικής προς τις παραδοσιακές τάσεις του «χώρου», μέσα από τις εμπειρίες του προηγούμενου κύκλου αγώνα, παρά μια ακριβώς κοινή θεωρητική / αναλυτική γραμμή. Οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και αποκλίσεις σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης και θεωρητικών εργαλείων άρχισαν να εμφανίζονται τόσο κατά τη συγγραφή της μπροσούρας για τη Χ.Α. όσο και κυρίως κατά το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ., το 2015, και ιδιαίτερα στο δημοψήφισμα στις 05/07/2015.18 Το ξέρουμε πως δεν πρωτοτυπούμε αναγνωρίζοντας ότι η καταφυγή στο «πολιτικό» έρχεται πάνω στο κενό που αφήνει η απομάκρυνση από το «κοινωνικό». Ένα στοίχημα, θεωρούμε, για «υβριδικές» διαδικασίες, που προσπαθούν να συνδυάσουν τη θεωρητική ανάλυση / εργατική έρευνα με την πρακτική οργάνωση και ενίσχυση αγώνων, είναι η αλληλοτροφοδότηση του ενός από και προς το άλλο – μια διαδικασία που θεωρούμε ότι υλοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό (στην περίπτωση του «workfare») όσον αφορά την πλευρά της τροφοδότησης της «θεωρίας» από τα βιώματα και τους αγώνες στους οποίους συμμετείχαμε, όχι όμως τόσο επιτυχημένα ως προς το αντίστροφο.

γ) H περίοδος 2015-2021

Η τρίτη περίοδος της δημόσιας παρέμβασης της Σ.Κυ.Α. ανοίγει μετά την αναμενόμενη (για εμάς τουλάχιστον) μνημονιακή καλλιτεχνική πιρουέτα της «πρώτης φοράς αριστερά», με μια εκδήλωσή μας, τέλη Ιούλη, σε ένα γεμάτο Αυτόνομο Στέκι, με τον εύγλωττο τίτλο «Πώς σκατά φθάσαμε ως εδώ, τι διάολο κάνουμε από δω και πέρα». Για εκείνες τις μέρες μπορούμε να πούμε εκ των υστέρων ότι, ενώ βλέπαμε να επιβεβαιώνεται η ανάλυσή μας για τα όρια και την αποτυχία του προηγούμενου κύκλου αγώνων που ανέδειξαν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε πιο συναινετικό διαχειριστή της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, δεν ήταν δυνατό να αντιληφθούμε τις διαλυτικές συνέπειες της ήττας στην πολιτική σύνθεση του κινήματος, ημών συμπεριλαμβανομένων.

Την περίοδο 2015-2016 διανύουμε μια νέα και πιο εκτεταμένη σε διάρκεια περίοδο εσωστρέφειας (συνηθίζαμε να αυτοτρολλαριζόμαστε κάπως, ονομάζοντας τις συζητήσεις αυτές «Συνέδρια»), ενώ οι προσβάσεις μας στο «κοινωνικό» απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από τη διαδικασία. Το καλοκαίρι του 2015 σηματοδοτεί και την αλλαγή σύνθεσης του μεταναστευτικού υποκειμένου, με πολλούς αφρικανούς μετανάστες που υποστηρίζαμε στον αγώνα της ΑΣΟΕΕ να εκμεταλλεύονται τα «ανοιχτά σύνορα» εκείνου του καλοκαιριού για να φύγουν για τη βόρεια Ευρώπη. Αλλά και η θεωρητικο-πρακτική εμπλοκή μας στους αγώνες στα προγράμματα του ΟΑΕΔ σταματά να αποτελεί κομμάτι συλλογικής επεξεργασίας, καθώς μεταφέρεται στο εργατικό σχήμα των ΝΟ Ωφελούμενων,19 που προκύπτει από την ανεξαρτητοποίηση και το άνοιγμα σχετικής ομάδας εργασίας της Σ.Κυ.Α. – μια κίνηση που δημιούργησε πολιτικές διαφωνίες στο εσωτερικό της συνέλευσης. Παρ’ όλα αυτά, μαζί με την εν λόγω συγγενική συλλογικότητα και κάποιες ακόμη συγκροτούμε μια «πρωτοβουλία ενάντια στην απλήρωτη εργασία στα voucher», στηρίζοντας τη διεκδίκηση δεδουλευμένων μέλους της Σ.Κυ.Α. που εργάζεται στα voucher τουρισμού, πετυχαίνοντας, μέσω της διεκδικητικής πίεσης που ασκήσαμε, την επίσπευση των διαδικασιών.20 Επίσης, η δραστηριοποίησή μας στα προγράμματα workfare μάς φέρνει σε επαφή με την ολλανδική διεθνιστική και διαθεματική συλλογικότητα βάσης Doorbraak, που επίσης εμπλέκεται σε αγώνες ενάντια στη μορφή που παίρνει η «καταναγκαστική εργασία» στον ευρωπαϊκό βορρά και με την οποία πραγματοποιήσαμε κοινές εκδηλώσεις ανταλλαγής εμπειριών και σκεπτικών σε Ελλάδα και Ολλανδία.21

Το δίλημμα που ταλανίζει το «Συνέδριό» μας είναι είτε μια προσπάθεια κοινωνικής γείωσης της διαδικασίας είτε μια προσπάθεια ανάληψης αυτόνομης πολιτικής δράσης, μέσω της συσπείρωσης του ευρύτερου κινηματικού περιβάλλοντός μας, που θεωρούμε ότι έχει μείνει λίγο-πολύ «πολιτικά άστεγο». Αν κάτι όμως ήταν κοινό και στις δυο όψεις του διλήμματος, αυτό ήταν το άνυδρο από αισιοδοξία κινηματικό έδαφος που είχε διαμορφώσει η ελπίδα-ματαίωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αποφασίζουμε, παράλληλα προφανώς με τις όποιες κοινωνικές μας προσβάσεις και δραστηριότητες, να επιχειρήσουμε μια πανελλαδική «Δικτύωση» ομάδων και συντρόφων και συντροφισσών με τις οποίες έχουμε γνωριστεί και αλληλεπιδράσει όλα τα προηγούμενα χρόνια, καλώντας τον εν λόγω κόσμο να προχωρήσουμε σε έναν συλλογικό αναστοχασμό πάνω στα αίτια αποτυχίας του προηγούμενου κύκλου αγώνων. Στο κάλεσμά μας ανταποκρίνονται, το καλοκαίρι του 2017, συλλογικότητες και άτομα από Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Γιάννενα, όμως πολύ σύντομα το εγχείρημα της «Δικτύωσης» χαρακτηρίζεται από έλλειψη εσωτερικής δέσμευσης κι από αδυναμία διαχείρισης των νέων ζητημάτων και περιεχομένων που τίθενται στις κοινότητές μας, με προεξάρχον το ζήτημα της σχέσης πολιτικού-προσωπικού υπό το συγκρουσιακά ευαίσθητο πρίσμα των έμφυλων σχέσεων. Ουσιαστικά και οι υπόλοιπες συλλογικότητες που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα διένυαν, όπως κι εμείς, μια αργόσυρτη περίοδο πολιτικής αποσύνθεσης, την οποία δεν βρήκαμε τρόπο να αντιστρέψουμε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μας.

Η αποτυχία του φιλόδοξου εγχειρήματος της «Δικτύωσης»22 φέρνει ακόμη μεγαλύτερη εσωτερική κρίση που εκδηλώνεται με την έντονη ανάδυση πολιτικών διαφωνιών που προϋπήρχαν, αλλά δυστυχώς και με τις συνηθισμένες «αλληλοσυντροφικές μαχαιριές» για το επίπεδο δέσμευσης και συνέπειας των διάφορων μελών ως προς τη διαδικασία. Παρά την προσπάθειά μας να αυτοπροστατεύσουμε το συλλογικό σώμα από προσωπικές εντάσεις και διαξιφισμούς, η εσωτερική κρίση οδηγεί στην ταυτόχρονη απομάκρυνση και αποχώρηση δυο συντρόφων από την αρχική σύνθεση της συνέλευσης – μια κρίση που θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα και ακόμη κάποια «παλιά» μέλη σε παραίτηση από τη διαδικασία. Κάπως έτσι, συλλογικά πληγωμένα, οδηγούμαστε στην τελευταία σύνθεση της Σ.Κυ.Α., που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με το κοινωνικό, συνεχίζοντας ταυτόχρονα την επισφαλή πολιτική ανάλυση που έχει χτίσει.

Η ενδελεχής μελέτη του «workfare» κι εν γένει των «ανθρωπιστικών» ευαισθησιών της κυβερνώσας αριστεράς πολύ γρήγορα μετατοπίζει το βλέμμα μας από τη φιγούρα του ντόπιου «ωφελούμενου» άνεργου στη φιγούρα γενικά του μη-πολίτη των περισσευούμενων πληθυσμών της καπιταλιστικής κρίσης και των πολέμων. Η ανάλυσή μας για την ταχέως αναπτυσσόμενη «ανθρωπιστική βιομηχανία» των camps και των προγραμμάτων «ενσωμάτωσης» των ΜΚΟ23 προσπαθεί να ξεπεράσει το αποστασιοποιημένο βλέμμα διαχωρισμένης αλληλεγγύης και πρωτοκοσμικών ενοχών της ενασχόλησης με το «μεταναστευτικό» που συνηθίζεται στο κίνημα. Θέλουμε, αντίθετα, να μιλήσουμε από τη θέση των ντόπιων εργαζόμενων-περισσευούμενων που βλέπουν στην εκμετάλλευση των μεταναστ(ρι)ών την αναδιάρθρωση / ιδιωτικοποίηση προνοιακών πολιτικών σε μια κατεύθυνση νέας βιοπολιτικής πειθάρχησης που αφορά και τις ντόπιες/ους (στο καθόλου μακρινό μέλλον, όπως αποδείχθηκε λίγους μήνες μετά). Η αναλυτική αυτή δουλειά παίρνει τα χαρακτηριστικά εργατικής έρευνας που μας φέρνει σε επαφή με μέλη της Συνέλευσης Βάσης Εργαζομένων σε ΜΚΟ (ΣΒΕΜΚΟ) και απολήγει πρακτικά στην εμπλοκή μας στη Συνέλευση Ενάντια στις Εξώσεις Προσφύγων/γισσών που δραστηριοποιείται μέχρι το καλοκαίρι του 2019. Έπειτα, τους πρώτους μήνες του δίσεκτου 2020, εμπλεκόμαστε ενεργά στη συγκρότηση της συνέλευσης Solidarity with Migrants που θέλει να αντισταθεί στον πόλεμο εναντίον των μεταναστών/τριών που κήρυξε στα σύνορά του το ελληνικό κράτος.

Η θεωρητικο-πρακτική εμπλοκή μας στους αγώνες ενάντια στον «ανθρωπιστικό» αποκλεισμό των μεταναστριών/τών από το σύνολο της κοινωνικής ζωής αναγνωρίζουμε ότι δεν λύνει το πρόβλημα της εξωτερικής σχέσης των μελών της διαδικασίας τόσο με αυτούς τους αγώνες όσο και –σε μεγάλο βαθμό– με τη θεωρητική ανάλυση που παράγεται. Προσπαθώντας να ξαναζωντανέψουμε την εμπλοκή μας σε κοινωνικούς αγώνες βάσης, ξεκινώντας από τις δικές μας ανάγκες και επιθυμίες, αποφασίζουμε να προχωρήσουμε μέσω ενός μοντέλου ομάδων εργασίας που θα αλληλεπιδρά με την κεντρική συνέλευση. Συστήνονται λοιπόν τρεις ομάδες εργασίας: α) για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, τόσο από την πολυάριθμη πλευρά των εκπαιδευτικών ιδιωτικής εκπαίδευσης που συμμετέχουν στη συνέλευση όσο και από εκείνην των φοιτητικών αγώνων, β) για το δυσβάσταχτο βιωματικά στεγαστικό ζήτημα, μαζί με την αλλαγή χαρακτήρα του αστικού τοπίου και γ) για τους όλο και περισσότερους / κρισιμότερους περιβαλλοντικούς αγώνες. Όσον αφορά την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, διοργανώνουμε ένα καφενείο κυκλοφορίας εμπειριών για προσπάθειες αυτόνομης οργάνωσης στα πανεπιστήμια από το 2006-2007 μέχρι σήμερα,24 η μαζική συμμετοχή νεότερων «φοιτητάντερ» στο οποίο επιβεβαίωσε τις υποψίες ότι πράγματι κάτι κινείται και πάλι εντός των ιδρυμάτων, από κόσμο που ασφυκτιά στα παραδοσιακά «μπουλετς» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Η «φοιτητική πτέρυγα» της Σ.Κυ.Α. δεν καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να εμπλακεί στην ομάδα εκπαιδευτικών, η οποία θα είναι και η μοναδική που θα λειτουργήσει κανονικά – και αργότερα, μετά την εμφάνιση της υγειονομικής-πανδημικής κρίσης covid, θα ανοιχτεί / ανεξαρτητοποιηθεί για να μετεξελιχθεί στην εργατική συλλογικότητα Desperate Teachers.

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η τρίτη περίοδος της Σ.Κυ.Α. χαρακτηρίζεται από μια αλλαγή της έμφυλης σύστασής της (που παραδοσιακά ήταν κατά μεγάλη πλειοψηφία αρσενική) και συνοδεύεται από μια προσπάθεια ανοίγματος του πολιτικού μας βλέμματος στα νέα έμφυλα περιεχόμενα, που βλέπουμε να απασχολούν όλο και περισσότερο το κίνημα μέσα από τη φεμινιστική / queer κριτική. Οι κινητοποιήσεις και οι ενδοκινηματικές συγκρούσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία της Zackie/Ζακ Κωστόπουλου αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής συζήτησης, όπου διακρίνουμε μια συνάφεια της κριτικής μας στα όρια των πολιτικών και κοινωνικά διαχωρισμένων ταυτοτήτων με τα κινηματικά αδιέξοδα που βλέπουμε. Αν κι έγινε προσπάθεια να ανοίξει μια πολιτική συζήτηση για τα έμφυλα ζητήματα, ξεκινώντας από τα δικά μας βιώματα και επιθυμίες, αυτή τελικά δεν προχώρησε. Γενικότερα, διακρίναμε μια όλο και μεγαλύτερη απόσταση των μελών από το πολιτικό περιεχόμενο που παραγόταν συλλογικά γύρω από την αναδιάρθρωση, κάνοντας εμφανή μια διαφοροποίηση που συναντιέται συχνά στις πολιτικές ομάδες μεταξύ των «ειδικών του λόγου» και των υπολοίπων. Έχοντας εντοπίσει την αλλοτρίωση του να αφιερώνεις προσωπικό χρόνο σε κάτι που σου φαίνεται όλο και πιο «εξωτερικό» ως προς τα καθημερινά σου βιώματα, προσπαθήσαμε η απομάκρυνση της διαδικασίας από το κοινωνικό να μη επεκταθεί και στην απομάκρυνση των μελών μεταξύ τους, μέσω της διενέργειας σε εξαμηνιαία βάση συζητήσεων για το πού βρίσκεται η καθεμιά εργασιακά / προσωπικά, πώς την παλεύει κ.λπ. Η θέσμιση αυτή, όπως και άλλες, μένει περισσότερο στα χαρτιά. Οπότε, ο νέος (εξ Ανατολών ορμώμενος) ιός, που δεν μας αφήνει ποτέ το χρονικό περιθώριο να δοκιμάσουμε στην πράξη το νέο οργανωτικό μοντέλο λειτουργίας με τις ομάδες εργασίας, μας πετυχαίνει και σε μια στιγμή που η σημασία των συντροφικών δεσμών στο εσωτερικό μας έχει υποτιμηθεί. Η αποτυχία μας στο κομμάτι της ενσυναίσθησης και της συμπεριληπτικότητας των διαφορετικών βιωμάτων των μελών έχει ως αποτέλεσμα οι πολιτικές / προσωπικές αποστάσεις και συγκρούσεις να εκραγούν με την έλευση της κοινωνικής αποστασιοποίησης στις ζωές μας.

Η πανδημική κρίση και το αξεπέραστο όριο

Το Μάρτιο του 2020, η είσοδος της πανδημικής κρίσης του ιού SARS-CoV-2 στο ιστορικό προσκήνιο βρήκε τη συνέλευσή μας σε μια κατάσταση αμφιθυμίας. Από τη μια πλευρά, οι εσωτερικές συζητήσεις του προηγούμενου διαστήματος γύρω από τον ίδιο τον χαρακτήρα του εγχειρήματος (κι ειδικότερα τη σχέση ανάμεσα στο κοινωνικό και το πολιτικό, αλλά και πάνω στην κρίση δέσμευσης / νοήματος που αντιμετωπίζαμε ως μέλη του) μας έδωσαν μια ώθηση επαναδραστηριοποίησης που αποκρυσταλλώθηκε οργανωτικά στον πειραματισμό με ένα μοντέλο επιμέρους θεματικών ομάδων οι οποίες επιχειρούσαν να ξεκινήσουν από συγκεκριμένα κοινωνικά ζητήματα και πεδία αγώνα, ώστε μέσα από αυτά να παραχθεί μια σύγκλιση στο επίπεδο της στρατηγικής πολιτικής κατεύθυνσης της συνέλευσης. Από την άλλη πλευρά, τα βαθύτερα πολιτικά ζητήματα που αντιμετώπιζε το εγχείρημα –και τα οποία όπως είδαμε το ακολουθούσαν σε ένα μεγάλο μέρος της πρόσφατης πορείας του– παρέμειναν ανεπίλυτα, πράγμα που ενέτεινε μια αίσθηση αβεβαιότητας ως προς την τοποθέτησή του μέσα στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Σίγουρα δεν βοηθούσε κι η αίσθηση κινηματικής μοναξιάς που νιώθαμε ως συνέλευση, βλέποντας τις αυτόνομες κοινότητες αγώνα του προηγούμενου κύκλου να περιστέλλονται όλο και περισσότερο σε παραδοσιακές ομάδες πολιτικής συγγένειας και κλειστά ιδεολογικά σχήματα.

Προφανώς, η πανδημική κρίση δεν μας επέτρεψε να προχωρήσουμε με την αναδιαμόρφωση της συνέλευσης σε μορφή και περιεχόμενο, όπως σχεδιάζαμε στα τέλη του 2019, και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι επηρέασε ριζικά το εγχείρημά μας αναγκάζοντάς μας να κινηθούμε σε πολιτικές κατευθύνσεις που δεν είχαμε διερευνήσει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Ήδη από τις πρώτες συζητήσεις μας πάνω στην επιδημία και την πολιτική της διαχείριση εκτιμήσαμε ότι η τρέχουσα κρίση, απέχοντας πολύ από το να είναι απλώς υγειονομική, θα επηρεάσει άμεσα και με πολλαπλούς τρόπους την κοινωνική ζωή. Αντιμετωπίζοντας τα κινηματικά εγχειρήματα ως ειδικές μορφές υποκειμενοποίησης εντός της κοινωνικής ζωής κι όχι ως αυτοτελείς κοινότητες που ανήκουν στη διαχωρισμένη σφαίρα του πολιτικού, μας φάνηκε αυτονόητο ότι η παγκόσμια πανδημική κρίση θα επηρεάσει βαθύτατα την εσωτερική ζωή και την εξωτερική δραστηριότητά τους. Βέβαια, το να αναγνωρίζεις ότι η πανδημία, ως σύνθετο βιοκοινωνικό φαινόμενο, θα λειτουργήσει καταλυτικά για βαθιές αναδιαρθρώσεις στις καπιταλιστικές κοινωνίες, θέτοντας έτσι με επιτακτικό τρόπο νέες προκλήσεις στα πολιτικά υποκείμενα, δεν εγγυάται σε καμιά περίπτωση από μόνο του πως θα βρεθείς σε καλύτερη ή προνομιακότερη θέση έναντι αυτών των προκλήσεων.

Κι όμως, προσπαθήσαμε –έστω και δειλά ή αποσπασματικά– να συμβαδίσουμε με τη νέα εποχή χωρίς να αρνηθούμε την καινοφάνειά της και χωρίς να συναινέσουμε στις επιταγές της. Θελήσαμε να διερευνήσουμε τα νέα πεδία κοινωνικών αγώνων που αναδύονταν μέσα από την πανδημική συνθήκη και να συμμετάσχουμε δημιουργικά σε αυτά· θελήσαμε επίσης να διαχειριστούμε συλλογικά τις συνέπειες της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και της αναδιάρθρωσης στην καθημερινότητά μας. Κάτι που μας έδωσε ώθηση ήταν, μέχρι έναν βαθμό φυσικά, η προϋπάρχουσα ορμή από την υπερδραστηριότητα αρκετών εξ ημών, μέσα από τη συμμετοχή μας στη συνέλευση του Solidarity with Migrants ήδη από τις αρχές του 2020. Δεδομένης της ζωντάνιας, του ενθουσιασμού, της μαχητικότητας και της πολυσυλλεκτικότητας που χαρακτήριζε το Solidarity, η εμπειρία της συμμετοχής σε αυτό ήταν κομβική για εμάς όσον αφορά την απόπειρά μας να σταθούμε στον δρόμο εν μέσω καραντίνας και να μην παραδοθούμε στον φόβο, την πειθάρχηση και τη μοναξιά.

Έτσι, ο πρώτος καιρός της εποχής των lockdowns βρήκε τη συνέλευσή μας αρκετά πρόθυμη να μπει σε μια φάση πειραματισμού μέσα από τη διερεύνηση των νέων πεδίων κοινωνικών αγώνων στο πλαίσιο της πανδημικής συνθήκης. Παρ’ ότι δεν τέθηκε ποτέ ως ρητός στόχος, προσδοκούσαμε ίσως πως η επιτακτικότητα της συγκυρίας θα μας οδηγούσε σε ένα ποιοτικό άλμα, ένα πολιτικό ξεπέρασμα των ορίων μας μέσα από την ένταση της εξωστρέφειας και της κινητικότητας, συνδυάζοντας την ανυπακοή του δρόμου με τις δυνατότητες της ψηφιακής επικοινωνίας (ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η δημιουργία δυο podcasts25). Αυτή η επαναδραστηριοποίηση στον δημόσιο χώρο πήρε, μεταξύ άλλων, τη μορφή παρεμβάσεων με αφίσες και αυτοκόλλητα, διοργάνωσης ανοικτών εκδηλώσεων (όπως εκείνη για την υγεία ως πεδίο αγώνα, το καλοκαίρι του 202026) και προσπάθειας συμμετοχής στο διεθνές δίκτυο Fever, που κατέγραφε ταξικούς αγώνες σε συνθήκες πανδημίας27 την περίοδο του πρώτου lockdown. Η εκδοτική παραγωγή της Σ.Κυ.Α. κλείνει –όπως και η αφίσα με την οποία πρωτοξεκίνησε– με την έκδοση της μπροσούρας Μαζί ή Τίποτα, για εμπειρίες κοινών αγώνων ντόπιων και μεταναστ(ρι)ών την τελευταία δεκαετία, την οποία παρουσιάζουμε τον Σεπτέμβρη του 2020 σε ανοιχτή εκδήλωση στις ΦΕΠΑ του ΕΚΠΑ, μαζί με ένα αυτοργανωμένο ντοκιμαντέρ για τους αγώνες γύρω από τον καταυλισμό μεταναστ(ρι)ών στο λιμάνι της Πάτρας, την περίοδο 2005-09 και μια εισήγησή μας για τη γενεαλογία των μεταναστευτικών αγώνων την τελευταία τριακονταετία και τη σχέση τους με τον εγχώριο ανταγωνισμό.28

Αρκετά γρήγορα, όμως, συναντήσαμε ένα νέο όριο. Από τη μια πλευρά, αυτή η διαδικασία απαιτούσε να εντείνουμε την πολιτική μας δέσμευση, τη θεωρητική μας επεξεργασία και την κινηματική μας εγρήγορση – να «τρέξουμε» περισσότερο δηλαδή. Από την άλλη, για να γίνει αυτό χωρίς να μας εξαντλήσει ή/και διαλύσει, θα έπρεπε να βαθύνουμε την κατανόηση και τη φροντίδα μεταξύ μας ώστε να μπορέσουμε να μοιραστούμε αληθινά τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους η συγκυρία δοκίμαζε τα πολιτικά, υλικά και ψυχικά μας όρια. Συνοπτικά, αποτύχαμε να το κάνουμε, τουλάχιστον σε βαθμό που θα διασφάλιζε την ποιότητα της συζήτησης, τη δυνατότητα για δράση και την ευρύτερη αυτοαναπαραγωγή της συνέλευσης.

Όπως κάθε βαθιά κρίση, έτσι και αυτή ενέτεινε τις παλιές αντιφάσεις και ανέδειξε νέες αντιθέσεις. Μέσα στην πανδημική συνθήκη, οι πολιτικές μορφές είχαν πλέον ακόμη λιγότερο πολυτέλεια να συζητάνε αφηρημένα για το κράτος και το κεφάλαιο χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μοριακές διεργασίες της πραγματικής ζωής των κοινωνικών υποκειμένων. Η συγκυρία κάλεσε τα υποκείμενα να πάρουν συγκεκριμένες (δηλαδή έμπρακτα πολιτικές) θέσεις που –θέλοντας και μη– συμπύκνωναν τις αντιλήψεις και τις στάσεις τους για την επιστήμη, την υγεία, τη μολυσματικότητα, την ευαλωτότητα, τον φόβο, το σώμα, τη φροντίδα, την επαφή (ζητήματα που, κάποια από αυτά, μέχρι τότε δυστυχώς απασχολούσαν στην πραγματικότητα μόνο μια μειοψηφία –κυρίως φεμινιστική / κουίρ– μέσα στο κίνημα). Μοιραία, η δυναμική της συγκυρίας έφερε στην επιφάνεια και κατέστησε ορατά μια σειρά από ζητήματα που παλιότερα δεν θεωρούνταν πολιτικά από την πλειοψηφία του ανταγωνιστικού κινήματος – ή αντιμετωπίζονταν, στην καλύτερη περίπτωση, ως ζητήματα της διαχωρισμένης σφαίρας της θεωρίας και, στη χειρότερη, ως ζητήματα της «ιδιωτικής» σφαίρας των ατόμων, που δεν θα έπρεπε να απασχολούν ένα πολιτικό εγχείρημα. Είναι προφανές πως έθεσε τη σχέση ανάμεσα στο πολιτικό και το προσωπικό, το δημόσιο και το ιδιωτικό, το κανονικό και το παθολογικό σε νέες βάσεις, πιο βαθιές και άρα πιο πραγματικές. Ξανά, δεν ήμασταν προετοιμασμένοι/ες γι’ αυτό.

Θα ήταν, βέβαια, αληθινά αξιοπερίεργο αν η συνέλευσή μας κατάφερνε να δώσει μόνη της ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα την ώρα που, τριγύρω, οι περισσότερες κινηματικές διαδικασίες είτε κατέρρεαν είτε κατέφευγαν σε εύκολες ιδεολογικές απαντήσεις. Κι ακόμη περισσότερο, θα ήταν αντιφατικό προς την ίδια την πολιτικοθεωρητική παράδοση της συνέλευσής μας να υποθέσουμε ότι αυτές οι απαντήσεις θα μπορούσαν να δοθούν αυτοτελώς από τις κοινότητες των πολιτικοποιημένων ανεξάρτητα από την ίδια την κοινωνικο-ιστορική κίνηση των μαζών. Παρ’ όλα αυτά, δεν αλλάζει το γεγονός ότι πολιτικές μορφές του ανταγωνιστικού κινήματος αποδείχτηκαν εξαιρετικά ανεπαρκείς ώστε να αναλύσουν και να δράσουν μέσα στη νέα πανδημική συγκυρία. Πάνω απ’ όλα, ήδη από την αρχή, έγινε πασιφανής η τραγική χρόνια έλλειψη μιας ριζοσπαστικής δημόσιας σφαίρας επικοινωνίας και διαλόγου. Σε μεγάλο βαθμό, η δυνατότητα για ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες μοιράσματος αναλύσεων και εμπειριών έχει αντικατασταθεί από τον άκαμπτο, κομματικού τύπου, δογματισμό, έχει απορροφηθεί από την ιδεολογική άρνηση της πραγματικότητας, έχει διαλυθεί από την παραίτηση από την ικανότητα παρέμβασης στη συγκυρία κι έχει κονιορτοποιηθεί από τη διοχέτευση της (τοξικής) πολιτικής συζήτησης στη διαχωρισμένη και περιφραγμένη σφαίρα των εξατομικευμένων προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Γενικά μιλώντας, οι πολιτικές διέξοδοι για το κίνημα ήταν ελάχιστες. Ένα μέρος της αριστεράς και της αντιεξουσίας θεώρησε την κρίση αποκλειστικά υγειονομική, συναινώντας επί του πρακτέου στην κρατική διαχείριση της πανδημίας, ενώ ένα άλλο μέρος επέλεξε να δει μόνο την πειθαρχική / κατασταλτική όψη αυτής της διαχείρισης, εξαφανίζοντας την υγειονομική διάσταση της κρίσης. Το ότι το κίνημα δεν είχε πολιτικές διεξόδους, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν αγώνες. Για την ακρίβεια, αυτοί ακριβώς οι αγώνες ήταν που μας έκαναν να αντέξουμε, όσο αντέξαμε τουλάχιστον, την πιεστική εσωτερική μας κρίση και την απογοητευτική εικόνα του ανταγωνιστικού κινήματος. Από τους αγώνες των μεταναστ(ρι)ών ενάντια στον εγκλεισμό των camps και στις απόπειρες εξώσεων μέχρι τις αντιστάσεις των φοιτητ(ρι)ών των εστιών ενάντια στις κρατικές προσταγές εκκένωσης με υγειονομικό πρόσχημα. Από τις συγκρούσεις των πλατειών, που κατέληξαν στην έκρηξη της Νέας Σμύρνης, και τις κινητοποιήσεις των αγωνιζόμενων καλλιτεχνών μέχρι τις φοιτητικές καταλήψεις που εναντιώθηκαν στην πανεπιστημιακή αστυνομία και το παράδειγμα της τηλεκπαίδευσης. Από τις φεμινιστικές κινητοποιήσεις για την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες μέχρι τους αγώνες των υγειονομικών και των ασθενών, που παρακολουθήσαμε μέσα από τη συμμετοχή μας στην πολιτική καμπάνια Υγεία Χωρίς Αποκλεισμούς. Με τις μικρές μας δυνάμεις, μέσα από την ατομική ή συλλογική μας εμπλοκή, επιχειρήσαμε να συμμετάσχουμε, να ενισχύσουμε, να κυκλοφορήσουμε και να αναλύσουμε αυτούς τους αγώνες – ακόμη κι όταν οι επίπονες εσωτερικές μας συζητήσεις μάς τραβούσαν με δύναμη προς την εσωστρέφεια και την αδράνεια.

Από τον Μάρτιο του 2020, που βρεθήκαμε απότομα και βίαια μέσα στη φουρτούνα του νέου παραδείγματος, μέχρι τον Ιούνιο του 2021, που αποφασίστηκε οριστικά το κλείσιμο του κύκλου της συνέλευσής μας, προσπαθήσαμε να συζητήσουμε πάνω στις ραγδαίες αλλαγές που προκαλούσε αυτή η πανδημική κρίση και να συμβάλουμε στο ξεπέρασμα των ορίων του ανταγωνιστικού κινήματος. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι τα καταφέραμε. Κεντρικό επίδικο για εμάς αποτελούσε το να αντισταθούμε στα ανορθολογικά κρατικά «υγειονομικά μέτρα» χωρίς να αρνηθούμε ή να υποτιμήσουμε την ύπαρξη του πραγματικού κινδύνου για την υγεία μας. Και, ακολούθως, να αναζητήσουμε τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους μπορεί να συνυπάρξει ένα διεκδικητικό πλαίσιο που να αφορά την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας και η επιθυμία για φροντίδα των ανθρώπων μας με μια πολιτική κριτική στον ρόλο της κυρίαρχης ιατρικής επιστήμης ως απόλυτου παράγοντα της βιοπολιτικής ρύθμισης της κοινωνικής ζωής. Όμως, ήδη από το περασμένο φθινόπωρο, άρχισε να γίνεται εμφανές ότι αυτή η προσπάθεια συναντούσε πολύ σοβαρά εμπόδια. Μετά μια επίπονη περίοδο άκαρπου διαλόγου με αρνητικό κλίμα, η σχεδόν ταυτόχρονη αποχώρηση (για συναφείς μεταξύ τους λόγους) τριών συντρόφων από τη συλλογικότητα λειτούργησε καταλυτικά για την έναρξη ενός μεγάλου κύκλου εσωτερικών συζητήσεων. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις, συγκλίναμε σε τρεις βασικούς λόγους για την πολιτική μας κρίση.

Πρώτα απ’ όλα, δεν κατορθώσαμε να διαχειριστούμε συλλογικά τους τρόπους που η πανδημική κρίση, και κυρίως η πολιτική της διαχείριση, επηρεάζει ολόπλευρα τις ζωές μας. Δεύτερον, δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου και έρευνας ώστε να συζητήσουμε συγκροτημένα πάνω στα νέα και πολύπλοκα πολιτικά ζητήματα που θέτει η κρίση, ούτε καταφέραμε να διαχειριστούμε δημιουργικά τις πολιτικές διαφωνίες στο εσωτερικό της συνέλευσής μας. Τρίτον, αποτύχαμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον που θα αναγνώριζε τη διαφοροποίηση των αναγκών μας και θα λειτουργούσε όσο θα θέλαμε συμπεριληπτικά, μέσα σε μια ασφυκτική (ατομικά και συλλογικά) συνθήκη. Επίσης, η σταδιακή αλλαγή της σύνθεσης της συνέλευσης τα 4-5 τελευταία χρόνια, μαζί με τη δυσκολία συμμετοχής σε επιμέρους αγώνες είχαν ως αποτέλεσμα και μια σοβαρή απόκλιση στο πεδίο των κινηματικών εμπειριών. Σε μια προηγούμενη φάση όμως οι κοινές κινηματικές εμπειρίες αποτελούσαν τον βασικό συνδετικό κρίκο για την πλειοψηφία της συνέλευσής μας και η συμμετοχή στα πεδία αγώνα την κυρίαρχη κινηματική μας δραστηριότητα. Ζητούμενο βέβαια για κάθε κινηματική διαδικασία είναι η σύνθεση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών απόψεων και εμπειριών, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές δυναμικής που αυτές δημιουργούν. Το αποτέλεσμα ήταν η συνέλευσή μας να μπει σε μια φάση σοβαρής εσωτερικής κρίσης. Και αποτέλεσμα αυτού του αποτελέσματος είναι το κείμενο που κρατάτε στα χέρια σας ή διαβάζετε στην οθόνη σας. Κρίναμε ότι αυτή η εσωτερική κρίση είναι αδύνατον να ξεπεραστεί στα πλαίσια της υπάρχουσας μορφής. Αν συναντιόμασταν ξανά πολιτικά –και θέλουμε να το κάνουμε– αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο στα πλαίσια ενός νέου εγχειρήματος. Έτσι, αποφασίσαμε την αυτοδιάλυση της Συνέλευσης για την Κυκλοφορία των Αγώνων.

Η συνέλευση ως κοινότητα και ως υποδομή

Μέχρι στιγμής, επιχειρήσαμε μια συνολική πολιτική ιστορία της συνέλευσής μας, προσπαθώντας να συγκεράσουμε την εξωστρεφή πλευρά της (δηλαδή την παραγωγή δημόσιου λόγου και δράσης) με την εσωτερική της λειτουργία (δηλαδή τις συζητήσεις που διαμόρφωναν τον πολιτικό χαρακτήρα και την αυτοεικόνα της). Δεδομένου ότι η κριτική ήταν πάντα για εμάς ένα κομβικό συγκροτητικό στοιχείο του εγχειρήματός μας, θελήσαμε να δούμε και την δική μας ιστορία με τρόπο αυτοκριτικό. Μια αφήγηση σαν την παραπάνω, βέβαια, όσο ειλικρινής κι αναλυτική κι αν είναι, δεν μπορεί ποτέ να δώσει μια εντελώς σφαιρική και πραγματική / αντικειμενική εικόνα για ένα πολιτικό εγχείρημα ως ζωντανή κοινότητα, δηλαδή ως ένα πλέγμα θεσμίσεων, δομών, σχέσεων και συναισθημάτων που δημιουργήσαμε (κι εντός του οποίου δημιουργηθήκαμε) ως πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα όλα αυτά τα χρόνια. Προφανώς, θα ήταν αδύνατον να εκφράσουμε όλο τον πλούτο εμπειριών που αποκομίσαμε μέσα από τη Σ.Κυ.Α. σε ένα τέτοιο δημόσιο απολογιστικό κείμενο. Έτσι κι αλλιώς, αυτές τις εμπειρίες τις μοιραστήκαμε, αλλά δεν τις βιώσαμε όλες και όλοι με τον ίδιο τρόπο. Η συγκίνηση δεν έλειψε ούτε από τις συλλογικές συζητήσεις για την αυτοδιάλυση ούτε από τη συγγραφή αυτού του κειμένου. Η απόφαση να αυτοδιαλυθούμε ήταν ώριμη, αλλά αυτό δεν την έκανε λιγότερο επίπονη. Μέσα από τις κουβέντες για την κρίση της Σ.Κυ.Α. και μέσα από το μοίρασμα των απογοητεύσεων και των ματαιώσεων που είχαμε συσσωρεύσει το τελευταίο διάστημα, πενθήσαμε συλλογικά για τον συμβολικό πολιτικό θάνατο του εγχειρήματος. Αυτό το πένθος, όμως, θελήσαμε να το κάνουμε δημιουργικό. Προσπαθήσαμε να μην καθηλωθούμε στη νοσταλγία και τη μελαγχολία, αλλά να αυτοδιαλυθούμε με το βλέμμα στραμμένο στα συλλογικά εγχειρήματα του μέλλοντος. Σε αυτά, λοιπόν, θα κουβαλάμε μια πολιτική κουλτούρα.

Πρόκειται για μια πολιτική κουλτούρα που δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε με κόπο αλλά προσφέροντάς μας και ανταμοιβές όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μια πολιτική κουλτούρα που, ακόμη και στις πιο δύσκολες ιστορικές στιγμές, μας κράτησε κοντά στο εγχείρημα και μας έδωσε την αίσθηση ενός χώρου φιλόξενου εντός του οποίου μπορούν να αναδυθούν σχέσεις εμπιστοσύνης, διαλόγου, επικοινωνίας και μοιράσματος. Είναι μια πολιτική κουλτούρα συνύπαρξης μέσα από τη διαφωνία, μια πολιτική κουλτούρα ανοιχτότητας στη σκέψη και στην πράξη, μια κουλτούρα αλληλοσεβασμού και αλληλοκατανόησης. Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μια διαδικασία που να προστατεύει τον εαυτό της και τα μέλη της από τυπικές και άτυπες ιεραρχίες και ανισότητες, που να παράγει σεβασμό για τα πολιτικά και τα προσωπικά μας όρια. Αυτή η πολιτική κουλτούρα ήταν κάτι που πάντα θεωρούσαμε πως μας διαχωρίζει βαθιά από την πλειοψηφία των εγχειρημάτων της αριστεράς και της αντιεξουσίας (σε βαθμό που συχνά να δυσκολεύει τη συνύπαρξή μας μαζί τους) – δυο παραδόσεις που βρίσκαμε καταπιεστικές τόσο στην εκδοχή της τυραννίας των δομών όσο και στην εκδοχή της τυραννίας της απουσίας τους. Όλα αυτά φυσικά δεν σημαίνουν ότι η διαδικασία μας ήταν τέλεια. Δεν θα μπορούσε να είναι. Για την ακρίβεια, δεν θα έπρεπε να είναι. Η φαντασίωση απαλλαγής από κάθε λάθος και κάθε ανεπάρκεια είναι μια επικίνδυνη φαντασίωση. Υπήρξαν φορές που δεν καταφέραμε να διαφυλάξουμε τη διαδικασία μας από ιεραρχίες και κόντρες. Κι υπήρξαν φορές που είδαμε άτομα να απομακρύνονται από τη συνέλευση, χωρίς ενίοτε να καταλαβαίνουμε καν πώς τα οδήγησε η ίδια η συνέλευση σε αυτήν την απομάκρυνση (και άρα δυστυχώς χωρίς, έστω, να καταφέρουμε να τα κρατήσουμε κοντά μας). Προσπαθήσαμε όμως πάντα να αναστοχαστούμε και να καταλάβουμε – έστω και χωρίς να το πετυχαίνουμε απόλυτα κάθε φορά. Κι υπήρξαν πολλές φορές που τηρήσαμε με εμμονική και θρησκευτική ευλάβεια τις διαδικασίες μας με αποτέλεσμα να καταλήγουν να παράγουν διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό για το οποίο τις δημιουργήσαμε. Δεν αρνούμαστε λοιπόν ότι είναι μια κουλτούρα που δημιούργησε, μεταξύ άλλων, και πολιτική αλλοτρίωση. Είναι όμως μια πολιτική κουλτούρα για την οποία –κι ελπίζουμε να μας συγχωρέσετε τη σχετική αλαζονεία που πιθανώς συνοδεύει την έκφραση– νιώθουμε περήφανες και περήφανοι.

Η καλλιέργεια αυτής της κουλτούρας ήταν για εμάς ένα κομβικής σημασίας ζήτημα, γιατί, παρ’ ότι συχνά δίναμε εξωτερικά την εντύπωση μιας «στιβαρής» (sic) πολιτικο-θεωρητικής συνέλευσης, θεωρούσαμε πως είναι αδύνατον να παραχθεί ανταγωνιστική πολιτική, αν αυτή δεν βασίζεται στο βίωμα και την εμπειρία. Η εμπειρία ήταν εξαιρετικά σημαντική για τη Σ.Κυ.Α., τόσο ως αναλυτικό εργαλείο όσο και ως τρόπος συσχέτισης μεταξύ μας. Προσπαθούσαμε να ξεκινάμε από το βίωμα, να μιλάμε για τις ζωές μας (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το καταφέρναμε πάντα όσο θα θέλαμε), να φροντίζουμε οι πολιτικές διαδικασίες να σημαίνουν πράγματα για την καθημερινότητά μας, να νιώθουμε ότι οι εμπειρίες μας έχουν αξία και γίνονται πεδίο μοιράσματος. Ότι το βίωμά μας πολιτικοποιείται, με λίγα λόγια. Εκ των υστέρων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι επρόκειτο για ένα σημείο συνάντησης (αν και όχι πάντα τόσο βαθιάς όσο θα θέλαμε) ανάμεσα στην παράδοση της εργατικής αυτονομίας, που έδινε προτεραιότητα στην προλεταριακή εμπειρία, και τα εργαλεία του φεμινισμού και του κουίρ, που ανατίμησαν την αξία του βιώματος (και του μοιράσματός του) στην πολιτική δραστηριότητα. Σε αυτή την κατεύθυνση, η συνέλευσή μας έφτιαξε –μεταξύ άλλων– δυο υποδομές που πάντα θεωρούσαμε σημαντικές και αλληλένδετες. Ένα τακτικό καφενείο, ως χώρο συνάντησής, κι ένα ταμείο αλληλοβοήθειας, που σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούταν από το καφενείο. Είναι μόνο δυο από τα πράγματα που κάναμε από πλευράς σύσφιξης και πολιτικοποίησης των μεταξύ μας σχέσεων, αλλά είναι αυτά στα οποία θα θέλαμε να σταθούμε περισσότερο σε αυτό το απολογιστικό κείμενο.

Το καφενείο της συνέλευσης,29 επονομαζόμενο «cafenais politique» σε αφίσες και κείμενα, ήταν για εμάς ένα τρόπος σύζευξης του προσωπικού με το πολιτικό. Ήταν ένας χώρος και χρόνος κοινωνικής συνύπαρξης, συναισθηματικής επικοινωνίας και πολιτισμικού μοιράσματος, ο οποίος είχε για εμάς πολιτικό χαρακτήρα χωρίς όμως να υποτάσσεται στις νόρμες μιας αυστηρής πολιτικής διαδικασίας και στην αυστηρότητα μιας στενά εννοούμενης πολιτικής συζήτησης. Με άλλα λόγια, ήταν το πολιτικό ως πλεόνασμα που ξεχειλίζει από τη διαχωρισμένη σφαίρα της πολιτικής, το πολιτικό ως στοιχείο της καθημερινής ζωής, το πολιτικό που συχνά υποτιμάται ή περιφρονείται ως απολίτικο. Το καφενείο, το οποίο πραγματοποιούνταν με μια σχετική τακτικότητα στο Αυτόνομο Στέκι (κι έπειτα Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, όπου στεγαζόταν η συνέλευσή μας από το 2012 μέχρι το 2020), αποτελούσε επίσης σημείο συνάντησης για μια άτυπη αυτόνομη τάση του ανταγωνιστικού κινήματος, που ένιωθε μια εγγύτητα μεταξύ της, ακόμη κι αν αυτό δεν εκφραζόταν σε ρητές πολιτικές συνεργασίες. Στο καφενείο, λοιπόν, συναντιόμασταν τακτικά με ανθρώπους από εργατικές συλλογικότητες και συνελεύσεις γειτονιάς, από πολιτικές καταλήψεις μέχρι φεμινιστικές και κουίρ ομαδοποιήσεις, από εκδοτικά εγχειρήματα μέχρι καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες. Στα πλαίσια του καφενείου, επιχειρούσαμε επίσης συχνά μια σύζευξη του πολιτικού με το πολιτισμικό και το αισθητικό, μιας και δεν το θεωρούσαμε απλώς δευτερεύον, αλλά αντιθέτως κρίναμε ότι η πολιτισμική έκφραση και επικοινωνία είναι κομβικό σημείο για την ανασύνθεση της εκμεταλλευόμενης και καταπιεζόμενης υποκειμενικότητας σε ανταγωνιστική κατεύθυνση. Έτσι, διοργανώσαμε και φιλοξενήσαμε εκδηλώσεις και events θεματικού προσανατολισμού (μουσικά, κινηματογραφικά, εκδοτικά και άλλα), επιχειρώντας έναν πειραματισμό στη μορφή και το περιεχόμενο, στοχεύοντας στη συλλογική απόλαυση και δίνοντας χώρο στην ατομική πρωτοβουλία εντός της συνέλευσης. Ήταν σημαντικό για εμάς να συναντιόμαστε έξω από το πεδίο της συνέλευσης, να διασκεδάσουμε και να χαλαρώσουμε ή να ξεσπάσουμε συλλογικά, να μετατρέψουμε τον συλλογικό μας χρόνο και χώρο συνάντησης σε κάτι περισσότερο από ένα μπαρ αυτοδιαχειριζόμενης / εναλλακτικής κατανάλωσης.

Αντίστοιχα, το ταμείο αλληλοβοήθειας30 ήταν κι αυτό μια πτυχή της προσπάθειάς μας να διαπραγματευτούμε τη σχέση ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό, αλλά, σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, από την σκοπιά της υλικής μας αναπαραγωγής ως εκμεταλλευόμενα υποκείμενα. Μια λειτουργία του ταμείου ήταν βέβαια η παραδοσιακή, που αφορά την αλληλεγγύη όπως την εννοεί ο α/α/α χώρος, δηλαδή αυτήν που αφορά την οικονομική ενίσχυση αγώνων και αγωνιστών, είτε πρόκειται για δικαστικά έξοδα είτε πρόκειται για άμεση υποστήριξη μιας διεκδίκησης (μεταξύ αυτών, υπήρξαν δυο περιπτώσεις που το ταμείο αλληλοβοήθειας στήριξε νικηφόρους εργατικούς αγώνες μελών της συνέλευσης). Η σημαντικότερη λειτουργία του ταμείου όμως ήταν εκείνη που αφορούσε τη συντροφικότητα και την κοινότητα εντός και γύρω από τη συνέλευση. Δηλαδή το να μοιράζεσαι με τους συντρόφους και τις συντρόφισσές σου τα ζόρια που τραβάς με τον μισθό, το νοίκι, την οικογένεια, την υγεία – πράγματα που κοστίζουν, υλικά και ψυχικά. Ποτέ δεν μας άρεσε η κυρίαρχη κουλτούρα της αντιεξουσίας και της αριστεράς, στο πλαίσιο της οποίας οι άνθρωποι μιλούσαν στις πολιτικές τους διαδικασίες για χιλιάδες πράγματα εκτός από την καθημερινή τους ζωή, για το πώς τη βγάζουν και πώς την παλεύουν. Ξέραμε ότι αυτή είναι μια ισχυρή παράδοση – και για να την αντιπαλέψεις θα πρέπει να συγκρουστείς με την καπιταλιστική ιδεολογία της ενοχής και της ντροπής για το ότι είσαι φτωχός, προλετάρια, άνεργος, μη-παραγωγική. Και ξέραμε επίσης ότι, για να ξεπεραστεί η ενοχή και η ντροπή, θα πρέπει να δημιουργηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης και φροντίδας που να είναι ισχυρότερες από τον φόβο της έκθεσης απέναντι στους άλλους. Το να στηρίζει μια κοινότητα τα μέλη της με τέτοιο τρόπο είχε τεράστια σημασία και γι’ αυτό θεωρούσαμε πάντα το ταμείο αλληλοβοήθειας ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά μας εργαλεία – ακόμη κι αν συχνά δεν καταφέρναμε να είμαστε συνεπείς απέναντί του ή να το μοιραστούμε ως πρόταση με το υπόλοιπο κίνημα. Κυρίως όμως ήταν μια υποδομή αλληλεγγύης που τη διαπραγματευόμασταν διαρκώς, ενίοτε με τρόπο που μπορεί να ήταν αμήχανος, και θεωρούμε πως πρόκειται για μια σημαντική πολιτική παρακαταθήκη για το μέλλον. Αυτός είναι κι ο λόγος που αποφασίσαμε να μοιραστούμε αυτές τις σκέψεις. Επειδή πλέον, περισσότερο από ποτέ, είναι αδύνατον να κάνεις ριζοσπαστική πολιτική αν δεν αγγίξεις το έδαφος της καθημερινής ζωής.

Η σκιά της σκιάς

Κλείνοντας αυτό το κείμενο, επιχειρούμε δειλά να διατυπώσουμε μια πιο γενική και συνολική αποτίμηση του στίγματος που άφησε η Σ.Κυ.Α. στο εγχώριο ανταγωνιστικό κίνημα. Προφανώς, αυτή η αποτίμηση μεσολαβείται αναγκαστικά από τη δική μας εμπειρία, από τις δικές μας προσδοκίες κι από τις δικές μας ματαιώσεις. Δεν είμαστε οι καταλληλότεροι/ες να εκτιμήσουμε αυτή την συνεισφορά, αλλά το να καταθέσουμε τούτη την υποκειμενική οπτική εναρμονίζεται με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πολιτική και το κίνημα όλα αυτά τα χρόνια. Για τα υπόλοιπα, όπως λένε, θα μιλήσει η ιστορία. Κι ελπίζουμε αυτή την ιστορία να τη γράψουν στο μέλλον τα υποκείμενα του αγώνα, σε πρώτο πρόσωπο (ή καλύτερα σε πολλά πρώτα πρόσωπα), με ειλικρίνεια και γενναιότητα, κι όχι εξ ονόματός τους οι επαγγελματίες διανοούμενοι της ακαδημίας ή της δημοσιογραφίας.

Συνοψίζοντας, η Σ.Κυ.Α. ήταν μια συλλογικότητα του κινήματος του κοινωνικού ανταγωνισμού, η οποία αντλούσε ιστορικά την έμπνευσή της κυρίως από τις παραδόσεις της εργατικής αυτονομίας και του αντιεξουσιαστικού κομμουνισμού. Αυτές τις παραδόσεις μέσα στα χρόνια τις εμπλούτισε με νέα εργαλεία και νέες ιδέες που έφερναν τα αγωνιζόμενα υποκείμενα μέσα στο κίνημα. Πάνω απ’ όλα, όμως, είχε για πυξίδα της την ίδια την εμπειρία της συμμετοχής στο πραγματικό επίπεδο των αγώνων. Η Σ.Κυ.Α. ήταν μια συλλογικότητα που όλα αυτά τα χρόνια βρισκόταν μέσα, έξω κι ενίοτε ενάντια στον χώρο που ονομάζουμε συνήθως αναρχικό ή αντιεξουσιαστικό. Ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως αναρχική ή αντιεξουστιαστική ή οτιδήποτε άλλο, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή θεωρούσε πως το πρόταγμα της κοινωνικής απελευθέρωσης δεν είναι αποκλειστική υπόθεση των κλειστών μορφών και των ιδεολογικών ταυτοτήτων. Οι πολιτικές μορφές είναι αναγκαστικά ιστορικές, είναι εργαλεία για τον κοινωνικό ανταγωνισμό, αλλά μπορούν κάλλιστα να γίνουν και εμπόδια. Με αυτή μας την αντίληψη ενάντια στη φετιχοποίηση των μορφών προσπαθήσαμε να δούμε όλα τα εγχειρήματα στο οποία εμπλακήκαμε ενεργά: τις εργατικές συλλογικότητες, τα σωματεία βάσης, τις συνελεύσεις γειτονιάς, τις καταλήψεις και τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, τις (λιγοστές) κεντρικές διαδικασίες του χώρου που παρακολοθήσαμε. Και, κυρίως, με αυτή την αντίληψη προσπαθήσαμε να δούμε και την ίδια μας τη συνέλευση. Και γι’ αυτό, παρ’ ότι μας λυπεί, δεν μας συντρίβει η διάλυσή της.

Κάποιες φορές υπερτιμήσαμε τη δυνατότητά μας να σκεφτούμε και να δράσουμε αυτόνομα από τον α/α/α χώρο. Ή, για να είμαστε ακριβείς, υπερτιμήσαμε το πόσο ανεπηρέαστοι μπορούσαμε να μείνουμε από τις παραδόσεις και τις παθογένειές του. Υπ’ αυτή την έννοια, οι πολιτικές κρίσεις αυτού του χώρου, μόνιμες και βαθιές καθώς ήταν, κατέληξαν να μας επηρεάζουν έντονα ακόμη κι αν δεν μας γινόταν πλήρως ξεκάθαρο εκείνη τη στιγμή. Επομένως, συχνά αντιμετωπίσαμε τα ζητήματα που αφορούσαν την κρίση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτοτήτων σαν κάτι εξωτερικό προς τη συνέλευσή μας. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ακόμη όμως κι αν η παράδοση της εμπλοκής μας στο κίνημα μας τραβούσε –άθελά μας– ενίοτε προς μια ταυτοτική αντίληψη της πολιτικής, πάντα ήταν βασικό μας μέλημα και φροντίδα να καλλιεργούμε εκείνες τις δυνάμεις που μας απομακρύνουν από την ταυτότητα, που μας ωθούν προς την ανοιχτότητα και την πολλαπλότητα. Δεν επρόκειτο για σταθερές διακηρυκτικές θέσεις. Ήταν εργαλεία που τα χρησιμοποιούσαμε με έναν τρόπο δυναμικό, εύπλαστο και ιστορικό. Ήταν η προτεραιότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού, σαν τρόπος να σκέφτεσαι και να δρας μέσα στον κόσμο ως μέρος των συγκρούσεων στο εσωτερικό του κι ως δύναμη που κοιτάει πέρα από αυτόν. Ήταν η ανταγωνιστική έρευνα κι η κυκλοφορία των αγώνων ως τρόποι να σχετίζεσαι κριτικά με τα αγωνιζόμενα υποκείμενα, βάζοντας μπροστά τη συνθετότητα της εμπειρίας τους και την ενίσχυση της αυτονομίας τους. Ήταν η αναζήτηση της κοινότητας ζωής και αγώνα, όχι μόνο ως έμπρακτο ξεπέρασμα των διαχωρισμένων και αλλοτριωμένων καπιταλιστικών μορφών ζωής και επικοινωνίας, αλλά και ως διαρκής εμμενής αμφισβήτηση των ίδιων των παγιωμένων ιδεολογικών αντιλήψεων που έχουμε εμείς οι ίδιοι για την επαναστατική πολιτική.

Διατηρώντας αυτή την αμφίθυμη στάση απέναντι στους οργανωμένους πολιτικούς χώρους και κάθε είδους ταυτοτικό κλείσιμο, η Σ.Κυ.Α. θέλησε να αποτελέσει ένα σημείο αναφοράς για την άτυπη και διάχυτη αυτόνομη τάση του κύκλου αγώνων ενάντια στην συνεχιζόμενη καπιταλιστική αναδιάρθρωση όπως την έζησαν και της αντιστάθηκαν τα εκμεταλλευόμενα και καταπιεζόμενα κοινωνικά υποκείμενα. Το έδαφός μας ήταν η μητρόπολη της Αθήνας, αλλά προσπαθούσαμε στον έναν ή τον άλλο βαθμό να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια (πάντα ήμασταν ένα φιλόξενο σπίτι για τους συντρόφους και τις συντρόφισσές μας από την Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα, όπου κι αν βρίσκονται τώρα, που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν περισσότερο), ανάμεσα στο τοπικό και το πλανητικό, επιχειρώντας συνδέσεις σε πανελλαδικό ή διεθνές επίπεδο. Αυτή η άτυπη και διάχυτη τάση δεν οργανώθηκε ποτέ πραγματικά ώστε να αποτελέσει έναν σταθερό και διακριτό πόλο. Από τη μια πλευρά, αυτή ήταν η δύναμή της. Από την άλλη, αυτό ήταν το όριό της. Η δυνατότητα αυτή διατηρείται στη ζωή ακριβώς επειδή σε μια δεδομένη στιγμή πέρασε και χάθηκε η στιγμή της πραγματοποίησής της. Επειδή μας στοιχειώνει και μας ακολουθεί ακόμη, σαν σκιά της σκιάς.

Σαν σκιές, ακολουθήσαμε τον κοινωνικό ανταγωνισμό, την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με το μυαλό και την καρδιά στραμμένα σε αυτό που ποτέ δεν κατονομάσαμε και ποτέ δεν σταματήσαμε να ονειρευόμαστε. Όπου μας πήγε, κι όπου προσπαθήσαμε εμείς να το πάμε. Μέχρι που σταματήσαμε να μπορούμε να το κάνουμε με τη μορφή που είχαμε μέχρι τώρα. Και σαν σκιές, αυτοδιαλυόμαστε. Και σαν σκιές, επιστρέφουμε.

«Ζούμε στο χάος: ιδού το πρώτο, θεμελιώδες στοιχείο της κοινής αντίληψης της εποχής μας. Ένα χάος καταστροφικό, μέσα στο οποίο δεν βρίσκουμε προσανατολισμό. Η καθημερινή καταστροφή γίνεται αντιληπτή σαν φυσιολογική, ήτοι σαν αναγκαία εξέλιξη των κινήσεων της κοινωνίας και του κόσμου. […] Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το πώς η επιθυμία και η ελπίδα θα μπορέσουν να ζήσουν στην κοινή αντίληψη του κόσμου και πώς θα μπορέσει να είναι δυνατή η έξοδος από την κόλαση. Μοιάζει σαν μια αδύνατη προσπάθεια. Ωστόσο είναι ακριβώς αυτή η αδυνατότητα που αποκαλύπτει την αποτελεσματικότητά της. […] Η δημιουργική επιθυμία ενοποιεί διαφορετικές εμπειρίες και ξαναβρίσκει την ενότητα στη ζωή. Στη ζωή των ατόμων αλλά, κατά μείζονα λόγο, σ’ εκείνην της συλλογικότητας. Στην απελπισία στην οποία ζούμε, αυτή η ασυνήθιστη ελπίδα είναι εμφανής.»

Antonio Negri, Χάοσμος, 1991

Συντροφικά,

Συνέλευση για την Κυκλοφορία των Αγώνων

Αθήνα, Νοέμβριος 2021

1 Ο τίτλος της έκδοσης αποτελεί αναφορά στο σύνθημα της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008: «Εμείς θα πούμε την τελευταία λέξη, αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη».

2 Προκήρυξη «Περί εμπειρίας, κριτικής και αντιπαράθεσης» της Σ.Κυ.Α, που είχε γραφτεί τον Ιούνιο του 2017 ως απάντηση στην κριτική και λασπολογία που είχε δεχθεί η συνέλευση από κάποιους «συντρόφους» και κάποιες συλλογικότητες για την επιλογή της να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο για τον κύκλο αγώνα (άρα και για τις πρακτικές σαμποτάζ που εμπεριείχε) για δωρεάν συγκοινωνίες, στις αρχές της ίδιας δεκαετίας (βλ. https://skya.espiv.net/2017/06/17/ruthlesscritique062017/).

3 Το αρχικό κάλεσμα είναι διαθέσιμο προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/2010/03/26/arxiko_kalesma08032009/.

4 Όσον αφορά την όψη της εργατικής έρευνας, εκείνο το κομμάτι της διαδικασίας είχε μόλις κυκλοφορήσει την ερευνητική της δουλειά για το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 (βλ. Ακούστε καλά τι λένε οι φοιτητές, στο http://anti-research.blogspot.com/2010/03/06-07.html).

5 Οι συνελεύσεις μας θέλαμε να είναι πάντα δημόσια ανακοινωμένες, ώστε να μπορεί να συμμετάσχει όποιος/α μάς γνώριζε από τη δημόσια παρουσία μας και τη συμμετοχή μας στους κοινωνικούς αγώνες και ενδιαφερόταν να συμμετάσχει στην απαιτητική σε χρόνο και πόρους πολιτική δραστηριοποίησή μας. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, η διαδικασία εισόδου νέων μελών στη συλλογικότητα καθοριζόταν από ένα σύνολο αυτο-θεσμίσεων που είχαμε διαμορφώσει στην προσπάθεια μας για μια ανοιχτή και οριζόντια λειτουργία της.

6 Η έννοια της κυκλοφορίας των αγώνων προέρχεται από την αυτόνομη μαρξιστική ανάλυση, σύμφωνα με την οποία στη διαδικασία κυκλοφορίας του κεφαλαίου αντιστοιχεί και μια διαδικασία κυκλοφορίας των αγώνων από την εργατική πλευρά. Στη Σ.Κυ.Α. χρησιμοποιούσαμε την έννοια αφενός με το κυριολεκτικό της περιεχόμενο, δηλαδή αυτό της ενίσχυσης των αγώνων και της αντιπληροφόρησης, και αφετέρου με τη σημασία της διαδικασίας της κριτικής επεξεργασίας των αγώνων κατά την κυκλοφορία τους, μέσα από την οποία διαμορφώνονται τα πολιτικά περιεχόμενα, ως την κριτική θεωρία δηλαδή που διαμορφώνεται εντός της ανταγωνιστικής σχέσης-κεφάλαιο.

7 Η μπροσούρα είναι διαθέσιμη προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/files/2011/03/final.pdf.

8 Επειδή έχει μια σημασία για την κατανόηση της κυριολεκτικής χρήσης της έννοιας της κυκλοφορίας των αγώνων, υπενθυμίζουμε πως μέλη της Σ.Κυ.Α., όλα αυτά τα χρόνια, έχουν εμπλακεί σε αγωνιστικές διαδικασίες στους εξής κλάδους: σχολεία, φροντιστήρια, πανεπιστήμια, εμπορικά καταστήματα, κέντρα υγείας / νοσοκομεία, ντελίβερι / διανομές, τηλεφωνικά κέντρα, μιντιακές ιστοσελίδες, χώρους θεάματος και τέχνης, μετάφραση / επιμέλεια, εταιρείες πληροφορικής, απογραφές / έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ, δήμους, κοινωφελή προγράμματα και voucher για άνεργους/ες.

9 Ακολούθησαν μέσα στην ίδια χρονιά μια αφίσα για μερικές μικρές εργατικές νίκες, επιθυμώντας να πάμε κόντρα στην απαισιοδοξία που σκορπούσε το αναδιαρθρωτικό «δόγμα του σοκ» που εξαπέλυαν τα αφεντικά, καθώς και μια αφίσα αλληλεγγύης στους αγώνες των, πληγέντων από την κρίση / αναδιάρθρωση, εργαζόμενων στα ΜΜΕ, κόντρα στα παραδοσιακά ηθικά κριτήρια κατηγοριοποίησης των μισθωτών εργασιών και των ταξικών αγώνων από τον «χώρο». Όλες οι αφίσες της Σ.Κυ.Α. είναι διαθέσιμες στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/skya/afises/.

13 Όπως αναφέρεται στο κλείσιμο της μπροσούρας, «Γνώμη μας είναι ότι στόχος κάθε αντιφασιστικής κίνησης θα πρέπει να είναι η ενσωμάτωσή της στις δομές, στις διαδικασίες γειτονιάς και στις διαδικασίες στους χώρους δουλειάς του κινήματος κι όχι η απόσταση και το ξέκομμα από αυτές. Σε αυτή τη φάση ανάπτυξης του κινήματος δεν έχουμε ανάγκη ad hoc στρατιωτικού τύπου σχηματισμούς αυτοάμυνας ή ad hoc πολιτοφυλακές, έχουμε ανάγκη πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών που θα είναι ικανές στο εγγύς μέλλον να δώσουν τις μάχες με το κράτος, τα αφεντικά και τους φασίστες» (βλ. Για να πνίξεις το φίδι δεν αρκεί να τσακίσεις τα (χρυσά) αυγά του, διαθέσιμη προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/2014/12/11/gia-na-pnixeis-to-fidi-den-arkei-na-tsak/).

14 Βλ. κεντρικό κείμενο τχ. 4 της Σφήκας: «Ο γυμνός απεργός με τα χέρια στις τσέπες» (Ιανουάριος 2013), διαθέσιμο προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/files/2013/05/tefxos4_sfika_final.pdf.

15 Ως «workfare» ή «ανταποδοτική πρόνοια» ορίσαμε τη (δια)κρατικά επιχορηγούμενη διαδικασία αντικατάστασης των προνοιακών επιδομάτων με «πακέτα επιδοτούμενης εργασίας» που συνεπάγεται αντίστοιχα την απορρύθμιση των παραδοσιακών εργασιακών σχέσεων (π.χ. αντικατάσταση μισθού με επίδομα) για ένα πιο επισφαλές, περισσευούμενο ή «μαθητευόμενο» κομμάτι της εργατικής τάξης. Η πρακτική και θεωρητική ενασχόληση με το workfare μάς έδωσε την ευκαιρία να μελετήσουμε πιο επισταμένα τις αναδιαρθρωτικές πολιτικές του διεθνούς κεφαλαίου και την πιο «πελατειακή» γείωσή τους στην Ελλάδα, μέσα από τη χρήση νέων εργαλείων ανάλυσης που ξέφευγαν της κλασικής εργατίστικης αιτηματολογίας για «μόνιμη και σταθερή εργασία».

16 «Δεν αποτελεί μεμονωμένη αντίληψη η εκτίμηση ότι ο χώρος είναι η ριζοσπαστική πρωτοπορία του ανταγωνιστικού κινήματος ή, ακόμη χειρότερα, ότι ο χώρος ταυτίζεται με το ίδιο το κίνημα. Η αντίληψη αυτή οδηγεί τον χώρο στο να θεωρεί ότι νομιμοποιείται να θέτει προτεραιότητες στο υπόλοιπο κίνημα με τρόπο σχετικά αυθαίρετο, περιορίζοντάς το στην απλή συγκατάθεση. Ή, πάλι, ακόμη χειρότερα, να αντιλαμβάνεται διαδικασίες και σχέσεις του υπόλοιπου κινήματος με τρόπο εργαλειακό» (βλ.

https://skya.espiv.net/2013/03/22/epithesi-katalipseis-ntouvaria/).

17 Βλ. «Οι δημοσιονομικές κρίσεις και το ελληνικό παράδειγμα», στο https://skya.espiv.net/2012/06/02/dhmosionomikes-kriseis-elliniko-paradeigma-mc/.

18 Για το δημοψήφισμα εκδώσαμε την προκήρυξη Οδηγός συλλογικής επιβίωσης σε καιρούς μαζικής καταστροφής (βλ. https://skya.espiv.net/files/2011/03/keimeno_skya_fin.pdf/).

19 Η συλλογικότητα ΝΟ Ωφελούμενοι/ες (στο fb: nofeloumeni) δραστηριοποιήθηκε την περίοδο 2016-2019 (πραγματοποιώντας εβδομαδιαία συνέλευση στα γραφεία του Συλλόγου Μεταφραστών-Επιμελητών- Διορθωτών) προσπαθώντας να συσπειρώσει άνεργους/ες που απασχολούνταν σε 5μηνα και μετέπειτα 8μηνα «κοινωφελή προγράμματα» του ΟΑΕΔ, καθώς και στα αντίστοιχα voucher για τον ιδιωτικό τομέα. Ως προς τα «κοινωφελή», συνάντησε τα όρια των αγώνων στο δημόσιο, όπου οι «ωφελούμενοι/ες» αντιλαμβάνονταν περισσότερο τον εαυτό τους ως συμβασιούχο που, με την κατάλληλη πολιτική πίεση, μπορεί και να μονιμοποιηθεί, ενώ στα voucher αντιμετώπισε την πολυδιάσπαση και τις «ευκαιρίες καριέρας» του ιδιωτικού τομέα. Παρεμβαίνοντας με τον αυτόνομο λόγο της στους αγώνες που ξεσπούσαν και στηρίζοντας έμπρακτα τα μέλη της στον δαιδαλώδη και σημαντικά απλήρωτο λαβύρινθο αυτών των προγραμμάτων, η συλλογικότητα κυκλοφόρησε διάφορους «οδηγούς επιβίωσης» με πληροφορίες εργατικού περιεχομένου για τα προγράμματα (βλ. http://docplayer.gr/4889631-Odigos-epiviosis-sta-programmata-koinofeloys-ergasias-nofeloumeni-gr.html), όπως το βιωματικό Ημερολόγιο ενός voucherά (διαθέσιμο προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://loupa.espivblogs.net/files/2017/10/imerologio_voucher.pdf), μια αφίσα για τους εκβιασμούς που αρχίζει να προϋποθέτει η λήψη του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ) και μια μπροσούρα με τίτλο Να τελειώνουμε με τους ρατσιστικούς μύθους περί μεταναστών και επιδομάτων (διαθέσιμο ηχητικό από ανάγνωσή της στον σύνδεσμο: https://youtu.be/ZY5MFq13-0s).

21 Για την εκδήλωση, βλ. https://skya.espiv.net/2016/09/15/doorbraak220916/ και την εισήγηση των Doorbraak, βλ. https://skya.espiv.net/2016/09/24/eisigisi-doorbraak220916/.

22 Από τη «Δικτύωση» απομένει εντέλει μια μικρή πρωτοβουλία αγωνιστ(ρι)ών στην Αθήνα που, τον Μάιο του 2018, πραγματοποιούν μια εκδήλωση απολογισμού του προηγούμενου κύκλου αγώνων στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής με τίτλο «Δυνατότητες, όρια και πολιτικά συμπεράσματα από τον κύκλο αγώνα ’06-’13», υπογράφοντας ως «Πρωτοβουλία για έναν δημιουργικό αναστοχασμό» (βλ. https://skya.espiv.net/2018/05/07/ekdilosi10052018/).

23 Όπως εκφράζεται στο κεντρικό κείμενο «Δεν είναι ανθρωπισμός, είναι η αναδιάρθρωση ηλίθιε» του τελευταίου τεύχους της Σφήκας που εκδώσαμε τον Ιούλιο του 2017 (διαθέσιμο προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/files/2017/07/tefxos10_final.pdf), καθώς και στην αυτοτελή μπροσούρα με τίτλο Στην άλλη όχθη: Η πολιτική διαχείρισης του μεταναστευτικού πληθυσμού ως πλεονάζοντος και οι αγώνες εναντίον της, που εκδώσαμε τον Οκτώβριο του 2019 (διαθέσιμη προς ανάγνωση στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/files/2019/10/MPROSOURA_rev1.pdf).

28 Για την μπροσούρα Μαζί ή Τίποτα, βλ. https://skya.espiv.net/2020/10/06/mazi-i-tipota-empeiries-koinon-agonon-ntopion-kai-metanast-ri-on-tin-teleytaia-10etia/, για την εκδήλωση βλ. https://skya.espiv.net/2020/09/29/epafi-provoli/, ενώ η εισήγηση «Μετανάστ(ρι)ες και ανταγωνιστικό κίνημα: Μια γενεαλογία στραμμένη στο μέλλον» είναι διαθέσιμη στον σύνδεσμο: https://skya.espiv.net/2020/10/27/metanastes-kai-kinima/.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*